ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΑΝΗΣ ΙΛΙΟΥ               

Χρήσιμα & ωφέλιμα

  • ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ : ΖΗΤΗΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ή ΠΕΙΣΤΗΡΙΩΝ;
    ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ : ΖΗΤΗΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ή ΠΕΙΣΤΗΡΙΩΝ;
    ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ : ΖΗΤΗΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ή ΠΕΙΣΤΗΡΙΩΝ; της Δ.Τούντα ⃰ Λέει ο Χριστός στον καταδικασμένο στην κόλαση από την απανθρωπιά και απληστία του πλούσιο:«εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται». (Λουκά 26,31)  Aκούγοντάς το οι υπόλοιποι νομίζουμε ότι μιλάει για το γεγονός της πίστεως και όχι του πειστηρίου, δηλαδή αυτού που πιστοποιεί την αλήθεια. Μα το πεισθήσονται είναι παθητικής φωνής και όχι ενεργητικής (πείθω - έπιθον (β΄αορ) -πιστεύω). Αυτές τις μέρες αρκετοί, γνωστοί και άγνωστοι, διάσημοι και άσημοι, προτιμούν να μιλάνε απαξιωτικά για τους γραφικούς Χριστιανούς που «πιστεύουν» ότι μέσω της Θείας Ευχαριστίας δεν μεταδίδεται ο «Κοροναϊός» ή οποιαδήποτε άλλη μολυσματική ασθένεια. Και έτσι η επικινδυνότητα της συνάθροισης των Χριστιανών στο ναό ταυτίζεται με την «μετάδοση μικροβίων και μόλυνσης μέσω της Θείας Ευχαριστίας». Είναι τραγικό πως, ακόμη και μορφωμένοι άνθρωποι εθελοτυφλούν μπροστά στην πραγματική και καταγεγραμμένη ιστορία, ειδικά στην εποχή μας με την τεχνολογία της κινούμενης ή στατικής εικόνας και της γραφής τυπωμένης, ηλεκτρονικής ή άλλης, να λαμβάνει τον κυρίαρχο ρόλο. Τελικά η «μεταμοντέρνα ιδεοληψία» και ο «προοδευτικός φανατισμός» τυφλώνει χειρότερα εμάς, από τους ανθρώπους του μεσαίωνα. Η Σπιναλόγκα είναι ένα μικρό νησί, το οποίο βρίσκεται στον κόλπο της Ελούντας στην Επαρχία Μεραμπέλλου του νομού Λασιθίου Κρήτης. Στις 30 Μαΐου του 1903 υπογράφηκε η απόφαση από το Ελληνικό Κράτος για να μετατραπεί σε νησί των λεπρών  και στις 13 Οκτωβρίου 1904 μεταφέρθηκαν εκεί 251 ασθενείς, 148 άνδρες και 103 γυναίκες. Όταν το 1913 η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα, ήρθαν περισσότεροι άρρωστοι στη Σπιναλόγκα, ενώ αργότερα δέχτηκε ασθενείς ακόμα και από άλλες χώρες χαρακτηριζόμενη σαν «Διεθνές Λεπροκομείο». Λειτούργησε έτσι μέχρι το 1957,οπότε έκλεισε, όταν θεραπεύτηκαν οι λεπροί με τη χρήση αντιβιοτικών φαρμάκων. Μέχρι το 1947 οι λεπροί στη Σπιναλόγκα ήταν μόνοι και οργισμένοι με τον Θεό, θεωρώντας ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάλη και αφόρητη δοκιμασία. Ιερέας τους επισκέπτονταν δύο φορές τον μήνα, αλλά ποτέ δεν τον πλησίαζαν. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε κάποτε να τους επισκεφθεί και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε για να λειτουργήσει. Τότε ένας από τους ασθενείς πρόβαλε στο κατώφλι του ναού λέγοντας: «Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου, μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις.  Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου». Ο ιερέας δέχτηκε και οι χανσενικοί παραμόνευσαν στο τέλος της Λειτουργίας, βλέποντας τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση. Μετά από ένα μήνα οι λεπροί περίμεναν πως θα ’ρθει ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής κι άρχισε να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναού. Από τότε έμεινε μαζί τους. Για δέκα ολόκληρα χρόνια από το 1947 ο ιερομόναχος Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης ήταν η παρηγοριά των λεπρών στη Σπιναλόγκα[1]. Ευλογούσε και κοινωνούσε τους αρρώστους απλώνοντας το χέρι και λαμβάνοντας Θεία Κοινωνία από το ίδιο κουτάλι, χωρίς να φοβηθεί την ασθένεια και τις συνέπειες της. Οι χανσενικοί αναστήλωσαν μόνοι τους την εκκλησία και συνάμα αναστήλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν για το «θαύμα της Σπιναλόγκας». Το 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1959, για να μνημονεύει τους λεπρούς μετά το θάνατό τους. Το σύγχρονο ιστορικό παράδειγμα της Σπιναλόγκας επαναλαμβάνεται και στο Νοσοκομείο «Σωτηρία». Η «Σωτηρία» ιδρύθηκε από την Σοφία Σλήμαντο 1902 ως πρώτο «λαϊκό» Σανατόριο της Ελλάδας και έχει συνδέσει το όνομά της με την αντιμετώπιση της πνευμονικής φυματίωσης στην χώρα μας. Ο γνωστός λαϊκός ιεροκήρυκαςΔημήτριος Παναγόπουλοςκήρυσσε στο νοσοκομείο, και τον ακολουθούσε ο ιερέας π. Δημήτριος Παπαντώνης, που εξομολογούσε τους φυματικούς και τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Ένας γιατρός, που παρακολουθούσε τις ομιλίες του, προβληματισμένος,  λέει στον ιεροκήρυκα: «-Κύριε Παναγόπουλε, ο ιερέας είναι αδύνατον να καταλύει το περιεχόμενο του αγίου ποτηρίου. Κοινωνούν τόσοι ασθενείς από αυτό, κι όπως είναι γνωστό, το μικρόβιο της φυματιώσεως μεταδίδεται με το σάλιο. Τι κάνει λοιπόν ο ιερέας το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου που περισσεύει; Το χύνει στο χωνευτήρι; Αυτό όμως δεν είναι μεγάλη αμαρτία;    -Τέτοιο πράγμα δεν γίνεται ποτέ, αντέτεινε ο ιεροκήρυκας. Ο Χριστός δεν μολύνεται από μικρόβια. Κι από τα άχραντα Μυστήρια δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος μολύνσεως.» Επειδή ο γιατρός δεν μπορούσε να τον πιστέψει, εκείνος τον προέτρεψε να παρακολουθήσει την επόμενη Θεία Λειτουργία, και στο τέλος να σταθεί έτσι, ώστε να βλέπει τις κινήσεις του ιερέα την ώρα της κατάλυσης. Τελικά ο γιατρός είδε τον ιερέα με τα μάτια του να καταλύει το περιεχόμενο του αγίου ποτηρίου, ρίχνοντας επιπλέον νάμα δυο-τρεις φορές και φροντίζοντας να μην μείνει ούτε ίχνος από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Από τότε ο γιατρός εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μαζί με τους ασθενείς.[2] Εγώ η ίδια δεν μπορώ να ξεχάσω τον καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο, που μας μαρτυρούσε την εμπειρία του ως παπαδοπαίδι  με έναν πατέρα ιερέα στο κέντρο της Αθήνας να κοινωνάει φυματικούς στο νοσοκομείο  και έπειτα να καταλύει το υπόλοιπο της Θείας Κοινωνίας, μένοντας υγιής ο ίδιος πάντοτε. Αυτή είναι μία μαρτυρία από τις μυριάδες που έχουν καταγραφεί και ειπωθεί για τους Ορθόδοξους ιερείς που κοινωνούσαν και κοινωνούν ασθενείς με μολυσματικές και μεταδοτικές ασθένειες ανά τον κόσμο, με την πίστη αλλά και την ατράνταχτη ιστορική βεβαιότητα για το θαύμα της Θείας Ευχαριστίας. Τα νοσοκομεία ανέκαθεν είχαν ιερείς που τα εξυπηρετούσαν λατρευτικά. Τα ιστορικά αρχεία υπάρχουν και οι άνθρωποι είναι πραγματικοί και όχι πλάσματα της μεταφυσικής φαντασίας κάποιων. Ο δε τρόπος της Χριστιανικής Ευχαριστίας μετρά όχι δεκάδες, ούτε εκατοντάδες αλλά χιλιάδες χρόνια. Πόσο σκοταδιστές λοιπόν μπορούμε να είμαστε, όταν αρνούμαστε να αποδεχτούμε την ιστορική πραγματικότητα; Πόσο τυφλοί και αμαθείς φαινόμαστε, όταν μένουμε σε ιδεοληψίες και παρά τα «επιστημονικά διαπιστευτήρια» που έχουμε, χαρακτηρίζουμε μεταφυσικά και ζητήματα πίστεως τα ιστορικά δεδομένα;   Ο π.Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης που διέμενε και λειτουργούσε επί 10 ολόκληρα χρόνια στη Σπιναλόγκα.                       ⃰ Η Δ.Τούντα είναι θεολόγος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Ορθόδοξη Θεολογία και πτυχίου Επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου.   [1] Από την εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» και την μαρτυρία του Δημήτρη Παπαδάκη, πρώην λυκειάρχη και πρόεδρο του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου Κρήτης, βλ. http://www.mixanitouxronou.gr/o-iereas-tis-spinalogkas-poy-koinonoyse-toys-leproys/και https://www.orthodoxianewsagency.gr/istoria-ethnika-themata/o-papas-pou-efere-tin-pisti-stin-spinalogka/ [2] Μποτσούρη Γ. Β., Ο ιεροκήρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος (1916-1982), Αθήναι 1993, στο βιβλίο Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία, εκδ. Ι. Μονής Παρακλήτου. σελ 153.
  • Εκκωφαντικό Σιωπητήριο
    Εκκωφαντικό Σιωπητήριο
    Εκκωφαντικό Σιωπητήριο   «Ο χριστιανισμός δε φαίνεται από τα αξιώματα, αλλά από την πίστη των προσώπων…. Δεν με τρομάζουν έπαρχε, ούτε η δήμευση της περιουσίας μου, ούτε η εξορία, ούτε τα βασανιστήρια με τα οποία με απειλείτε εσείς οι αυτοκράτορες. Η περιουσία μου όλη και όλη είναι δυο παλιομπαλωμένα ράσα, σχεδόν άχρηστα, και λίγα βιβλία. Η εξορία πάλι; Μα ευλογημένε δεν ξέρεις ότι σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο είμαι και εγώ περαστικός διαβάτης όπως είσαι και συ; Όπου και να με στείλετε, τον Θεό μου θα λατρεύω, επομένως δεν με φοβίζει και αυτό». Αυτή ήταν η απάντηση του Μ.Βασιλείου στις απειλές του έπαρχου Μόδεστου, που ήλθε ως απεσταλμένος του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη για να τον απειλήσει, κι ας είχαν φτάσει στο σημείο να κάψουν οι αρειανοί στη Νικομήδεια ορθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σε πλοίο και παντού βεβήλωναν ναούς. Σε κάποια πόλη μπήκαν στο ναό, ανέβηκαν στην αγία Τράπεζα και χόρευαν πάνω σ’ αὐτήν, ενώ αλλού όταν ο ιερέας προσπάθησε να τους εμποδίσει τον σκότωσαν επάνω στην ίδια την αγία Τράπεζα. Κι ο Μόδεστος αναρωτιέται«Κανείς μέχρι τώρα δε μίλησε με τόσο θάρρος στο Μόδεστο, κανείς δεν είχε μπροστά μου τόση παρρησία.» «Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό επίσκοπο…. Εμείς οι ορθόδοξοι, έπαρχε, είμαστε καλοί και ταπεινοί όσο κανείς άλλος. Όχι μόνο στο βασιλιά δε φερόμαστε υπεροπτικά, μα ούτε και στον πιο μικρό άνθρωπο. Αν όμως τύχει να κινδυνεύει η πίστη στο Θεό, τότε περιφρονούμε τα πάντα...» Ο Μ.Βασίλειος πραγματικά ήταν ένα λιοντάρι του Χριστού, ένας αληθινός Χριστιανός και ένας αληθινός επίσκοπος. Γι’ αυτό έγινε Άγιος. Γι’ αυτό τον νοσταλγούμε αυτές τις μέρες. Κατά το λόγο του Χριστού «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων»(Ιω 10,11).  Γιατί  «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν»(Μκ8,35) Και ως «ψυχή» βέβαια εννοείται η ίδια η ζωή.   Ζούμε σε μέρες θλίψης. Θλίψης γιατί σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη 15/4/2020, στην Ελλάδα του κοροναϊού, πραγματικά «ὀ Χριστός ἐπράθη». Αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι σαν τις άλλες. Από την αρχή το καταλάβαμε και κάναμε υπομονή. Υπομονή, υπομονή, υπομονή, υπακοή, υπακοή, υπακοή. Υπακοή στις οδηγίες της ειδικής επιστημονικής επιτροπής, στις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου χωρίς καμία κοινοβουλευτική νομιμοποίηση της Ελληνικής κυβέρνησης. Μείναμε σπίτι, για χάρη αυτών που αγαπάμε, για να μην τους κάνουμε κακό, στερηθήκαμε την μέχρι τώρα ζωή μας για να την έχουμε ασφαλή αργότερα. Στερηθήκαμε για ένα μήνα  όμως και την εκκλησία μας, τον Ίδιο τον Χριστό, την παρηγοριά, το φως, το δρόμο μας και τη ζωή μας. Γιατί για εμάς τους Χριστιανούς είναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». (Ιω 14,6) Κλειστές οι εκκλησίες μας, κλειστά τα κοιμητήρια, απαγόρευση κυκλοφορίας, ποινικό αδίκημα η Θεία Κοινωνία, χιλιάδες ευρώ πρόστιμα σε ένα λαό που χειμάζεται οικονομικά επί μια δεκαετία. Όταν οι αυλικοί προειδοποίησαν την Μαρία Αντουανέτα για τον φτωχό λαό που ζητάει ψωμί, εκείνη τυφλωμένη από την έπαρσή της απάντησε να φάνε «παντεσπάνι» και οδηγήθηκε δικαίως στην αιματοβαμμένη Γαλλική επανάσταση και στον προσωπικό της θάνατο. Η φράση του Απ. Παύλου προς τους Ρωμαίους «παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα,» (Ρωμ1,28), θυμίζει τον τραγωδό Σοφοκλή στην Αντιγόνη «τὸ κακὸν δοκεῖν ποτ᾽ ἐσθλὸν τῷδ᾽ ἔμμεν' ὅτῳ φρένας θεὸς ἄγει πρὸς ἄταν»(στ.620-623),  και τελικά μπορεί να δίνει την απάντηση για αυτή την «αφασία» στην οποία έχουμε ολισθήσει ως λαός και ως Εκκλησία. Το επιχείρημα του πρόσκαιρου μέτρου και της ανυπαρξίας θρησκευτικών διωγμών δεν απαντά στο βασικό κάλεσμα του Χριστού για απελευθέρωση από τα επίγεια. Ο φόβος και η τρομοκρατία των ημερών, κατάφεραν το ακατόρθωτο. Να βουλώσουμε εντελώς τα στόματά μας απέναντι σε κάθε «στρατιωτικό νόμο» Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, δηλαδή μιας μη δημοκρατικής διαδικασίας, και στο όνομα της παρούσας ζωής μας στερούν όχι την Μεγάλη Εβδομάδα μας, όχι το Πάσχα μας, αλλά την ίδια την Εκκλησία μας, τους ποιμένες μας, που αγαπάμε και σεβόμαστε «εἰς τύπον και τόπον» Χριστού. Νοσταλγούμε ποιμένες, όπως τον Μεγάλο Βασίλειο και τον Ιωάννη Χρυσόστομο, που στο όνομα του Χριστού μιλούσαν με παρρησία στους αιρετικούς και αιμοβόρους ηγεμόνες  για χάρη των «προβάτων» τους, χωρίς να φοβούνται για την επίγεια ζωή, αλλά αποβλέποντας στην επόμενη ζωή. Περιγράφει τους Χριστιανούς η Επιστολή προς Διόγνητον «ἐν σαρκὶ τυγχάνουσιν, ἀλλ’ οὐ κατὰ σάρκα ζῶσιν. ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις, καὶ τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους». Ναι, είναι θέμα ασφάλειας, ναι πρέπει να υπακούσουμε στους νόμους του Καίσαρα,- αφού πια αυτό έγιναν και οι σύγχρονες ψευτοδημοκρατίες μας-, ναι δεν θέλουμε να γίνουμε αιτία να την πληρώσει ο φτωχός καλοπροαίρετος ιερέας της ενορίας εξαιτίας μας, ναι καλό και ευλογημένο είναι να προσευχόμαστε στο Ταμείο μας και να κάνουμε το σπίτι μας  Μικρή Εκκλησία, ναι ας μην πάμε στο πολυπληθέστατο κοιμητήριο να κάνουμε τρισάγιο την Μεγάλη Παρασκευή, ναι ας αναστηθεί Μόνος ο Χριστός αφού οι μικροί ναοί μας δεν μας χωράνε, ούτε λίγους-λίγους, ούτε έναν –έναν. Αλλά τελικά αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα ήταν ένα μεγάλο Μάθημα. Ένα μάθημα αλησμόνητο για το πόσο μικροί μπορούμε να είμαστε οι άνθρωποι παρά τα αξιώματά μας, παρά τις θεολογικές ή άλλες επιστημονικές μας γνώσεις, πόσο ανάξιοι ευλογημένου θάρρους και παρρησίας που μόνο ο Θεός μπορεί να χαρίσει μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις.   Περιμένουμε να κηρυχθεί διωγμός (τζιχάντ ή κάτι άλλο) για να μιλήσουμε με παρρησία και να ριψοκινδυνεύσουμε την ασφάλειά μας; Περιμένουμε να πολιτεύσουμε στον ουρανό σιωπώντας;   Δ.Τούντα⃰                 ⃰ Η Δ.Τούντα είναι θεολόγος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Ορθόδοξη Θεολογία και πτυχίου Επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
  • “Είναι καιρός οι Μουσουλμάνοι της Αλβανίας να δηλώσουν εάν είναι Αλβανοί ή όχι”
    “Είναι καιρός οι Μουσουλμάνοι της Αλβανίας να δηλώσουν εάν είναι Αλβανοί ή όχι”
    Του Αλβανού ποιητή KolecTraboini(ο τίτλος από το δημοσίευμα του άρθρου) Σεπτέμβριος 2, 2017. 21:50   Γιατί οι Αλβανοί χωρίς τον (χριστιανό) Γκιέργκι Καστριότι  δεν θα ήταν εκεί ούτε θα υπήρχαν.   Γεώργιος Καστριώτης (“Σκεντέρμπεης”) – ο Αλβανός πολέμαρχος στα χρόνια της Αλώσεως της Πόλης  Αυτή η αποκάλυψη του νέο-οθωμανισμού- ισλαμικού φανατισμού δεν έχει σταματήσει. Όχι μόνο με το μαζικό ξέσπασμα των μουσουλμάνων στην πλατεία Σκεντέρμπεη στην πρωτεύουσα της Αλβανίας, που δημιουργεί την εντύπωση ότι βρισκόμαστε στην Τουρκία ή στις αραβικές χώρες, αλλά αυτοί οι «ανεκτικοί» μουσουλμάνοι φαίνονται να καλύπτουν διακριτικά (τη θρησκεία) του  Γκιέργκι Καστριότι κάτω από μια μαύρη μπούρκα, όπως κάνουν με τις γυναίκες τους κάτω από βάρος του μεσαιωνικού θρησκευτικού φανατισμού.   Δείχνουν ότι δεν αισθάνονται ως δικό τους τον Γκιέργκι Καστριότι.    Αν παρατηρήσουμε τα γεγονότα στην Αλβανία, το Κοσσυφοπέδιο και την πρώην γιουγκοσλαβική δημοκρατία (των Σκοπίων), οι Αλβανοί τιμούν τον δολοφόνο των Αλβανών, τον σουλτάνο Μουράτ, και προσεύχονται για αυτόν, του έχουν κάνει μάλιστα και περίλαμπρο τάφο του Οθωμανού σουλτάνου και τον έχουν σαν τις κόρες των ματιών τους.   Εδώ δεν βλέπουμε κάποια ανοχή. Η ανοχή είναι υποτιθέμενη, γιατί αυτήν «πουλά» η κυβέρνηση στην Ευρώπη, ότι είμαστε μια μουσουλμανική κοινότητα με ανοχή στις άλλες θρησκείες και δεν βλέπουμε ότι μαζεύονται οι Αλβανοί στους δρόμους για να προσευχηθούν και ξεχνούν ότι ο εθνικός ήρωας των Αλβανών, ο Γκιέργκι Καστριότι, πολέμησε τους μουσουλμάνους των Οθωμανών.    Τον ήρωα των Αλβανών τον κρύβουμε, ενώ είναι ένας από τους σημαντικότερους και εξέχοντες ήρωες της Ευρώπης, ο Γκιέργκι Καστριότι.   Μετά από όλα αυτά, η μουσουλμανική κοινότητα, όποια και να είναι αυτή εκεί που υπάρχουν Αλβανοί, έχει το χρόνο να μιλήσει ανοιχτά και να δηλώσει εάν είναι Αλβανοί ή όχι. Γιατί, χωρίς τον Γκιέργκι Καστριότι δεν θα υπήρχαν Αλβανοί, ούτε καν θα υπήρχαμε.   Αυτή η πρόκληση του ανατολικού ισλαμικού φανατισμού είναι η μεγαλύτερη ντροπή και η μεγαλύτερη ατιμία που γίνεται στον εθνικό ήρωα των Αλβανών στην πατρίδα του.     Και το κράτος είναι σιωπηλό και γίνεται ένα με τους αρνητές, βλάπτοντας και αυτό την καρδιά του αλβανισμού.   Ακόμη, (το κράτος) λέει δημαγωγικά ότι το 2018 θα είναι η χρονιά του Σκεντέρμπεη.    Εδώ είναι η ειρωνεία.   Θα γιορτάσουν οι μέτριοι κυβερνώντες μας το έτος Σκεντέρμπεη κάτω από τον ισλαμικό μανδύα, για τον οποίο ο ίδιος ο ήρωάς μας πολέμησε…   The Hellenic Information Team                   Το παρόν άρθρο μεταφράστηκε και επιμελήθηκε από το  © Βαλκανικό Περισκόπιο -Γιῶργος Ἐχέδωρος http://www.echedoros-a.gr
  • «Απλά μείνε...» Μια όμορφη ιστορία ......
    «Απλά μείνε...» Μια όμορφη ιστορία ......
    Μια όμορφη ιστορία με ένα πολύ δυνατό μήνυμα για όλους μας… Μια νοσοκόμα οδήγησε τον κουρασμένο και πολύ αγχωμένο νεαρό στρατιωτικό στο θάλαμο. «Ο γιος σου είναι εδώ», είπε στον ηλικιωμένο που ήταν ξαπλωμένος στο μοναδικό κρεβάτι του δωματίου. Χρειάστηκε να επαναλάβει τα λόγια της αρκετές φορέςμέχρι να τον δει να ανοίγει με δυσκολία λίγο τα μάτια του. Ο ηλικιωμένος που είχε υποστεί ένα βαρύ καρδιακό επεισόδιο, κοίταξε προς το μέρος του στρατιωτικού. Άπλωσε το χέρι του. Ο νεαρός άντρας το έπιασε με τα δυο του χέρια και το έσφιξε δυνατά προσπαθώντας να του δώσει ένα μήνυμα αγάπης και ενθάρρυνσης. Η νοσοκόμα του έφερε μια καρέκλα για να μπορέσει να καθίσει δίπλα του στο κρεβάτι. Όλη την νύχτα ο νεαρός στρατιωτικός έμεινε καθισμένος σε αυτή την καρέκλα, σε αυτόν τον μισοσκότεινο θάλαμο. Μέχρι το πρωί ο νεαρός δεν έφυγε καθόλου από το πλάι του. Του κρατούσε το χέρι και τον ενθάρρυνε με λόγια αγάπης και αισιοδοξίας. Δεν ήταν λίγες εκείνες οι φορές που η νοσοκόμα μπήκε στον θάλαμο και του πρότεινε να φύγει για λίγο, για να ξεκουραστεί. Εκείνος κάθε φορά το αρνήθηκε ευγενικά. Ο νεαρός ήταν προσηλωμένος τόσο στον άρρωστο ηλικιωμένο, που ούτε καν έδινε σημασία στα γέλια και στις ομιλίες γιατρών και νοσηλευτών που ακούγονταν από το διάδρομο. Δεν του αποσπούσαν την προσοχή ούτε οι κραυγές πόνου και τα βογκητά των ασθενών από τους διπλανούς θαλάμους. Όλο το βράδυ μιλούσε στον ετοιμοθάνατο ηλικιωμένο χωρίς όμως να παίρνει καμία απάντηση. Μόνο κάποιες φορές ένιωθε το παγωμένο χέρι του ηλικιωμένου που προσπαθούσε να του σφίξει το δικό του. Την αυγή ο ηλικιωμένος πέθανε. Ο νεαρός στρατιωτικός άφησε το άψυχο χέρι του και πήγε να ειδοποιήσει τη νοσοκόμα. Στη συνέχεια επέστρεψε στον θάλαμο, στάθηκε όρθιος πάνω από το κρεβάτι του και την περίμενε να έρθει. Όταν εκείνη ήρθε, άρχισε να του λέει λόγια παρηγοριάς και συμπάθειας. Ο νεαρός άντρας όμως την διέκοψε. «Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος;» την ρώτησε. Η νοσοκόμα τρόμαξε. «Ήταν ο πατέρας σου», του απάντησε. «Όχι, δεν ήταν,» της είπε εκείνος. «Ποτέ δεν τον έχω ξαναδεί στη ζωή μου.» «Τότε γιατί δεν είπες κάτι όταν σε οδήγησα σ “αυτόν;» «Κατάλαβα αμέσως ότι είχατε κάνει λάθος. Κατάλαβα όμως επίσης ότι αυτός ο άνθρωπος χρειάζονταν τον γιο του και ο γιος του δεν ήταν εδώ. Όταν συνειδητοποίησα πόσο άρρωστος ήταν, δεν μπορούσα να του πω την αλήθεια. Δεν μπορούσα να του στερήσω τον γιο του τις τελευταίες του στιγμές. Με έστειλαν εδώ για να ενημερώσω κάποιον άλλο κύριο ότι ο γιος του σκοτώθηκε σε μια στρατιωτική άσκηση.Κάποιον κύριο Γουίλιαμ Γκρέι. Ποιο ήταν το όνομα του ηλικιωμένου που πέθανε;» Η νοσοκόμα συγκινημένη του απάντησε: «Γουίλιαμ Γκρέι…» Την επόμενη φορά που κάποιος θα σας χρειαστεί, απλά να είστε εκεί. Απλά μείνετε δίπλα του..
  • Μια ομορφη ιστορία
    Μια ομορφη ιστορία
    Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε. Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε. Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της. Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση. Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης. Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα». Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη. Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ...».
  • Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από ...
    Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από ...
    Κάποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. Καθώς έτρωγαν το πρώτο τους πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από τοπαράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της. “Ά, τα ρούχα δεν είναι και πολύ καθαρά”, σχολίασε, “η γειτόνισσα δεν ξέρει να πλένει καλά.Μάλλον χρειάζεται να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι”. Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα. Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα της, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια. Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη, όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει ηγειτόνισσα ήταν πιο καθαρά και είπε στον άντρα της : “Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους ναπλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε”. “Ξέρεις ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!” γύρισε και της είπε ο άντραςτης. (Έτσι συμβαίνει και στη ζωή. Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από το πόσο καθαρά είναι τα “τζάμια μας”)
  • Ψάχνω τον Θεό να μου πει…
    Ψάχνω τον Θεό να μου πει…
    ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ... Μία ανέκδοτη ιστορία που είπε κάποτε ο π. Μελέτιος. Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε. “Κάποτε ένας χωρικός... Κάποτε ένας χωρικός άκουσε στην εκκλησία ότι αν δώσεις ελεημοσύνη θα λάβεις εκατονταπλάσια από τον Θεό. Είπε λοιπόν στην γυναίκα του να δώσουν ως ελεημοσύνη το μοναδικό βόδι που είχαν και ο Κύριος θα τους επέστρεφε 100 βόδια για την καλή τους πράξη. Δεν δίστασε δε καθόλου να δώσει το βόδι του, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον Κύριο. Έδωσε λοιπόν το βόδι και περίμενε την ανταπόδοση από τον Θεό. Περνούσε ο καιρός και τα 100 βόδια δεν ερχόταν. Ένα πρωί λοιπόν αποφάσισε να ανέβει στο γειτονικό βουνό για να βρει τον Θεό και να τον ρωτήσει πότε θα του έδινε τα 100 βόδια που άκουσε στο κήρυγμα του ιερέα. Ανεβαίνοντας στο βουνό συνάντησε έναν ασκητή. «Πού πηγαίνεις;» ρώτησε ο ασκητής. «Πάω να βρω τον Θεό να τον ρωτήσω πότε θα μου στείλει τα εκατό βόδια , για την ελεημοσύνη που έκανα». «Όταν Τον συναντήσεις», είπε ο ασκητής, «ρώτησέ Τον και για μένα. Είμαι στο βουνό και ζω ασκητικά εδώ και σαράντα χρόνια. Κέρδισα τελικά την Βασιλεία των Ουρανών;». «Ευχαρίστως να Τον ρωτήσω» αποκρίθηκε ο χωρικός και συνέχισε τον δρόμο του. Λίγο πιο πάνω συνάντησε έναν γέρο άντρα με λευκή γενιάδα. «Ποιόν ψάχνεις;» ρώτησε ο γέροντας. «Άκουσα στην εκκλησία ότι αν κάνω ελεημοσύνη, θα πάρω εκατονταπλάσια από τον Θεό. Ψάχνω λοιπόν τον Θεό να μου πει πότε θα με ανταμείψει για την ελεημοσύνη μου». «Γύρνα στο σπίτι σου και σκάψε κάτω από το δέντρο στην αυλή σου. Θα βρεις ένα τσουκάλι με λίρες. Μη το πεις πουθενά, μόνο συνέχισε να βοηθάς τον κόσμο και δεν θα στερηθείς τίποτα στη ζωή σου». «Σε ευχαριστώ γέροντα. Και κάτι ακόμα. Ερχόμενος να σε βρω, συνάντησα έναν ασκητή και μου ζήτησε να σε ρωτήσω αν μετά από σαράντα χρόνια πνευματικών αγώνων και άσκησης, κέρδισε τελικά την Βασιλεία των Ουρανών». «Να πεις σε αυτόν τον ασκητή ότι κι άλλα σαράντα χρόνια να κάτσει στο βουνό δεν θα κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών. Τον ασκητή αυτόν του δίνω κάθε μέρα ένα παξιμάδι εδώ και σαράντα χρόνια. Σήμερα , ξέροντας ότι θα έρθεις του έδωσα δύο παξιμάδια , ένα για αυτόν και ένα για σένα. Αυτός όμως αντί να σου δώσει το ένα , τα κράτησε και τα δύο για τον εαυτό του , χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε μένα. Εσύ όμως χωρίς δισταγμό έδωσες το βόδι σου πιστεύοντας σε αυτό που άκουσες στην εκκλησία».
  • Θέλω να γίνω Χριστιανός (πραγματική ιστορία)
    Θέλω να γίνω Χριστιανός (πραγματική ιστορία)
      Τσο Σονγκ Αμ - Σεούλ Κορέας   Ξεκινήσαμε σχετικώς πρωί για τις φυλακές. Σε τρεις ώρες περίπου θα φτάναμε.   Σ’ όλη τη διαδρομή ήμουν ανήσυχος. Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν κορεατικές φυλακές και δεν ήξερα τι θα συναντούσαμε. Σκεφτόμουν διάφορα. Ο κ. Κιμ, ο Κορεάτης οδηγός, δεν φαινόταν κι αυτός να ‘χε όρεξη για πολλές κουβέντες. Σιωπηλοί και σκεπτικοί διανύαμε τα χιλιόμετρα που μας έφερναν όλο και πιο κοντά στις φυλακές. – Τι μπορεί, στ’ αλήθεια, να πάθει κανείς; Διέκοψε κάποια στιγμή την σιωπή. Να βρεθεί στα καλά καθούμενα στην φυλακή! – Πώς έγινε; τον ρώτησα. Δεν ξέρω πολλές λεπτομέρειες. Ξέρω μόνον ότι ο καημένος ο Γιοχάν είναι αθώος. – Ο Γιοχάν δεν είναι η μοναδική περίπτωση. Ξέρετε, πάτερ, πόσοι άνθρωποι βρίσκονται άδικα στη φυλακή μετά την τελευταία οικονομική κρίση που έπληξε την Κορέα1; Ένας από αυτούς είναι κι ο δικός μας Κατηχούμενος. Ήταν συνέταιρος, συνέχισε να μου εξηγεί ο κ. Κιμ, με κάποιον σε μία επιχείρηση. Τελευταία οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Η επιχείρηση φαινόταν πως οδηγούνταν στην διάλυση. Ο Γιοχάν έδειξε εμπιστοσύνη στον συνέταιρό του και την πάτησε. Εκείνος βλέποντας την άσχημη κατάσταση μπόρεσε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του Γιοχάν, να πάρει όσα χρήματα είχαν στις Τράπεζες και να φύγει στο εξωτερικό. Έμεινε πίσω ο Γιοχάν να χρωστάει τεράστια ποσά. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, από την μία μέρα στην άλλη βρέθηκε στην φυλακή! – Η οικογένειά του; – Έπιασε, ευτυχώς, δουλειά η γυναίκα του και τα ψευτοβγάζουν… Βυθισμένοι και πάλι στις σκέψεις μας μέναμε σιωπηλοί. Μέχρι που φτάσαμε έξω απ’ την τεράστια σιδερένια εξώπορτα της φυλακής. – Κύριε Κιμ, πόσοι είναι οι κρατούμενοι; – Πολλοί, μου απάντησε απρόθυμα. Δώσαμε τα στοιχεία μας και μπήκαμε στην λίστα αναμονής. – Βλέπετε, πάτερ, μου λέει ο κ. Κιμ και μου έδειξε το γραφείο παραλαβής και ελέγχου αντικειμένων. Οι φύλακες κι όχι οι ίδιοι οι επισκέπτες, δίνουν στους κρατούμενους αυτά που τους φέρνουν. Οι φυλακισμένοι δεν έχουν καμιά σωματική επαφή με τους επισκέπτες τους. Άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο αυστηρά ήταν τα μέτρα ασφαλείας. Ήρθε η σειρά μας. Παραδώσαμε για έλεγχο ένα βιβλίο, λίγους ξηρούς καρπούς, ένα κομποσχοίνι και έναν μεταλλικό Σταυρό. Μας επέστρεψαν ως απαράδεκτα το κομποσχοίνι και τον Σταυρό! – Αυτά δεν επιτρέπονται. – Μα γιατί, διαμαρτυρήθηκα. – Απαγορεύεται από τον Νόμο, μας εξήγησε με το γνωστό ασιατικό χαμόγελο μία ένστολη δεσποινίδα, που δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω συζητήσεις. – Πάτερ, μην επιμένετε, με συμβούλευσε ο κ. Κιμ. Φοβούνται τις αυτοκτονίες, που τον τελευταίο καιρό έχουν αυξηθεί δραματικά. Απαγορεύουν κάθε τι με το οποίο μπορεί κάποιος να αφαιρέσει την ζωή του. – Κατάλαβα, είπα και κάθισα σε έναν πάγκο αμίλητος. Μία σκέψη μόνο κυριαρχούσε έντονα στο μυαλό μου: Οι επισκέψεις των πρώτων Χριστιανών στους κρατουμένους για την πίστη τους στον Χριστό. Με πόσες δυσκολίες τους επισκέπτονταν. Και με πόσες προφυλάξεις. Διακινδυνεύοντας την ίδια τους την ζωή, τους μετέφεραν την Θ. Κοινωνία! Μετά από μίας ώρας αναμονή ήρθε η σειρά μας. Δρασκελίσαμε το κατώφλι της εξώπορτας με χαρά που θα βλέπαμε τον Γιοχάν, αλλά και με δυσαρέσκεια για την ολιγόλεπτη άδεια επισκέψεως. – Τι να πρωτοπείς μέσα σε πέντε λεπτά; μουρμούρισα. Περάσαμε από τις πόρτες ασφαλείας και φθάσαμε σ’ έναν μεγάλο διάδρομο. Ένας τοίχος χώριζε τους κρατουμένους από τον έξω κόσμο. Από τη μέσα κι έξω μεριά του τοίχου υπήρχαν σ’ όλο το μήκος του κολλημένοι θαλαμίσκοι δύο ατόμων. Στον εσωτερικό θάλαμο ο κρατούμενος με τον δεσμοφύλακα-πρακτικογράφο και στον εξωτερικό οι επισκέπτες. Στο ύψος του προσώπου μας ένα παράθυρο με χοντρές σιδεριές κι ένα παχύ τζάμι με μικρές τρύπες μόλις για να ακούγεται η συνομιλία. Καμιά άλλη δυνατότητα ανθρώπινης σωματικής επαφής. Ο Γιοχάν ερχόμενος από μακριά, μόλις μας αντίκρυσε έκανε την γνωστή ασιατική υπόκλιση και το σημείο του Σταυρού. Συγκλονίστηκα. Η σκέψη μου έτρεξε ασυναίσθητα και πάλι τους πρώτους Χριστιανούς. Το ένιωθες πως δεν υπήρχε καμιά ουσιαστική διαφορά, εκτός απ’ αυτήν του χρόνου και του τόπου. Ήταν συγκινημένος. Μετά από τα πρώτα λόγια επικοινωνίας μας εξέφρασε το παράπονό του. Καταλάβαμε πως περνούσε δύσκολες στιγμές. Η αδικία του συνεργάτη του τον είχε τσακίσει. Η πίστη του είχε κλονιστεί. – Γιατί, ξέσπασε, να βασανίζομαι άδικα; Γιατί το επιτρέπει αυτό ο Θεός; Αφού είμαι αθώος. Γιατί… Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα. Τέτοιες στιγμές καταλαβαίνεις την μεγάλη αξία που έχει η σωματική επαφή. Να μην μπορείς να σφίξεις το χέρι του συνανθρώπου σου για να του ζεστάνεις την καρδιά του! Καθώς έκλαιγε σαν μικρό παιδί, ο δεσμοφύλακας-πρακτικογράφος σήκωσε τα μάτια του απ’ τα χαρτιά του και με κοίταξε κατάματα. Ένιωσα σαν να μου έλεγε: – Ορίστε, λοιπόν. Για να δούμε τι απάντηση έχει η θρησκεία σου να δώσει στο πρόβλημα αυτού του ταλαίπωρου ανθρώπου! Την ώρα που ο κ. Κιμ προσπαθούσε κάτι να πει για να δώσει λύση στην αμηχανία της στιγμής, μίλησα με τον Θεό. Του ζήτησα τον φωτισμό Του. Τον παρακάλεσα. Εκείνος να «μιλήσει», να «εξηγήσει»… Ύστερα πήρα το θάρρος και του είπα: – Κάνε υπομονή. Μπορεί ο Θεός να επέτρεψε να βρεθείς στην φυλακή για να κάνεις γνωστό το όνομά Του σε κάποιες ψυχές που ψάχνουν να Τον βρουν. Πού ξέρεις. Θυμήσου τις ιστορίες απ’ την ζωή των μαρτύρων. Θυμήσου τον Απόστολο Παύλο τι έγραφε μέσα από το κελί της φυλακής. Θυμήσου αυτά που λέγαμε πέρυσι στην κατήχηση. – Σας ευχαριστώ, πάτερ. Χρειάζομαι βοήθεια. Είμαι αδύναμος στην πίστη. Η μοναξιά της φυλακής, ένα χρόνο τώρα, μ’ έφερε σε απελπισία. Συγγνώμη… – Σε καταλαβαίνω. Είναι ανθρώπινο να κλονιστεί κανείς μετά από μία τέτοια αδικία, που την πληρώνει, μάλιστα, τόσο πολύ ακριβά. Στη θέση σου δεν ξέρω κι εμείς τι θα κάναμε. Σε παρακαλούμε, όμως, στο όνομα του Θεού της Αγάπης στον Οποίο πιστεύουμε, δείξε μεγαλοψυχία στον συνέταιρό σου. Συγχώρα τον, μέσα από την καρδιά σου, για ό,τι σου έκανε. Έτσι θα ηρεμήσεις. Και μην ξεχνάς να προσεύχεσαι για την σωτηρία του. Αυτό δεν μας δίδαξε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό; Προσπάθησε με το παράδειγμά σου να μιλήσεις για τον Χριστό στους συγκρατουμένους σου. – Ποιος να καταλάβει από τέτοια, πάτερ, εδώ μέσα. Η φυλακή αγριεύει τον άνθρωπο. Άλλωστε, όπως ξέρετε, οι περισσότεροι εδώ μέσα είναι βουδδιστές ή άθρησκοι. – Προσπάθησε εσύ και τ’ άλλα άφησέ τα στα χέρια του Θεού. Κάποιες φορές υπάρχουν άνθρωποι όχι μακριά μας, αλλά δίπλα μας, πολύ κοντά μας που αναζητούν τον αληθινό Θεό της Αγάπης και της Συγγνώμης. Διψούν για λίγη ζεστασιά και πρέπει εμείς οι Χριστιανοί να τους προσφέρουμε… Καθώς μιλούσα, από την μία έβλεπα τον Γιοχάν να συνέρχεται, να ξαναβρίσκει την κλονισμένη πίστη κι εμπιστοσύνη του στον Θεό και απ’ την άλλη τον δεσμοφύλακα-πρακτικογράφο να γράφει και να με κοιτάζει περίεργα. Όταν συναντιόντουσαν οι ματιές μας έξυνε αμήχανα το κεφάλι του σαν να ήθελε να πει κάτι. Στο τέλος τ’ αποφάσισε και μίλησε. – Θέλω να γίνω Χριστιανός! μας είπε. – Τι; – Ναι, χρόνια ψάχνω να βρω έναν Θεό που να διδάσκει την αγάπη, όπως την άκουσα από σας σήμερα… Οι τελευταίες λέξεις του καλύφθηκαν από τον εκκωφαντικό θόρυβο της σειρήνας που ειδοποιούσε για την λήξη του πεντάλεπτου. Καθώς φεύγαμε, αφήναμε πίσω μας τον Γιοχάν με το πρόσωπό του να λάμπει από χαρά και έναν «κρυπτοχριστιανό» -τον δεσμοφύλακα- να φωνάζει προστακτικά να περάσει ο επόμενος φυλακισμένος στον θαλαμίσκο του επισκεπτηρίου. – Γιοχάν, πρόλαβα να πω με υπονοούμενα, τον δεσμοφύλακα και τα μάτια σου…
  • Συγκλονιστικό θαύμα - Σταυρός πάνω σε ξύλο!
    Συγκλονιστικό θαύμα - Σταυρός πάνω σε ξύλο!
    Συγκλονιστικό  - Σταυρός πάνω σε ξύλο! Με μια απίστευτη εικόνα ήρθαν αντιμέτωποι άνθρωποι στο Άνω Κοσσυφοπέδιο, όπου αντίκρισαν σε ξύλο δέντρου σχηματισμένο έναν σταυρό!!!  
  • Έκπληκτοι οι Τούρκοι από τα συνεχή ευρήματα των ανασκαφών στη Σινώπη
    Έκπληκτοι οι Τούρκοι από τα συνεχή ευρήματα των ανασκαφών στη Σινώπη
    Από έκπληξη σε έκπληξη πέφτουν οι Τούρκοι από τις συνεχιζόμενες ανασκαφές στον ελληνορθόδοξο ναό αφιερωμένο στον Ιησού Χριστό, «Hazreti İsa», στην Σινώπης του Πόντου.Τα καταπληκτικά ευρήματα είναι ένας χαρακτηριστικός σταυρός που προκάλεσε δέος στους ανασκαφείς και φυσικά τα οστά που είναι θαμμένα πέριξ και στα θεμέλια του ναού, κτισμένος τον όγδοο αιώνα, ανακαινίστηκε τον δέκατο τρίτο αιώνα και τα οποία ανέδιδαν την ιερότητα αυτών που θαφτήκαν στο ιερό αυτό μέρος . Τις ανασκαφές διενεργούν σύμφωνα με τον νομάρχη Yavuz Selim Köşger, 35 ειδικευμένοι εργάτες που συνεχίζουν με ιδιαίτερη προσοχή το έργο τους Ο προϊστάμενος των ανασκαφών Τούρκος αρχαιολόγος καθηγητής Koroğlu, δήλωσε ότι θα συνεχιστούν οι εργασίες στον ιερό ναό όπου κάθε φορά παρουσιάζεται και μια καινούργια μεγάλη έκπληξη που επιβεβαιώνει και την ιερότητα του μεγαλοπρεπή αυτού ελληνορθόδοξου ναού της Σινώπης του Πόντου μιας ακόμα ελληνικής πατρίδας στην περιοχή αυτή. ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ πηγή: www.pentapostagma.gr
  • Ιστορία για έναν ορειβάτη
    Ιστορία για έναν ορειβάτη
    Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, που θέλησε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο βουνό. Η νύχτα έπεσε βαριά και ο άντρας δεν έβλεπε τίποτα, όλα ήταν μαύρα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άντρας ανέβαινε, γλίστρησε λίγο πριν την κορυφή του βουνού και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της ταχύτητας να τον τραβά. Συνέχισε να πέφτει και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου, ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του. Σκεφτόταν τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα, μόνο το σχοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμμιάς άλλης επιλογής, φώναξε: -Θεέ μου, βοήθησέ με... Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε: -Τί θέλεις να κάνω...; -Σώσε με, Θεέ μου. -Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω...; -Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορεις!! -Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου... Στο σημείο αυτό σκέφτηκα: Θεέ μου, τί ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του ζητάς να κόψει το σχοινί, το μόνο πράγμα που τον κρατάει ζωντανό..; Εγκατέλειψα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη. Αλήθεια, εγώ τί θα έκανα;;; Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σχοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σχοινί ΜΟΛΙΣ 3 ΜΕΤΡΑ πάνω από το έδαφος... Εσύ και εγώ, πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας;;
  • Η ιστορία ενός μολυβιού
    Η ιστορία ενός μολυβιού
    Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε: - Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα; Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της: - Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό. Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο. - Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου! - Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο. Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του. Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου. Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου. Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.
  • Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο Θεός!
    Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο Θεός!
    Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευτες στερήσεις και δυσκολίες, όμως, με μία μοναδική αξιοπρέπεια! Αυτή, ήταν η κυρα-Βασιλική.   Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με την σορό της, που ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα, κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Στην πορεία της κηδείας, ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της και συζητούσαν για τα βάσανα που είχε περάσει όσο αυτή ζούσε, όταν, ξαφνικά, ευωδίασε όλος ο γύρω τόπος: χιλιάδες άνθη και λουλούδια να υπήρχαν, πραγματικά, δεν θα μύριζαν τόσο! Όλοι τους, παραξενεύτηκαν και απόρησαν. Αλλά δεν είχαν καμμία εξήγηση να δώσουν γι' αυτό. Ανάμεσα σ' εκείνους που την συνόδευαν, ήταν κι ένα πνευματικό τέκνο του μακαριστού Πατρός Γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη (1912-2006), χαρισματικού Πνευματικού της Ιεράς Μονής Δαδίου. Μετά από λίγες μέρες από αυτό το θαυμαστό, αλλά, για πολλούς ανεξήγητο γεγονός, πήγε προς τον θεοφώτιστο Γέροντα Αμβρόσιο αυτό το πνευματικό του τέκνο, αναφέροντάς του το όλο συμβάν. Πολύ λακωνικά και επιγραμματικά, του είπε μονάχα ότι, «μία γυναίκα πέθανε και ευωδίασε ο τόπος». Αυτό, μόνον. Ο Γέροντας Αμβρόσιος, στην αρχή, έμεινε σιωπηλός. Έπειτα, μπήκε μέσα στο δωμάτιό του, έμεινε για λίγο εκεί, και μετά επέστρεψε. Λέγοντας τα παρακάτω εξηγηματικά και κατατοπιστικά λόγια: - Αυτή, αγίασε! Και, ξέρεις τον λόγο; Γιατί, ποτέ στην ζωή της, δεν παραπονέθηκε! Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο Θεός! Για να γεμίσει τον Παράδεισο και να κάνει την Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες; «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης - Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου», μέρος α΄, κεφ. 3ο, σελ. 100, εκδ. (α’) Π. Κυριακίδη, Αθήνα Νοέμβριος 2008.
  • Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!
    Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!
    "...Αυτός ο τσοµπάνος, που πήγε στον Παράδεισο, τον λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια και ζούσε µε την γυναίκα του απ' τον κόσµο µακρυά, µε τα ζωντανά του και δεν κατέβαινε στο χωριό, παρά µονάχα... για να πουλήση τα τυριά του και να ψουνίση τα χρειαζούµενα", ξεκίνησε να λέη ο Προκόπης. "Μιαν ηµέρα το λοιπόν, όπου βρέθηκε στο χωριό για τις δουλειές του, πήγε να ανάψη ένα κερί στην εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος και καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ο παπάς στους χωριανούς του και τους έλεγε το κήρυγµα για τον ίσιον δρόµο του Θεού, που πάει ολόισια στον Παράδεισον, αν δεν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να τραβούµεν ίσια και να είµαστε συµπονετικοί για κάθε άνθρωπον, όταν έχει την ανάγκην µας. Νά 'µαστεν δηλαδή ψυχηκάρηδες και να ελεούµε, γιατί το ίδιο κάνει και ο Θεός και ελεεί τον κόσµον όλον για να ζη και να πορεύεται. Κι όποιον δει πως κάνει κι αυτός το ίδιο, τον συµπαθά πολύ και τον παίρνει στον Παράδεισον, όπου είναι η ζωή µεγαλείο ατελείωτον! Έτσι τα έλεγεν ο παπάς κι έτσι πρέπει να είναι, κατά την γνώµην µου. Η Εκκλησία δεν λέγει ποτέ της ψέµατα και γιατί να τα πη, µαθές;"   Όλοι ακούγαµε τον απλοϊκόν τσοµπάνο, που µιλούσε µε τον δικό του παραστατικόν τρόπο και κάθε λίγο σκούπιζε τα µουστάκια του, άγνωστον γιατί, και δεν έδειχνε δυσκολία στο να εκφραστή αυθόρµητα και να πη την πίστη του.  Ο φίλος µου, που είχε ενθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας την µικρή παύση στην διήγηση του Προκόπη: - Και µετά τι έγινε: Πώς πήγε στον Παράδεισον;   "Όταν γύρισε στο καλύβι του, το είπε στην γυναίκα του χαρούµενος αυτό το ευχάριστο µαντάτο και της είπε πως θα πάει την άλλη µέρα να συναντήση τον Θεό. Έτσι κι έγινε. Την άλλη µέρα πήρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε την κυρά του και ξεκίνησε για τον Παράδεισο. Πήρε τον ίσιον δρόµο και προχωρούσε ανάµεσα στα χωράφια, χωρίς να στρίβη δεξιά κι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς, και το βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο και συνέχισε την άλλη µέρα τον ίσιο δρόµο για τον Παράδεισο.   Έφαγε και το ψωµοτύρι, που είχε µαζί του, και συνέχισε και την τρίτη µέρα και την τέταρτη. Το ένα βουνό ανέβαινε, το άλλο κατέβαινε. Την πέµπτη µέρα πείνασε πολύ και σκέφτηκε τι να κάνη και που να βρη τροφή. Κι όταν ανέβηκε το βουνό, που ήταν µπροστά του, είδε στην απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. Έσυρε λοιπόν και πήγε. Χτύπησε την πόρτα και ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς το Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στον δρόµο του. Τον βάλανε λοιπόν µέσα στην εκκλησιά του Μοναστηριού να περιµένη, ώσπου να του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τις εικόνες και τις θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, ολοζώντανες. Μόνο, που δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε το µάτι του και είδε στον σταυρό σταυρωµένον κι ολόγυµνο και µατωµένον τον Χριστό, αναφώνησε: - Ώχου, το παλληκάρι, το λαβώσανε οι άτιµοι! Ώχου και τον έχουν κρεµασµένον ακόµα! Την ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο και τούπε να φάη", συνέχισε ο Προκόπης. "Ο καλόγερος όµως µπαίνοντας τον άκουσε, που µιλούσε στον σταυρωµένον και τον ρώτησε: - Μιλούσες µε κανέναν, αδερφέ; Ο Μαυρογένης, που υποψιάστηκε τον καλόγερον, πως είναι απ' αύτούς, που τον σταυρώσανε, δεν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στον σταυρωµένον: - Ε, παλληκάρι! Μπορείς να κατέβεις από 'κει πάνω, να 'ρθης να φάµε µαζί αυτά, που µου φέρανε; Θες να 'ρθω να σε κατεβάσω εγώ;   - Όχι. Μπορώ και µόνος µου να κατέβω. Έρχοµαι. Κατέβηκε το λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω", συνέχισε ο Προκόπης την αφήγησή του, "κάθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µε τον τσοµπάνο. Εκείνος τούπε να τον πάρη µαζί του, τώρα που πάει να συναντήσει τον Θεό. - Θέλεις να σε πάρω κι εσένα; Ο Θεός είναι καλός και θα σε λυπηθή και θα σε βάλη και σένα στον Παράδεισο. Εγώ γι' αυτό πάω στον Θεό. Έρχεσαι µαζί µου;  Δεν πρόλαβε όµως ο Σταυρωµένος ν' αποκριθή, γιατί ακούστηκε να έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στον σταυρό κι έµεινε µε ανοιγµένα χέρια. Και ο καλόγερος ρώτησε τον τσοµπάνο: - Τώρα, µη µου πης πως δεν µίλαγες µε κανέναν. Σ' άκουσα µε τα ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µε ποιόν µιλούσες; Ο Μαυρογένης φοβήθηκε στην αρχή, δίστασε και στο τέλος είπε στον καλόγερο πως μιλούσε με το κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, που το λυπήθηκε και το κάλεσε να φάνε μαζί το βρισκάμενο. Και είπε στον καλόγερο: - Μη με μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω να πάω στον Παράδεισο και ο παπάς του χωριού μας είπε να πάρουμε τον ίσιο δρόμο και να είμαστε ψυχοπονιάρηκα. Κατάλαβες; Το λυπήθηκα λοιπόν το παλληκάρι και το κάλεσα να πάρη κι αυτό μια μπουκιά ψωμί. Κακό έκανα;   - Όχι, όχι, καλά έκανες και πάντα να συμπονάς τους αναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ο καλόγερος με τα όσα του είπε ο τσομπάνος. Κι έτρεξε και τα φανέρωσε όλα στον Ηγούμενό του. Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οι καλόγεροι με τον Ηγούμενο στην εκκλησιά και βάλανε μετάνοια στον τσομπάνο, που έφαγε μαζί με τον Σταυρωμένο Χριστό και τον παρακαλέσανε να πει καμμιά καλή κουβέντα και γι' αυτούς, όταν συναντήσει τον Θεό. - Άμα τον δω τον Θεό, θα Του πω και για σας, αλλά γιατί το κρατάτε σταυρωμένο το παλληκάρι; Τι σας έκανε; Κατεβάστε το να φάη και να ντυθή, που είναι ολόγυμνος και πληγωμένος. Κι αν δεν τον θέλετε εσείς εδώ, τον παίρνω εγώ μαζί μου.   Εκείνοι κοκκαλώσανε απ' την καλωσύνη και την αθωότητα του Μαυρογένη και, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τον συνόδεψαν κάμποσο στον ίσιο δρόμο που ακολουθούσε κι όταν εκείνος απομακρύνθηκε, τον βλέπανε που δεν πάταγε στην γη, αλλά περπατούσε στον αέρα μέχρι, που χάθηκε απ' τα μάτια τους. Αυτός ο καλός άνθρωπος για μένα θα πήγε στον Παράδεισο το δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τους πονεμένους, όπως κάνει κι ο Θεός. Εγώ γράμματα δεν ξέρω για να τα πω πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τον παππού μου τον Χαραλάμπη, που έλεγε πως ό,τι κάνεις σ' αυτήν την ζωή, τα ίδια θα σου κάνουνε κι εσένα στην άλλη. Κι αυτό το πιστεύω. Αυτή εναι n Ιστορία, που άκουσα". Από το βιβλίο του Π.Μ. Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου», εκδ. Αστήρ
  • Η αγάπη δεν αγοράζεται…
    Η αγάπη δεν αγοράζεται…
    Ένας αγρότης πουλούσε κουταβάκια.Έφτιαξε λοιπόν μια πινακίδα κι όπως έβαζε το τελευταίο καρφί, αισθάνθηκε κάποιον να τον τραβά από το μανίκι. Γύρισε κι είδε ένα μικρό αγόρι. »-Κύριε, θέλω να αγοράσω ένα κουταβάκι» είπε το αγόρι. Ο αγρότης σκέφτηκε λίγο και απάντησε: -«Ξέρεις, αυτά τα κουταβάκια είναι από πολύ σπουδαίους γονείς και στοιχίζουν πολλά χρήματα.» Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι για ένα λεπτό. Μετά έβγαλε από τη τσέπη του μερικά κέρματα… τα έτεινε στον αγρότη και ρώτησε: – «έχω αυτά τα χρήματα. Φτάνουν για να αγοράσω ένα κουταβάκι;»   Ο αγρότης έβγαλε ένα σφύριγμα και στη στιγμή πετάχτηκε από το σκυλόσπιτο η μαμά σκύλα κι από πίσω της τρέχοντας πέντε γούνινες μπαλίτσες. Το αγόρι τα κοιτούσε με μάτια γεμάτα ευτυχία. Ξαφνικά, είδε μια ακόμα γούνινη μπαλίτσα να έρχεται προς το μέρος τους, ακολουθώντας όμως με μεγάλη δυσκολία τα άλλα κουτάβια. Σερνόταν και αγωνιζόταν να τα φτάσει. -«Αυτό θέλω» είπε το αγόρι… – «Μα δεν μπορείς να πάρεις αυτό» είπε ο αγρότης. «Δεν θα μπορέσει ποτέ να τρέξει και να παίξει όπως τα άλλα κουτάβια»… Το αγόρι έσκυψε και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του αποκαλύπτοντας δύο ατσάλινες λάμες να συγκρατούν το πόδι του και να καταλήγουν σε ένα ειδικό παπούτσι… – «Βλέπετε κύριε» είπε το αγόρι,ούτε κι εγώ μπορώ να τρέξω πολύ καλά και θα χρειαστεί στη ζωή του κάποιον να τον καταλαβαίνει»…Ο αγρότης με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, πήρε το κουτάβι και το απόθεσε στην αγκαλιά του αγοριού. -"Πόσο κάνει;" ρώτησε το αγόρι. - "Τίποτα δεν κάνει", απάντησε ο αγρότης... Το μικρό αγόρι του είχε δώσει το μεγαλύτερο μάθημα ζωής... ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ...