ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΑΝΗΣ ΙΛΙΟΥ               Μη μετανιώνεις γι΄ αυτά που έδωσες. Άσε τους άλλους να μετανιώνουν που δεν τα εκτίμησαν!               Αύριο είναι Κυριακή.               Μάνα συγνώμη και . . . σ’ ευχαριστώ για όλα!               

Διάφορα - Διδακτικά

  • “ΦΟΡΤΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑ…”
    “ΦΟΡΤΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑ…”
    ‘Ελεγε ο όσιος Παΐσιος: “Βλέπω παιδιά ποὺ ἔχουν τελειώσει ὄχι μόνο Λύκειο ἀλλὰ καὶ Πανεπιστήμιο νὰ γράφουν κάτι γράμματα, νὰ κάνουν κάτι λάθη… Ἐμεῖς τοῦ Δημοτικοῦ ἤμασταν καὶ τέτοια λάθη δὲν κάναμε. Καὶ ἄν εἶναι φοιτητές τῆς Φιλολογίας ἤ τῆς Νομικῆς, κάτι γίνεται. Ἄν εἶναι ἄλλης Σχολῆς, δὲν ξέρουν νὰ γράψουν. Ἐνῶ τὸ Σχολαρχεῖο παλιά ἦταν… (σαν Πανεπιστήμιο). Ἐδῶ βλέπεις καὶ στὸ Δημοτικό πόσα μάθαιναν τότε τὰ παιδιά, πόσο μᾶλλον στὸ Σχολαρχεῖο! . Σήμερα τὰ φορτώνουν ἕνα σωρό καὶ τὰ μπερδεύουν. Τὰ μπουχτίζουν στὰ γράμματα χωρίς πνευματικό ἀντιστὰθμισμα. Στὰ σχολεῖα τὰ παιδιά πρέπει πρῶτα νὰ μαθαίνουν τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μικρά παιδιά νὰ πᾶνε νὰ μάθουν ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικά –ἐνῶ Ἀρχαῖα νὰ μή μάθουν – μουσική, τὸ ἕνα, τὸ ἄλλο… Τί νὰ πρωτομάθουν; Ὅλο γράμματα καὶ ἀριθμούς καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι νὰ μάθουν, γιὰ τὴν Πατρίδα τούς κ.λπ., δὲν τὰ μαθαίνουν. Οὔτε πατριωτικά τραγούδια οὔτε τίποτε. Πιάσε ἕνα ἀπὸ τὰ σημερινά παιδιά τώρα καὶ ρώτησε τὸ: «Σὲ ποιό νομό εἶναι τὸ χωριό σου; Πόσο πληθυσμό ἔχει;». Δὲν ξέρει νὰ σοῦ πῆ. Σοῦ λέει: «Θὰ πάω στὸ Πρακτορεῖο, θὰ πάρω τὸ λεωφορεῖο καὶ θὰ μὲ πάη στὸ χωριό. Ἀφοῦ ξέρει ὁ εἰσπράκτορας, θὰ τοῦ πῶ ὅτι θέλω νὰ πάω στὸ τάδε χωριό, θὰ πληρώσω καὶ θὰ μὲ πάη». Ἐμεῖς στὸ Δημοτικό ξέραμε ὅλον τὸν κόσμο ἄπ΄ ἔξω. Γιατί ἔπρεπε νὰ ξέρης ἄπ΄ ἔξω τὶς πόλεις ὅλων τῶν κρατῶν ἀπὸ πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους καὶ ἄνω. Μετά ἔπρεπε νὰ ξέρης τὰ μεγαλύτερα ποτάμια στὸ φάρδος καὶ στὸ μάκρος καὶ τὰ ἀμέσως μικρότερα, τὰ μεγαλύτερα βουνά κ.λπ. –πόσο μᾶλλον τῆς Ἑλλάδος! Τὸ ἔχω δεῖ καὶ σὲ μεγάλους ὄχι μόνο σὲ μικρά παιδιά· φοιτητής νὰ μήν ξέρη πόσους κατοίκους ἔχει ἡ πόλη στὴν ὁποία σπουδάζει! Ρώτησα ἕναν ποιό εἶναι τὸ μεγαλύτερο βουνό τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἤξερε. Ποιό εἶναι τὸ μεγαλύτερο ποτάμι, τίποτε. Τὸ πιὸ μικρό, οὔτε αὐτό. Φοιτητής καὶ νὰ μήν ξέρη τίποτε γιὰ τὴν Πατρίδα του! Θὰ΄ ρθοῦν μετά οἱ … «φίλοι»μας, οἱ γείτονες, καὶ θὰ τοῦ ποῦν: «Αὐτή δὲν εἶναι πατρίδα σου· εἶναι πατρίδα δική μας», καὶ θὰ τούς ἀπαντήση: «Καλά λέτε, ἔτσι εἶναι»! Καταλάβατε; Ἐκεῖ πᾶμε! Ἄν ρωτήσης ὅμως τὰ σημερινά παιδιά γιὰ τὸ ποδόσφαιρο ἤ γιὰ τὴν τηλεόραση, τὰ ξέρουν ὅλα καὶ ὅλους ἄπ΄ ἔξω.   Καὶ βλέπεις, ἦρθαν παιδιά ἀπὸ τὴν Ἀλβανία καὶ ἤξεραν γράμματα. «Ποῦ τὰ μάθατε τὰ γράμματα;», ρωτᾶς τούς Βορειοηπειρῶτες. «Στὶς φυλακές», σοῦ λένε. Ἐκεῖνα τὶς φυλακές τὶς ἔκαναν σχολεῖα. Τὰ δικά μας τὰ παιδιά τὰ σχολεῖα τὰ ἔκαναν φυλακές· κλείστηκαν μόνα τους μέσα μὲ τὶς καταλήψεις… Τὰ παιδιά σήμερα, ἰδίως στὴν ἐφηβική ἡλικία, εἶναι ζαλισμένα· πιὸ πολύ στὸ Γυμνάσιο καὶ στὸ Λύκειο. Στὸ πανεπιστήμιο εἶναι πιὸ ὥριμα. Ἐκεῖ ἄλλωστε, ὅποτε θέλουν πηγαίνουν. Καὶ ἀντί νὰ λάβουν ὁρισμένα μέτρα γιὰ τὴν παιδεία, κάνουν χειρότερα. Καὶ ὅλα, βλέπω, τὰ πνευματικά πώς τὰ ἀλλοιώνουν. Ἄκου τώρα προσευχή (1) σὲ ἀναγνωστικό τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου: «Παναγιά μου, τὸ μωρό σου εἶναι τὸ πιὸ ὄμορφό του κόσμου»! Βρέ, τί πάθαμε! Παλιά τί μάθαιναν τὰ παιδιά στὸ σχολεῖο καὶ τώρα τί μαθαίνουν! «Γιδούλα τετραπέρατη, κατσικοστριφτοκέρατη, μάσε τὰ διαβολάκια σου… νὰ κάνουν κατσικόγαλο, νὰ φᾶνε τὰ ἐγγονάκια σου, τὰ τρελλοδιαβολάκια σου» (2). Ἄντε τώρα νὰ μαθαίνουν τέτοια πράγματα μικρά παιδιά! Ἀλλά τὸ κάνουν γιὰ νὰ προβάλουν τὸν διάβολο, ὅποτε ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Σατανιστές κάνουν τὴν δουλειά τους. Ὁ Θεὸς νὰ βάλη τὸ χέρι Του, γιατί τώρα δὲν βοηθιοῦνται νὰ ἀλλοιώνωνται τὰ παιδιά, μὲ τὴν καλή ἔννοια, ἀλλὰ νὰ δαιμονίζωνται. Καὶ μὲ τὶς γνώσεις ποὺ παίρνουν, δὲν μαθαίνουν νὰ δουλεύουν καθόλου τὸ μυαλό, γι’ αὐτὸ δὲν παίρνει στροφές. Ἀλλά μυαλό ποὺ δὲν παίρνει στροφές ἔχει ἀντάρα μέσα. Αὐτοί ποὺ ἔκαναν ἐφευρέσεις, δούλευαν τὸ μυαλό τους. Βρίσκονταν σὲ μία ἀνάγκη, σκέφτονταν πῶς θὰ τὴν ξεπεράσουν. Σήμερα οἱ περισσότεροι κοιτάζουν τί γράφουν τὰ βιβλία, τί γράφουν οἱ σημειώσεις. Σ΄ αὐτὰ παραμένουν· τίποτε παραπάνω καὶ ὅλο νούμερα καὶ ἀριθμούς ἔχουν· αὐτή ἡ βίδα στὸ νούμερο 1, ἡ ἄλλη στὸ νούμερο 2, καὶ ἄν τύχη νὰ πάθη τίποτε καμμιά βίδα καὶ δὲν δουλεύη τὸ μηχάνημα, ἀμέσως: «Νὰ φωνάξουμε τὸν μηχανικό». Δὲν τούς κόβει νὰ πάρουν μία λίμα, νὰ ἀνοίξουν λίγο τὴν τρύπα, γιὰ νὰ χωρέση ἡ βίδα, ἤ νὰ πάρουν λίγο πλαστικό, νὰ τυλίξουν τὴν βίδα, γιὰ νὰ σφίξη, ἀλλὰ ἀμέσως: «Νὰ φωνάξουμε τὸν μηχανικό», λένε. Τί νὰ πῶ; Καὶ οἱ τηλεοράσεις καὶ τὰ ἄλλα μέσα ἔχουν ἀποβλακώσει σήμερα τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἔξυπνοι ἄνθρωποι γίνονται τελικά κασσέττες. Θέλω νὰ τονίσω δηλαδή πώς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δουλεύη τὸ μυαλό. Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι. γιατί, ἄν δὲν δουλεύη τὸ μυαλό, μαθαίνει, ἄς ὑποθέσουμε, τώρα αὐτό, θὰ μπερδευθῆ ὕστερα στὸ ἄλλο. Γι’ αὐτὸ σκοπός εἶναι νὰ γεννάη τὸ μυαλό του, νὰ βρίσκη λύσεις. Ἄν δὲν γεννάη, τότε εἶναι ὑπανάπτυκτο.
  • «Εἶσαι τρομερά εὐαίσθητος καί δέ δέχεσαι νά σέ προσβάλλουν»
    «Εἶσαι τρομερά εὐαίσθητος καί δέ δέχεσαι νά σέ προσβάλλουν»
    Αγίου Πορφυρίου «Εσύ, μου είπε ο Γέροντας, το μόνο κακό που έχει είναι, ότι είσαι τρομερά ευαίσθητος και δε δέχεσαι να σε προσβάλλουν. Για το πρώτο, δεν ευθύνεσαι εσύ. Το κληρονόμησες από τον παπα-Γιάννη. Και η ευαισθησία η μεγάλη, δεν είναι καλή. Καλή είναι για τους άλλους. Οι οποίοι, συνήθως, την εκμεταλλεύονται. Και μάλιστα, πάρα πολύ άσχημα. Ενώ για εκείνον που την έχει, είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να φαντασθείς! Άσε, που αποτελεί και την γενεσιουργό αιτία όλων των ασθενειών. Γι’ αυτό προσπάθησε να την αποβάλλεις. Ή έστω να την περιορίσεις. Διαφορετικά θα κάνεις κακό και στον εαυτό σου, αλλά και στην οικογένειά σου. Που στο κάτω κάτω, δε σου χρωστάει και τίποτε, για να την ταλαιπωρείς, και μάλιστα, χωρίς κανένα λόγο. Όσον αφορά το δεύτερο, δηλαδή την προσβολή, αυτή κανείς δεν την ανέχεται με ευχαρίστηση. Πολύ περισσότερο εσύ, που είσαι υπερήφανος και έχεις την αξίωση από τους άλλους να μη σε προσβάλλουν, όπως δεν τους προσβάλλεις και εσύ. Όμως αυτά δε γίνονται σήμερα. Και όλοι μας είμαστε θύματα της προσβολής, που μας προκαλούν οι άλλοι. Δηλαδή, όταν λέμε προσβολή, τι εννοούμε; Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από εμένα, εκείνη την ηθική μείωση, την ηθική βλάβη ή την αμφισβήτηση του κύρους μας από τρίτους. Ε, πώς να τους ελέγξεις, παιδί μου, αυτούς τους τρίτους; Ελέγχονται; Ασφαλώς όχι. Το σωστό και δίκαιο είναι να μην προσβάλλει κανείς κανέναν και να μην προσβάλλεται από κανέναν. Δύσκολο πολύ. Αλλά, όχι και ακατόρθωτο. Και αυτό ακριβώς, επιδιώκει να πετύχει σήμερα η Εκκλησία του Χριστού. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις, που γίνεται κάποια παραχώρηση από το Θεό, για να δοκιμασθεί η δική μας αντοχή και το δικό μας πιστεύω. Και ξέρεις, παιδί μου, γιατί; Γιατί, στη θεωρία συμφωνούμε όλοι. Και η βαθμολογία είναι ίδια, για όλους. Είναι το «άριστα». Ενώ στην πράξη τα θαλασσώνουμε… Και πολλοί λίγοι είναι αυτοί, που πιάνουν τη βάση! Θα μου πεις, τώρα, εσύ Παππούλη, τα εφαρμόζεις αυτά; Τι να σου πω, βρε παιδί μου, μια ζωή αγωνίζομαι, να κάνω το θέλημα του Θεού. Δεν ξέρω εάν το κατόρθωσα. Εκείνος ξέρει. Σου έχω ξαναπεί: μόνο το έλεός Του θα μας σώσει. Αλήθεια, δε μου είπες: Ύστερα από όσα συνέβησαν, εξακολουθείς ακόμη να πιστεύεις ότι δε σ’ αγαπώ;» από το βιβλίο: «Ανθολόγιο Συμβουλών» – Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
  • Μάνα συγνώμη και . . . σ’ ευχαριστώ για όλα!
    Μάνα συγνώμη και . . . σ’ ευχαριστώ για όλα!
    Ένας νεαρός άνδρας πήγε να υποβάλλει αίτηση για μια διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία. Αφού πέρασε την αρχική συνέντευξη , έπρεπε τώρα να συμφωνήσει και ο γενικός διευθυντής για την πρόσληψη. Ο διευθυντής ανακάλυψε από το βιογραφικό του, ότι ο νεαρός είχε εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές. Ρώτησε, «Πως κατάφερες να κάνεις αυτέ τις σπουδές; Μήπως πήρες υποτροφίες;» «Όχι του απάντησε ο νεαρός». «Ο πατέρας σου κατέβαλλε όλα αυτά τα δίδακτρα;» ρώτησε ξανά ο διευθυντής. «Ο πατέρας μου κύριε πέθανε όταν ήμουν ενός έτους, η μητέρα μου ήταν αυτή που πλήρωνε τα δίδακτρά μου» Απάντησε. « Που εργάζεται η μητέρα σου;» «Η μητέρα μου εργάζεται ως καθαρίστρια ρούχων. Πλένει ρούχα για άλλους» Ο διευθυντής ζήτησε τότε από το νεαρό να του δείξει τα χέρια του. Ο νεαρός έδειξε τα χέρια του τα οποία ήταν λεία και πολύ απαλά. «Έχεις βοηθήσει ποτέ τη μητέρα σου στο πλύσιμο των ρούχων;» «Ποτέ, η μητέρα μου ήθελε πάντα να μελετώ και να διαβάζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Εκτός αυτού, η μητέρα μου πλένει τα ρούχα πιο γρήγορα από μένα. Ο διευθυντής είπε: «Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Όταν πας σπίτι σήμερα, πήγαινε να καθαρίσεις τα χέρια της μητέρας σου και θα τα ξαναπούμε αύριο το πρωί». Ο νεαρός θεώρησε ότι οι πιθανότητες να πάρει τη θέση, ήταν πολύ μεγάλες. Όταν πήγε πίσω στο σπίτι, ζήτησε από τη μητέρα του να τον αφήσει να καθαρίσει τα χέρια της. Η μητέρα παραξενεύτηκε και με ανάμεικτα συναισθήματα άπλωσε τα χέρια της προς το γιο της. Ο νεαρός άρχισε να πλένει τα χέρια της μητέρας του σιγά-σιγά, ενώ δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του όση ώρα το έκανε αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησε ότι τα χέρια της μητέρας του ήταν τόσο ζαρωμένα, και ότι υπήρχαν τόσες πολλές μελανιές πάνω τους. Μερικές μελανιές μάλιστα ήταν τόσο οδυνηρές, που η μητέρα του βογκούσε όταν τις άγγιζε. Ήταν η πρώτη φορά που ο νεαρός συνειδητοποίησε ότι ήταν αυτά τα χέρια που έπλεναν σε καθημερινή βάση ρούχα για να μπορέσει να πληρώσει τα δίδακτρά του. Οι μελανιές στα χέρια της, ήταν το τίμημα που η μητέρα έπρεπε να πληρώσει για την εκπαίδευσή του και το μέλλον του παιδιού της. Μετά τον καθαρισμό των χεριών της μητέρας του, ο νεαρός άρχισε να πλένει σιγά – σιγά όλα τα ρούχα που είχαν στοιβαχτεί για πλύσιμο, μονολογώντας «Μάννα συγγνώμη και σ’ ευχαριστώ για όλα» Μάννα συγγνώμη και σ’ ευχαριστώ για όλα»… ενώ δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν από τα μάτια του. Εκείνο το βράδυ, μητέρα και ο γιος έκατσαν και κουβέντιασαν για αρκετή ώρα. Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο νεαρός πήγε στο γραφείο του διευθυντή συγκινημένος και βουρκωμένος, βλέποντάς τον έτσι, τον ρώτησε. «Για πες μου λοιπόν, τι έγινε χθες στο σπίτι σου; Τι έκανες; Έμαθες κάτι καινούργιο» Ο νεαρός απάντησε: «Καθάρισα τα χέρια της μητέρας μου, αλλά και έπλυνα τελικά όλα τα ρούχα που είχε για πλύσιμο» «Τώρα κατάλαβα και εκτίμησα την προσπάθεια της μητέρας μου. Χωρίς τη μητέρα μου, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα. Συνειδητοποίησα με την πράξη αυτή, πόσο σημαντική είναι η βοήθεια που σου προσφέρουν οι άλλοι. Έχω καταλήξει να εκτιμώ την αξία και τη σημασία που έχει το να βοηθά ο ένας τον άλλο στην οικογένεια και στην κοινωνία» Ο διευθυντής τότε του είπε: «Αυτό είναι που ψάχνω σε ένα συνεργάτη. Θέλω να προσλάβω ένα άτομο που δεν θα σκέφτεται μόνο το εαυτό του, που μπορεί να γνωρίζει και να εκτιμά τη βοήθεια, τις προσπάθειες και τα δεινά των άλλων, για να επιτευχτούν κάποια πράγματα στη ζωή και δεν θα θέτει τα χρήματα ως μοναδικό στόχο του στη ζωή του. Έχεις προσληφθεί» Αυτό το νεαρό άτομο εργάστηκε πολύ σκληρά, έλαβε αξιώματα στην επιχείρηση και απολάμβανε το σεβασμό των υφισταμένων του. Κάθε εργαζόμενος που είχε, εργάστηκε επιμελώς και ως ομάδα με τους υπόλοιπους. Οι επιδόσεις της εταιρείας βελτιώθηκαν σημαντικά.
  • “Ή μου ανοίγεις, ή ανοίγω”
    “Ή μου ανοίγεις, ή ανοίγω”
    Όσιος Παναγής Μπασιάς (Παΐσιος) – Εορτάζει στις 7 Ιουνίου. «…Ο αείμνηστος πατήρ μου, τότε, διηγήθη ένα καταπληκτικό θαύμα του Παπά- Μπασιά, το οποίον έζησε επί των ημερών του Παπά-Μπασιά ο πατήρ του πατρός μου – παππούς μου – Βασίλειος Δρακόπουλος, πρωτοψάλτης και συνθέτης πολλών εκκλησιαστικών ασμάτων. Το θαύμα έχει ως εξής: Εις το Αργοστόλιον, επί των ημερών του Παπά-Μπασιά, ζούσε μία οικογένεια αρχοντική και πολύ πλούσια, δεν ενθυμούμαι καλώς το όνομα της οικογενείας, ήτις απετελείτο από τέσσερα άτομα, τον σύζυγο, την σύζυγο και δύο άρρενα τέκνα. Οικογένεια λίαν ευσεβής και ενάρετος, ακόμη περισσότερον η κυρία, της οποίας η ζωή ήτο πλήρης αγαθοεργών πράξεων. Μετά πάροδον ετών απέθανεν ο σύζυγος και έμεινε η χήρα με τα δύο τέκνα της. Αυτή επεδόθη εις το να διαπαιδαγωγή και νουθετή τα τέκνα της επί το χριστιανικώτερον, συνάμα επεξέτεινε την ανθρωπιστική δράσιν της, βοηθούσα κάθε πτωχόν, επισκεπτομένη ασθενείς κατ’ οίκον και βοηθούσα αυτούς, ασθενείς εις νοσοκομείον και καταδίκους εν φυλακαίς, βοηθούσα και νουθετούσα αυτούς προς την χριστιανική πίστιν. Όταν τα τέκνα της έφθασαν εις ηλικίαν το μεν πρώτον 21 ετών, ένα βράδυ καθήμενοι μετά το δείπνον εις την τραπεζαρία, το πρώτο τέκνον ησθάνθη ένα ισχυρό πόνον εις την κεφαλήν. Αμέσως έπεσε κάτω αναίσθητο, το έβαλαν εις το κρεβάτι καλέσαντες πάραυτα τον ιατρό. Ούτος διεπίστωσε σοβαρωτάτην κατάστασιν, προετοιμάσας την κυρία δια το μοιραίον. Η κυρία ακούσασα αυτά που της είπεν ο ιατρός, κατέφυγε εις το εικονοστάσιο της οικίας της και γονυκλινής όλη την νύκτα εδέετο εις την Παναγίαν δια την σωτηρίαν του υιού της. Το πρωί δυστυχώς απεβίωσε το παιδί της. Αυτή παρ’ όλο το πένθος και την μεγάλη λύπη της, συνέχισε την χριστιανική και ανθρωπιστική δράσι της. Μετά πάροδον όμως ενός έτους, ένα βράδυ ευρισκομένη πάλι μετά του ετέρου υιού της εις την τραπεζαρία, βλέπει απροόπτως το παιδί της να βγάζη μία κραυγή πόνου και να πίπτη κάτω αναίσθητο, όπως και το πρώτο της παιδί. Αμέσως κάλεσε τον ιατρό, όστις διεπίστωσε την ιδία περίπτωσι με το πρώτο της παιδί, αποφανθείς ότι δεν υπάρχει ουδεμία ελπίς διασώσεως αυτού. Αυτή κλαίουσα και εν απελπισία ευρισκομένη, κατέφυγε πάλι εις το εικονοστάσιο της οικίας της, και γονυκλινής όλη την νύκτα μετά δακρύων παρεκάλει τον Θεό, την Παναγία, και τον Άγιο Γεράσιμο, όπως σώσουν το παιδί της, και λόγω της χριστιανικής της δράσεως, την λυπηθούν και αποδώσουν πλήρως την υγείαν του παιδιού της. Δυστυχώς την επομένη, που ήλθεν ο ιατρός, διεπίστωσε τον θάνατο του υιού της. Τότε η Κυρία εκμανείσα μετεβλήθη εις θηρίον ανήμερον, παύσασα τελείως την προηγουμένη δράσιν της, υβρίζουσα συνεχώς τον Θεό και τους αγίους, μη δεχομένη κανένα εις την οικίαν της. Έδωσε δύο φωτογραφίας των παιδίων της εις καλόν ζωγράφον, να της φτιάξη τα δύο πορτραίτα εις φυσικόν μέγεθος, τα όποια όταν ο ζωγράφος της παρέδωσεν, αυτή τα επλαισίωσε με πολυτελή πλαίσια, και εκκενώσασα των επίπλων το σαλόνι της, τα εκρέμασεν εις τους δύο τοίχους το εν απέναντι του άλλου, καλύψασα αυτά δι’ υφάσματος – τούλι – τοποθετήσασα κάτωθεν αυτών από ένα κηροπήγιον με μία λαμπάδα, τας οποίας κάθε τόσον ήναπτε και ατενίζουσα τα τέκνα της συζητούσε με αυτά. Μία των ημερών, ο Παπα-Μπασιάς εμβάς εις πλοιάριον από εκείνα που την εποχήν εκείνη εκτελούσαν το πέρασμα Ληξουρίου – Αργοστολίου επήγε εις Αργοστόλιον. Εξελθών του πλοιαρίου με την ράβδο του, σιγά σιγά επήγαινε κατευθείαν εις την οικίαν της κυρίας αυτής. Φθάσας εκεί εκτύπησε την θύρα. Εβγήκε εις το παράθυρον η κυρία, και ιδούσα τον Παπά-Μπασιά τον οποίο δεν εγνώριζε, εξεμάνη υβρίζουσα αυτόν με τας χυδαιοτέρας φράσεις. Ο Παπά-Μπασιάς, δίχως να ταραχθή, ήρεμα – ήρεμα την παρακάλεσε δια τρίτη φοράν να του ανοίξη, που ήθελε κάτι να της ειπή. Αυτή έτι περισσότερον συνέχισε να τον υβρίζη. Τότε ο Παπά-Μπασιάς είπε: «Ή μου ανοίγεις, ή ανοίγω», και με την ράβδο του έκανε το σημείο του Σταυρού εις την πόρταν, ήτις αυτομάτως ήνοιξε, και ήρχισεν ο Παπά-Μπασιάς να ανέρχεται την κλίμακα. Η κυρία ιδούσα αυτό που έγινε, έμεινεν άφωνος μη δυναμένη να εκστομίσει ούτε λέξιν. Ο Παπά-Μπασιάς προχώρησε κατ’ ευθείαν εις το σαλόνι (ασφαλώς Θεία βουλήσει) ειπών εις την κυρίαν να τον ακολουθήση. Ήνοιξε την θύρα του σαλονιού, και λέγει εις την κυρία: κάθισε εις την γωνίαν και θα ιδής κάτι που δεν το επερίμενες. Σταθείς επ’ ολίγον εις προσευχήν ο Παπά-Μπασιάς, βλέπει η κυρία να σηκώνονται τα δύο σκεπάσματα των εικόνων των παιδιών της, και να κατέρχωνται ζωντανά εις το μέσον του δωματίου, να εξάγουν ταυτοχρόνως δύο περίστροφα, ταυτοχρόνως να πυροβολή ο ένας τον άλλον, και οι δύο ταυτοχρόνως να πίπτουν νεκροί επί του δαπέδου. Κατόπιν του γεγονότος τούτου ευρέθησαν τα πορτραίτα ως πρότερον, σαν να μην είχε συμβή τίποτε. Η κυρία άφωνος και τρομαγμένη παρακολουθούσε τα διατρέξαντα, και τότε ο Παπά- Μπασιάς της λέγει: Κυρία μου ο Θεός δια να σε αγαπά σε εφύλαξε να μην ιδής αυτό πού είδες τώρα, και επήρε μαζί Του τα δύο τέκνα σου δια φυσικού θανάτου, διότι τα δύο σου τέκνα είχαν αγαπήσει μίαν και την αυτή γυναίκα, και επρόκειτο να σκοτωθούν δια του τρόπου που είδες δι’ αυτήν. Ως εκ τούτου να μεταμεληθής, καί να ευχαριστής τον Θεό, και να συνεχίσης την προτέρα σου χριστιανικήν δράσιν. Πραγματικά αυτή μεταμεληθείσα, επεδόθη ψυχή και σώματι εις την προτέραν της δράσιν και εις μεγαλυτέραν κλίμακα».
  • Όσιος Ονούφριος-Ο Άγιος που τάιζε ψωμί τον μικρό Χριστό...
    Όσιος Ονούφριος-Ο Άγιος που τάιζε ψωμί τον μικρό Χριστό...
    Υπάρχει ένα θαυμάσιο γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ονουφρίου, τον οποίο εορτάζει η εκκλησία μας στις 12 Ιουνίου. Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε στο Κοινόβιο, συνέβη το εξής:Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες. Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα.... Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν. - Κάποιο ζωάκι μάλλον θα ταΐζει σκέφτηκε. Αυτό συνεχίστηκε για καμιά εβδομάδα .- Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά που του δίνω.Πράγματι,τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο Καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα. Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και μ' αυτά που είδε, γούρλωσαν τα μάτια του... Ο μικρός κουβέντιαζε με το βρέφος Ιησούς, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου! -Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταΐζει κανείς...ούτε και η μαμά Σου...Και άπλωσε το χέρι και Του έδωσε μια φέτα ψωμί..Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί και όπως μάζεψε το χεράκι του μαζί με το ψωμάκι, εξαφανίστηκε το ψωμί μέσα στην εικόνα. Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης, με την ψυχή γεμάτη έκπληξη και δέος,έτρεξε στον Ηγούμενο και του διηγήθηκε τι συνέβη. Τότε ο Ηγούμενος του έδωσε εντολή να μην δώσουν του παιδιού καθόλου ψωμί, αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε, να του λέγουν: Να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί Εκείνος, τον οποίον μέχρι χθες εσύ τάιζες.Την επομένη ημέρα, βλέποντας ο μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίδουν ψωμί και τον στέλνουν να ζητήσει από Εκείνον, που μέχρι τότε έτρεφε, έτρεξε αμέσως στην Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα είπε στον Χριστούλη: - Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν να Σου πω να μου δώσεις από το δικό Σου. Τώρα, που θα το βρεις Εσύ, δέν ξέρω! Και ω του θαύματος! άπλωσε το μικρό Του χεράκι το βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του, και του έδωσε ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να το σηκώσει! Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ, που το ουράνιο αυτό άρωμα απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, αλλά και σ' όλο το μοναστήρι και στον γύρω τόπο. Έκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα, είδαν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο έξω, μετά πολλού-πολλού κόπου. Έτρεξαν δύο μοναχοί να βοηθήσουν, αλλά ήταν πολύ βαρύς! Για πολλές ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν, αλλά ο ουράνιος άρτος ήταν και παρέμενε αδαπάνητος. Είναι αυτό, που έχει βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη Θεία Λατρεία: " Ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος".Από τότε ευλαβούντο πολύ τον μικρό Ονούφριο, διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της ηλικίας του θα αυξάνετο και η αγιότης του. Θα εγίνετο ένας μεγάλος Άγιος όπως και έγινε.Από τέτοιον όμοιο ουράνιο άρτο ετρέφετο ο Άγιος Ονούφριος, όταν για εξήντα ολόκληρα χρόνια ζούσε στην έρημο. Εμπειρίες κατά την Θ. Λειτουργία, π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου
  • Το πρωί μπορεί να είσαι στην κόλαση και το απόγευμα μπορείς να είσαι στον παράδεισο
    Το πρωί μπορεί να είσαι στην κόλαση και το απόγευμα μπορείς να είσαι στον παράδεισο
    Λέει στο Γεροντικό ένας αββάς: «Το πρωί μπορεί να είσαι στην κόλαση και το απόγευμα μπορείς να είσαι στον παράδεισο» (*). Θέλει να πει ότι το πρωί ο άνθρωπος μπορεί να έκανε αμαρτίες, αλλά, καθώς στη διάρκεια της ημέρας ήρθε σε συναίσθηση, ήρθε σε κατάνυξη, μετενόησε, έκλαψε. Δεν είναι τίποτε για τον Θεό να τον βάλει στον παράδεισο. Τα πράγματα είναι εύκολα, και ο δρόμος της σωτηρίας είναι σύντομος. Εμείς, με τη δική μας στραβή στάση, κάνουμε τα πράγματα δύσκολα και τον δρόμο της σωτηρίας όχι σύντομο. Σε όποια κατάσταση κι αν είσαι, άνθρωπέ μου, αν μετανοήσεις, σε δέχεται ο Θεός και σώζεσαι, αλλά αληθινά να μετανοήσεις. Γιατί μπορεί βέβαια να μετανοείς για κάτι που έκανες, αλλά μετανοείς, επειδή πληγώθηκε ο εγωισμός σου. Προσέξτε το και αυτό. Μπορεί να πάει κανείς να εξομολογηθεί, μόνο και μόνο επειδή πληγώθηκε ο εγωισμός του και όχι επειδή αμάρτησε ενώπιον του Θεού. Πολλές φορές λυπάται κανείς για τις αμαρτίες που έκανε, αλλά όχι επειδή λύπησε τον Θεό και μετανοεί γι’ αυτό, αλλά επειδή πληγώθηκε ο εγωισμός του. Είχε δηλαδή καλή ιδέα κανείς για τον εαυτό του, καθώς όμως αμάρτησε, δεν μπορεί να έχει πια καλή ιδέα, και αυτό τον κάνει να υποφέρει. Δεν είναι αυτό μετάνοια. Όταν όμως μετανοήσεις όπως θέλει ο Θεός, αληθινά, με όλη σου την ψυχή, και δεν ζητάς εκείνη την ώρα ούτε ρέστα ούτε τίποτε, και η όλη στάση σου ενώπιον του Θεού είναι αυτή: «Θεέ μου, κι αν είναι να πεθάνω αυτή τη στιγμή, να πεθάνω για την αγάπη σου· κι αν θέλεις να ζήσω χίλια χρόνια, να ζήσω για την αγάπη σου, μόνο μη με αφήσεις να ξανακάνω αμαρτία», τότε πραγματικά από τη μια στιγμή στην άλλη πάει κανείς από την κόλαση στον παράδεισο. Ο δρόμος τότε της σωτηρίας είναι συντομότατος, όπως ακριβώς ήταν για τον ληστή. Ο οποίος ληστής τι δεν έκανε στη ζωή του! Αλλά εκεί πάνω στον σταυρό, πλάι στον Χριστό, καθώς πέθαινε εκείνη την ώρα, χωρίς να έχει πλέον καμιά άλλη ελπίδα, έδειξε στον Χριστό όλη τη μετάνοιά του, ελπίζοντας στο έλεός Του, και άκουσε τα γνωστά λόγια του Κυρίου. Καθώς ήταν πια καταδικασμένος εις θάνατον, πήρε τη σωστή στάση ενώπιον του Κυρίου. Τι ωραίο είναι αυτό! Τι ωραίο είναι να τοποθετείται κανείς ενώπιον του Θεού ως ετοιμοθάνατος! Γι’ αυτό η Παλαιά Διαθήκη μας διδάσκει: «Μιμνήσκου τα έσχατά σου και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σ. Σειρ. 7:36). Να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις, και αυτό θα σε βοηθάει να μην αμαρτάνεις. Ο άνθρωπος αμαρτάνει, γιατί θέλει να χαρεί αυτή τη ζωή. Όταν όμως ο άνθρωπος ανά πάσαν στιγμήν είναι έτοιμος να πεθάνει, ανά πάσαν στιγμήν σκέπτεται ότι μπορεί να πεθάνει, τότε δεν αμαρτάνει. Ο ληστής πάνω στον σταυρό, καθώς δεν είχε πια ελπίδα να ζήσει, μέσα σε λίγες στιγμές είπε λόγια που δεν τα είπαν ούτε οι μαθηταί του Χριστού και κατάλαβε πράγματα που ούτε οι μαθηταί του Χριστού δεν τα είχαν καταλάβει. Αφού προηγουμένως, ελέγχοντας τον άλλο ληστή, είπε: «Ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; Και ημείς μεν δικαίως· άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε», στη συνέχεια είπε στον Χριστό τον φοβερό εκείνο λόγο: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου». Και εκείνη την ώρα πήρε την υπόσχεση από τον ίδιο τον Χριστό: «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Έτσι, σε λίγες στιγμές ο ληστής από τα κατάβαθα, θα λέγαμε, της κολάσεως βρέθηκε στο καλύτερο μέρος του παραδείσου. Όπως θα ξέρετε, είναι ο πρώτος που μπήκε στον παράδεισο. (*) Βλ. «Το Μέγα Γεροντικόν», τ. Γ’, κεφ. ια’, § 15. Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Το μυστήριο του πόνου», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2010, σελ. 31 (απόσπασμα)
  • “Παρακάλεσε τον Θεό να με λυπηθεί…”  (Συγκλονιστική μαρτυρία)
    “Παρακάλεσε τον Θεό να με λυπηθεί…” (Συγκλονιστική μαρτυρία)
    Ένα βράδυ, την Δευτέρα τού Πάσχα, τού έτους 1964, περασμένα μεσάνυχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι που έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό με τ’ άστρα. Ένας αγιασμένος γέροντας, μου είχε πει μια φορά, πως γύρω από αυτές τις ώρες ανοίγουν τα ουράνια… Θα στεκόμουνα εκεί πέρα μονάχος ως το ξημέρωμα. Σαν να μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με τη γη. Αλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στο σπίτι και ανησυχήσουνε που έλειπα, και γι” αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα. Δε με είχε θολώσει καλά – καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη. Ήτανε κατακίτρινος, σαν πεθαμένος, μα τα μάτια του ήτανε ανοιχτά και με έβλεπε τρομαγμένος. Το πρόσωπο του ήτανε σαν μάσκα, σαν μούμια, με το πετσί του σαν γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τα βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος. Στο ένα χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, που δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ’ άλλο έσφιγγε το στήθος του, λες και πονούσε. Εκείνο το πλάσμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Το κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως να μιλήσει, σαν να περίμενε να το γνωρίσω. Και στ’ αλήθεια, μ’ όλο που ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν να μου είπε μια φωνή στο μυαλό μου: –Είναι ο τάδε … Μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιός ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. Μα η φωνή του σαν να ερχότανε από πολύ μακριά, σα να ‘βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι. Έβλεπα πως βρισκότανε σε μια μεγάλη αγωνία. Τα χέρια του, τα πόδια του, τα μάτια του, όλα φανερώνανε πως βασανιζότανε. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, μα εκείνος μου έκανε νόημα με το χέρι του να σταματήσω, να μην πλησιάσω… Άρχισε να βογκάει, με τέτοιον τρόπο, που πάγωσα. Έπειτα μου λέγει: «Δεν ήρθα, αλλά με «στείλανε…» Εδώ, ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σε μεγάλη ζάλη. Θέλω να πεθάνω, μα δεν μπορώ. Αχ! Όσα έλεγες Φώτη, βγήκαν αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πριν πεθάνω, που ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; Ήτανε και δύο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σαν κι εμένα. Εκεί που μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε… Σαν έφυγες μού είπανε: Κρίμα, να έχει τέτοιο μυαλό ό Φώτης, και να πιστεύει στις ανοησίες που πιστεύουνε οι γριές!  Μια άλλη μέρα, σού είχα πει, όπως και πολλές άλλες φορές: «Βρε Φώτη, μάζευε λεφτά, θα πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ, πόσα λεφτά έχω, και πάλι θέλω κι άλλα». Τότε μου είπες: «Έχεις κάνει συμβόλαιο με τον Χάρο πως θα ζήσεις τόσα χρόνια που θέλεις, για να καλοπεράσεις στα γηρατειά σου;» Σου λέγω εγώ: Θα δεις πόσο χρονών θα πάγω! Τώρα είμαι εβδομηνταπέντε. Θα περάσω τα εκατό. Έχω εξασφαλίσει τα παιδιά μου, ο γιος μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ” έναν πλούσιο από την Αβησσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε… Όχι σαν κι εσένα, που ακούς αυτά που λένε οι παπάδες… «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών. «Τί θα βγάλεις από τα “Χριστιανά τέλη”»; Λεφτά, παρά, να έχεις στην τσέπη σου, και μη σε μέλει. Εγώ να δώσω ελεημοσύνη; Και γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; Για να τους τρέφω εγώ; Αμ βάζουνε εσάς και ταΐζετε τους τεμπέληδες, για να πάτε στον Παράδεισο… Χα ! Χα ! Εγώ ξέρεις πως είμαι γιός παπά, και τα γνωρίζω καλά αυτά τα κόλπα. Μα να τα πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ Φώτη μου, που έχεις τέτοια σπουδή, και να πας χαμένος. Εσύ, όπως πάς, θα πεθάνεις πριν από μένα, θα πάρεις στον λαιμό σου και την οικογένειά σου. Μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, σαν γιατρός που είμαι, πως θα ζήσω εκατόν δέκα χρόνια!…». Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δω κι από κει, σαν να ψηνότανε σε καμιά σχάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: « Αχ! Αχ! Ωχ! …». Ησύχασε για λίγο και ξαναείπε: «Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα, κι έχασα το στοίχημα! Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μια βούλιαζα και μια ανέβαινα απάνω και φώναζα: Έλεος! Έλεος ! Μα κανένας δε μ” άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε σαν να ήμουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τι τράβηξα ως τα τώρα, και τι τραβώ. Τι αγωνία είναι αυτή! Όλα όσα έλεγες βγήκαν αληθινά. Το κέρδισες το στοίχημα! Εγώ, τότε, που βρισκόμουνα στον κόσμο που ζεις, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και να μ” ακούνε όλοι, να κοροϊδεύω την θρησκεία, να συζητώ για χειροπιαστά πράγματα… Τώρα όμως βλέπω πως χειροπιαστά είναι εκείνα που τα έλεγα τότε παραμύθια και χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή είναι η αγωνία που βρίσκομαι. Αχ! Τούτος θα είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα είναι ο βρυγμός των οδόντων…» Απάνω σ” αυτά, χάθηκε από τα μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τα βογγητά του, που κι εκείνα σβήσανε σιγά – σιγά. Με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μια στιγμή, κατάλαβα να με σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τα μάτια μου, και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη την φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα μικρό παιδάκι, μ’ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, που το κουνούσε πέρα δώθε. Άνοιξε το στόμα του και μου είπε: «Σε λίγη ώρα θα ξημερώσει και θα ‘ρθούνε να με πάρουνε, εκείνοι που με στείλανε…» Του λέγω: «Ποιοί σε στείλανε»; Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια δίχως να καταλάβω τίποτα. Ύστερα μου λέγει: «Εκεί που βρίσκομαι, είναι κι άλλοι πολλοί από εκείνους που σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πως οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροταφείο. Είναι και κάποιοι άλλοι που τους έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε. Κι όσο τους συγχωρούσες, τόσο αυτοί γίνονταν χειρότεροι. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί να τον κάνει η καλοσύνη να χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει να νιώθει τον εαυτόν του νικημένο. Τούτοι εδώ, βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δεν μπορούνε να βγούνε από την σκοτεινή φυλακή τους για να έρθουνε να σε βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με την μάστιγα της αγάπης, όπως έλεγε ένας άγιος… «Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος από ότι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψη μας. Τώρα καταλάβαμε πως η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας ψευτιά και απάτη. «Εσείς που έχετε στην καρδιά σας τον Χριστό, και που για σάς ο λόγος Του είναι αλήθεια, η μοναχή αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, που μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους απίστους, αυτό το στοίχημα που το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δεν βρίσκω ησυχία. ….αληθινά, στον Άδη δεν υπάρχει πια μετάνοια… Αλλοίμονο σ’ όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τον καιρό που είμαστε πάνω στη γη. Η σάρκα μάς είχε μεθύσει, και εμπαίξαμε εκείνους που πιστεύανε στον Θεό και στη μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε. Σας λέγαμε ανόητους, σας κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσαστε με καλοσύνη τα πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε η δική μας κακία. «Βλέπω και τώρα πόσο θλιβόσαστε από το φέρσιμο των κακών ανθρώπων, αλλά πως δεχόσαστε με υπομονή τα φαρμακερά βέλη που βγάζουνε από το στόμα τους, λέγοντας σας υποκριτές, θεομπαίχτες και λαοπλάνους. Αν βρίσκονταν εδώ οι δυστυχείς, στην θέση που βρίσκομαι εγώ τώρα, και βλέπανε τα πράγματα πώς είναι, θα τρόμαζαν για ότι κάνουνε σήμερα… Θέλω να φανερωθώ και σ’ αυτούς και να τους ειπώ να αλλάξουνε δρόμο, μα δεν έχω την άδεια, όπως δεν την είχε κι εκείνος ο πλούσιος και για τούτο παρακαλούσε τον Πατριάρχη Αβραάμ να στείλει τον φτωχό τον Λάζαρο. Μα κι εκείνον δεν τον έστειλε, και τούτο, για να γίνουνε ίδια άξιοι της καταδίκης όσοι αμαρτάνουνε, κι άξιοι της σωτηρίας όσοι πορεύονται στην στράτα του Θεού. “Ὁ ἀδικὼν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ρυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι”, που λέει η Γραφή. Μ’ αυτά τα λόγια, τον έχασα από μπροστά μου.   (Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, Ανέστη Χριστός – η δοκιμασία του λογικού, εκδ. Ακρίτας)
  • Ο άθεος που έγινε ερημίτης και το θαύμα του Οσίου Παϊσίου
    Ο άθεος που έγινε ερημίτης και το θαύμα του Οσίου Παϊσίου
    Στα μέσα Μαΐου του 2010, λίγο μετά το τέλος της ακαδημαϊκής μας χρονιάς, η Έμιλι κι εγώ γυρίσαμε στην Κύπρο για νέες συζητήσεις με τον πατέρα Μάξιμο... Θεωρούσα ότι η δουλειά μου είχε ολοκληρωθεί ουσιαστικά, επομένως δεν χρειαζόμουν άλλο υλικό για το βιβλίο. Όμως, η Έμιλι επέμενε να γνωρίσω έναν Κύπριο επιχειρηματία τον οποίο δεν γνώριζε η ίδια, αλλά που, σύμφωνα με μια στενή φίλη της, τη Θέκλα, είχε μια εκπληκτική ιστορία την οποία έπρεπε να ακούσω. Έχοντας ακούσει πολλές θαυμαστές και παραφυσικές ιστορίες, ήμουν απρόθυμος να επενδύσω κι άλλο χρόνο σε νέες γνωριμίες. Όμως, όπως συνήθως, η διαίσθηση της Έμιλι αποδείχθηκε απόλυτα εύστοχη. Τελικά, πείσθηκα να γνωρίσω τον Γιάννη, τον άγνωστο με την ασυνήθιστη εμπειρία… Ο Γιάννης στην αρχή αντιμετώπισε με καχυποψία τις προθέσεις της Έμιλι, όταν έλαβε το τηλεφώνημά της. «Πώς βρήκατε τον αριθμό μου;» ήταν η πρώτη του αντίδραση. Όπως φαίνεται, η ιστορία του ήταν ένα μυστικό που το γνώριζε μόνο ένας μικρός κύκλος έμπιστων φίλων. Η Θέκλα την είχε μάθει έμμεσα, από φίλους στην ενορία της είναι πάντα δύσκολο να κρατήσεις μυστικά στην Κύπρο Όταν, όμως, η Έμιλι του εξήγησε το λόγο του τηλεφώνημα της, ο άγνωστος μαλάκωσε κάπως. «Έχω διαβάσει τα βιβλία του συζύγου σας», είπε. «Και δεν θα είχα αντίρρηση να του αφηγηθώ την ιστορία μου». Μια Δευτέρα πρωί, δύο μέρες μετά το τηλεφώνημα της Έμιλι, ο Γιάννης έφτασε στο διαμέρισμά μας μαζί με ένα φίλο του, τον Σωτήρη, συνταξιούχο κρατικό υπάλληλο. Στην αρχή έδειχνε ανήσυχος, αλλά όταν αρχίσαμε να μιλάμε, ξεπέρασε την επιφυλακτικότητά του. Το γεγονός ότι ο φίλος του ήταν πνευματικός μαθητής του πατρός Μαξίμου μας βοήθησε να δημιουργήσουμε μια φιλική επαφή από την αρχή. Ύστερα από μερικά λεπτά προεισαγωγικών εξηγήσεων, ο Γιάννης άρχισε να αφηγείται την ιστορία του λεπτομερειακά. Ήταν ένας πενηντάχρονος επιχειρηματίας, παντρεμένος, με δύο παιδιά, δύο κόρες εφηβικής ηλικίας. Σε ένα επιχειρηματικό ταξίδι σε μια πρώην σοβιετική δημοκρατία, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν φυλακή με πλαστές κατηγορίες σωματεμπορίας. Μας εξήγησε ότι οι δεσμοφύλακες στην πραγματικότητα ανήκαν σε ένα κύκλωμα τύπου μαφίας και η σύλληψή του έγινε με σκοπό να του αποσπάσουν λύτρα. Απαίτησαν τριάντα χιλιάδες ευρώ. Σύμφωνα με τον Γιάννη, η τοπική μαφία συνεργαζόταν με διεφθαρμένους πολιτικούς που είχαν διασυνδέσεις με το δικαστικό σύστημα της χώρας. «Κόντευα να τρελαθώ», μας είπε. «Δεν είχα ιδέα τι θα μου συνέβαινε και οι συνθήκες ζωής στη φυλακή ήταν άθλιες. Κρύωνα και πεινούσα». Αφού δεν ήξερε την τοπική γλώσσα και δεν είχε κανέναν για να τον υπερασπιστεί, ο Γιάννης βρέθηκε σε έναν καφκικό εφιάλτη…. Η οικογένειά του στην Κύπρο αγωνιούσε. Η γυναίκα του κατάφερε να προσλάβει ένα δικηγόρο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του. Μέσω του δικηγόρου, η θρήσκα μητέρα του του έστειλε την Αγία Γραφή και ένα βιβλίο με τους βίους των αγίων. «Δεν ήμουν θρήσκος άνθρωπος», εξήγησε ο Γιάννης. «Δεν είχα ξαναδιαβάσει ποτέ την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο θρησκευτικό βιβλίο. Όμως, μέσα σε εκείνη την ολοκληρωτική απόγνωση και απομόνωση, άρχισα να διαβάζω αυτά τα δύο βιβλία όταν δεν με έβλεπαν οι φύλακες, καθώς το διάβασμα απαγορευόταν». Ένα βράδυ, καθώς ο Γιάννης ήταν ξαπλωμένος στην κουκέτα του τρέμοντας και νιώθοντας απαίσια, εμφανίστηκε στο κελί του ένας ηλικιωμένος μοναχός και του είπε ότι ήταν ο γέροντας Παΐσιος από το Άγιο Όρος. Ο Γιάννης έσπευσε να μας διαβεβαιώσει ότι δεν είχε ξανακούσει ποτέ για τον Παΐσιο και δεν ήξερε ποιος ήταν. Το βιβλίο με τους βίους των αγίων που του είχε στείλει η μητέρα του δεν έγραφε τίποτα για τον συγκεκριμένο γέροντα. «Ό γέροντας Παΐσιος σε εκείνο το όραμα μου είπε: “Τέκνον μου, μη φοβάσαι. Έχε πίστη και θα σε βοηθήσω να φύγεις από αυτό το μέρος. Αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς πως όταν γυρίσεις στην Κύπρο, θα αναζητήσεις το γέροντα Σεραφείμ και θα τον έχεις ως πνευματικό και εξομολογητή σου”. Δεν είχα ξανακούσει ποτέ ούτε για το γέροντα Σεραφείμ», είπε ο Γιάννης. Μας είπε ότι είδε αρκετά ακόμα οράματα με το γέροντα Παΐσιο στο κελί του και ότι ο γέροντας του έδινε κουράγιο όσο κράτησε η εξάμηνη δοκιμασία του. Ο Γιάννης δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν παραληρούσε και δεν έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν. Επιπλέον, τα οράματά του ήταν θεραπευτικά. Απαλλάχθηκε από το φόβο του και άρχισε να ελπίζει ότι τα δεινά του θα λάμβαναν τέλος σύντομα. Αν ήταν εκεί παρόντες συμβατικοί ψυχολόγοι ή ψυχίατροι για να ακούσουν την αφήγηση του Γιάννη, είμαι σίγουρος ότι θα ερμήνευαν τα οράματά του ως παραισθήσεις, αποκυήματα ενός εγκεφάλου υπό ακραία πίεση. Δεν θα μπορούσαν να βγάλουν άλλο συμπέρασμα, αφού η συμβατική επιστήμη, λειτουργώντας στο πλαίσιο της αναγωγιστικής κοσμοθεωρίας της νεωτερικότητας, δεν προσφέρει άλλες εξηγήσεις. Ήμουν σίγουρος, όμως, ότι η εμπειρία του Γιάννη δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τέτοιο συμβατικό τρόπο. Έχω γνωρίσει προσωπικά ανθρώπους που είναι απόλυτα σώφρονες και φυσιολογικοί, αλλά έχουν βιώσει τέτοιες εμπειρίες και, έτσι, ήμουν ανοιχτός στο ενδεχόμενο αυτή η εμπειρία να ήταν αυθεντική. Ο Γιάννης τόνισε ότι δεν είχε καμία αμφιβολία πως τα οράματά του ήταν πραγματικά. Με τη βοήθεια του δικηγόρου του, αποφυλακίστηκε προσωρινά μέχρι την εμφάνισή του στην παρωδία δίκης που θα γινόταν, όπως το έθεσε. Ο δικηγόρος του, όμως, τον συμβούλευσε να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία και να το σκάσει, γιατί, όπως τον προειδοποίησε, «δεν θα βρεις δικαιοσύνη εδώ και δεν θα μπορέσεις να φύγεις από τη χώρα ζωντανός». Ο Γιάννης κατάφερε να το σκάσει από τη χώρα. Ανησυχούσε ακόμη μήπως το κύκλωμα της μαφίας τον καταδίωκε μέχρι την Κύπρο και γι’ αυτόν το λόγο αντέδρασε καχύποπτα όταν έλαβε το τηλεφώνημα της’Εμιλι. Με την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Γιάννης ανακάλυψε ότι ο γέροντας Σεραφείμ ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο, ένας γερο-ερημίτης που συνδεόταν με ένα από τα αρχαία ορεινά μοναστήρια του νησιού. Εκπληρώνοντας το αίτημα του γέροντα Παΐσιου, επικοινώνησε με το γέροντα Σεραφείμ για εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Αυτός, με τη σειρά του, δέχθηκε τον Γιάννη ως μαθητή του. Έτσι, ο Γιάννης από αγνωστικιστής έγινε βαθιά θρήσκος. «Βλέποντας τα πράγματα εκ των υστέρων», μας είπε, «μπορώ να πω ότι η δοκιμασία μου ήταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη στη ζωή μου. Μέσα από αυτήν ανακάλυψα τον Θεό». Μία εβδομάδα αργότερα, η ‘Εμιλι κι εγώ, μαζί με τον Γιάννη και το φίλο του τον Σωτήρη, ταξιδέψαμε σε μια δασώδη απομακρυσμένη περιοχή στους πρόποδες του Σταυροβουνίου για να συναντήσουμε τον πατέρα Σεραφείμ. Ο γέροντας Σεραφείμ ήταν μια πραγματική έκπληξη. Για ενενηντάχρονο μοναχό, ήταν απίστευτα ακμαίος και γεμάτος φωτεινή ενέργεια. Πραγματικά, έδειχνε τουλάχιστον τριάντα χρόνια μικρότερος από την πραγματική του ηλικία. Λεπτός και με μέτριο ύψος, μου θύμισε έναν από εκείνους τους σπάνιους εντυπωσιακούς ενενηντάρηδες αθλητές που τρέχουν ακόμη σε μαραθώνιους. Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι ο γέροντας εξέφραζε όλους τους καρπούς του Πνεύματος που είχε συζητήσει μαζί μας ο πατήρ Μάξιμος και για τους οποίους είχε γράψει ο Απόστολος Παύλος. Πραγματικά, ο πατήρ Σεραφείμ μου θύμισε το γέροντα Παΐσιο, τον οποίο είχα γνωρίσει το 1991, δύο χρόνια πριν αναπαυθεί. Όπως και Παΐσιος, ακτινοβολούσε μια άπλετη αφοπλιστική αγάπη και μια πηγαία χαρά που σε ηλέκτριζε. Η εύθυμη διάθεσή του, που θύμιζε επίσης το γέροντα Παίσιο, έκανε εγκάρδια τη συζήτηση και δημιουργούσε μια άμεση σύνδεση καρδιάς. Από προσωπική άποψη, χάρηκα όταν ανέφερε οτι είχε διαβάσει αρκετές φορές τις ελληνικές μεταφράσεις τον Όρους της Σιωπής και των Δώρων της Ερήμου και εξέφρασα μεγάλο θαυμασμό για τον πατέρα Μάξιμο. Αφού ανάψαμε τα κεριά μας στο μικρό του παρεκκλήσι όπου έκανε τις ολονυκτίες και τις προσευχές του, ο γέροντας Σεραφείμ μας έδειξε το πλούσιο και περιποιημένα περιβόλι του, το οποίο φρόντιζε ο ίδιος. Αυτός και η ‘Εμιλι αντάλλαξαν πληροφορίες για διάφορα φυτά και τα μυστικά τους. Μετά, καθίσαμε και οι πέντε σε παγκάκια κάτω από μια κληματαριά, ενώ ο γέροντας Σεραφείμ μας μίλησε για τη ζωή του. Στο μεταξύ, ο Γιάννης, δείχνοντας την εξοικείωσή του με το ερημητήριο, μας ετοίμαζε αναψυκτικά. Μέχρι τα εβδομήντα του, ο γέροντας Σεραφείμ ήταν άθεος και ένα από τα πρώτα μέλη μεγάλου κόμματος του νησιού. «Μπήκα στο κόμμα στα δεκαπέντε μου», μας είπε, «επειδή από πολύ νωρίς στη ζωή μου είχα ένα τρομερό πάθος με τη δικαιοσύνη. Κοίταζα γύρω μου και το μόνο που έβλεπα ήταν η εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους. Οι μοναδικοί που πάλευαν για εντιμότητα και δικαιοσύνη ήταν οι συνδικαλιστές, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν όλοι μέλη του κόμματος. Έτσι μπήκα στο κόμμα. Πίστευα ότι το κόμμα είχε τις απαντήσεις σε όλα τα προβλήματά μας. Η θρησκεία δεν ήταν για εμένα. Ήταν το όπιο του λαού». Ο γέροντας Σεραφείμ παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά, δύο γιους και μία κόρη. «Αντίθετα από εμένα», μας είπε, «η γυναίκα μου ήταν πολύ θρήσκα και πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Τη συνόδευα μέχρι εκεί και μετά πήγαινα σε ένα κοντινό καφενείο κι έπαιζα χαρτιά ή τάβλι μέχρι να τελειώσει η λειτουργία. Μετά, γύριζα μαζί της σπίτι…» «Φανταστείτε, δεν είχα μπει ποτέ μου σε εκκλησία από τα δεκαπέντε μου μέχρι τα εβδομήντα. Ήμουν άθεος επί πενήντα πέντε χρόνια!» Ο γέροντας Σεραφείμ γέλασε τρανταχτά! Μετά, συνέχισε λέγοντας ότι οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει στο κόμμα δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Είχαν καλές προθέσεις και ενδιαφέρονταν ειλικρινά για το κοινό καλό. Αυτοί ήταν που, στο διάστημα της βρετανικής κυριαρχίας, δούλεψαν ενεργά για να θεσπιστεί νομοθετικά η οκτάωρη εργασία και άλλοι νόμοι που προστάτευαν τα δικαιώματα των εργατών. Σε ένα σημείο της ζωής του, λόγω οικονομικών δυσκολιών, ο πατήρ Σεραφείμ μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Λονδίνο, όπου έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας ανοίγοντας εστιατόρια που σέρβιραν ένα από τα τυπικά φαγητά των Άγγλων, ψάρι με τηγανητές πατάτες. Όλο αυτό το διάστημα παρέμεινε αφοσιωμένος στην ιδεολογία του. «Μου άρεσαν, επίσης, τα τυχερά παιχνίδια», πρόσθεσε γελώντας. «Ήταν ένα από τα πολλά μου βίτσια. Βλέπετε, δεν πίστευα σε τίποτα άλλο πέρα από την ύλη». Ύστερα από αρκετά χρόνια στην Αγγλία, ο πατήρ Σεραφείμ επέστρεψε στην Κύπρο και επένδυσε τις οικονομίες του σε ένα ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Τα παιδιά του έκαναν δικές τους οικογένειες κι αυτός επέστρεψε στις πολιτικές του δραστηριότητες. Μια προσωπική κρίση, για την οποία δεν μας έδωσε λεπτομέρειες, άλλαξε ριζικά την κοσμοθεωρία του. «Σε μια στιγμή απελπισίας», συνέχισε, «έπεσα στα γόνατα και φώναξα: “Θεέ μου, αν υπάρχεις, δείξε μου ένα σημάδι της ύπαρξής σου και βοήθησέ με, με τα προβλήματά μου!”» Αυτό ήταν ένα σημείο καμπής στη ζωή του πατρός Σεραφείμ, που, πριν γίνει μοναχός, λεγόταν Ανδρέας. Βίωσε μια πνευματική εμπειρία, μια κλασική αποκάλυψη σαν του Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό, στην οποία, όπως είπε ο ίδιος, «εντελώς ξαφνικά οι ουρανοί άνοιξαν και είδα την εκθαμβωτική δόξα του Θεού». Κούνησε το κεφάλι και είπε ότι, δυστυχώς, δεν υπάρχουν οι κατάλληλες λέξεις για να εξηγήσει τι του είχε συμβεί… Ένα πράγμα ήταν βέβαιο σε ηλικία εβδομήντα ετών, η συνειδητότητα του πατρός Σεραφείμ άλλαξε ριζικά. Ενώ ήταν άθεος, μεταμορφώθηκε σε έναν βαθιά ευλαβικό πιστό, σε τέτοιο σημείο ώστε, με τη συναίνεση της γυναίκας του, αποφάσισε να γίνει μοναχός και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σε συνεχή προσευχή και περισυλλογή. Μάλιστα, η γυναίκα του αποφάσισε να γίνει κι αυτή μοναχή και, μαζί με τον άντρα της, να αφιερώσει τα υπόλοιπα χρόνια της στην επιδίωξη της ένωσης με τον Θεό. Δυστυχώς, πέθανε τρεις μήνες μετά την απόφασή της να πάει σε μοναστήρι. Ο πατήρ Σεραφείμ επισκέφθηκε μερικά μοναστήρια ζητώντας να γίνει δόκιμος μοναχός, αλλά τον απέρριπταν για τί ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία για να μονάσει. Σε μια από τις μονές, ένας μοναχός του είπε ότι «τα μοναστήρια δεν είναι οίκοι ευγηρίας. Άλλωστε, δεν δεχόμαστε παντρεμένους εδώ. Ο πατήρ Σεραφείμ (ή Ανδρέας εκείνη την εποχή) πήγε στο Άγιο Όρος και συμβουλεύτηκε έναν σεβαστό ερημίτη. Αυτός του είπε να επιστρέφει στην Κύπρο και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον δέχονταν στην τελευταία μονή που τον είχε απορρίψει. Με την επιστροφή του στο νησί, πήγε πάλι σε αυτό το μοναστήρι και δήλωσε: «Ήρθα εδώ για να μείνω και δεν έχω σκοπό να φύγω». Ο γέροντας της μονής, ένας φημισμένος άγιος άνθρωπος που ήταν προικισμένος με διόραση (και ο οποίος έπαιξε επίσης ένα ρόλο στην αρχή της πνευματικής ζωής του πατρός Μαξίμου), έκανε μια μεγάλη συζήτηση μαζί του. Συνειδητοποίησε ότι η εμπειρία του πατρός Σεραφείμ ήταν μια γνήσια εκδήλωση του Αγίου Πνεύματος και του έδωσε άδεια να παραμείνει στη μονή. Έτσι, ο πατήρ Σεραφείμ μεταβίβασε την περιουσία του στα παιδιά του και έγινε μοναχός. «Επί δύο χρόνια», μας είπε ο πατήρ Σεραφείμ, «προσπάθησα να είμαι υποδειγματικός δόκιμος, δείχνοντας ολοκληρωτική υπακοή στον μοναστικό τρόπο ζωής και στο γέροντα. Ταυτόχρονα, επειδή είχα πολλές πρακτικές ικανότητες από τις εμπειρίες μου στον κόσμο, ήμουν πολύ χρήσιμος στη μονή. Δεν τους έγινα βάρος όπως φοβήθηκαν στην αρχή και κατέληξαν να εκτιμήσουν τη διαμονή μου εκεί». Όμως, ο πατήρ Σεραφείμ βρήκε τη ζωή στη μονή πολύ εύκολη και λαχταρούσε μεγαλύτερες πνευματικές προκλήσεις. Βιαζόταν να προχωρήσει… Το πάθος του ήταν να ενωθεί με τον Δημιουργό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πριν φύγει από αυτή τη ζωή. Η πνευματική εμπειρία του τον έκανε να νιώθει ανυπομονησία με οτιδήποτε λιγότερο. Ο γέροντας της μονής, που ήταν ο ίδιος τέσσερα χρόνια νεότερος από τον πατέρα Σεραφείμ, αναγνωρίζοντας τα ειδικά του χαρίσματα και την ασυνήθιστη πνευματική του κατάσταση, τον έκειρε «μεγαλόσχημο», που είναι το ανώτατο επίσημο αξίωμα για έναν μοναχό, το αντίστοιχο ενός διδακτορικού. Επιπλέον, του έδωσε την ευλογία του για να γίνει ερημίτης και να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του σε ένα πιο αυστηρό πρόγραμμα προσευχής. Ο πατήρ Σεραφείμ πήρε άδεια να χρησιμοποιήσει ένα ερημητήριο που ήταν ιδιοκτησία μιας άλλης μονής, σε μικρή απόσταση στο πευκόφυτο βουνό. Εκεί, ζούσε με ακατάπαυστη προσευχή σχεδόν είκοσι χρόνια. Έτρωγε μόνο μία φορά τη μέρα, νήστευε τις περισσότερες μέρες του έτους και δούλευε μερικές ώρες κάθε μέρα στον κήπο του για να έχει να τρώει. Επιπλέον, κάθε μέρα από τις εννιά μέχρι τις έντεκα το πρωί καλωσόριζε προσκυνητές που ζητούσαν πνευματική καθοδήγηση. Την περισσότερη ώρα, όμως, την περνούσε με προσευχή, ενώ κοιμόταν ελάχιστα. Κάθε βράδυ, ο πατήρ Σεραφείμ είχε ολονυκτία. Προσευχόταν για το καλό των άλλων και του κόσμου και για τη δική του σωτηρία. «Δεν ήμουν ποτέ πιο ευτυχισμένος σε όλη μου τη ζωή», μας είπε με συγκίνηση στη φωνή του. Ο πατήρ Σεραφείμ ήταν ζωντανό παράδειγμα χαρούμενου ανθρώπου. Βασισμένοι στο χρόνο που περάσαμε μαζί του, δεν είχαμε καμιά αμφιβολία ότι αυτά που μας είπε ήταν αλήθεια. «Η αγάπη και η ευσπλαχνία του Θεού για κάθε άνθρωπο είναι ανείπωτη, πιστέψτε με!» μας είπε επανειλημμένα. Ήταν το ίδιο μήνυμα που είχα ακούσει να επαναλαμβάνει ο γέροντας Παΐσιος όταν τον γνώρισα με τον Αντώνη και τον πατέρα Μάξιμο το 1991. Ήταν επίσης το μήνυμα που είχαμε ακούσει από έναν άλλον σεβαστό ερημίτη στο πρόσφατο ταξίδι μας στο Αγιο Όρος. Πραγματικά, εκείνος ο ερημίτης δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του καθώς μας μιλούσε για τη δύναμη της αγάπης του Χριστού για όλους τους ανθρώπους. Όπως και ο πατήρ Σεραφείμ, μιλούσε με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που είχε άμεση εμπειρία της αγάπης του Θεού για τα πλάσματά Του. Ο πατήρ Σεραφείμ μας παρακίνησε να τον επισκεφθούμε πάλι στο ερημητήριό του και συμφώνησε ευχαρίστως όταν η Έμιλι του ζήτησε στην επόμενη επίσκεψή μας να φέρουμε μαζί μας το φίλο μας τον Βλαδίμηρο. Αφού ήταν και οι δύο πρώην μέλη του ίδιου κόμματος, θα είχαν πολλά πράγματα να συζητήσουν. Όμως, ο απώτερος σκοπός της Έμιλι ήταν να βοηθήσει ο πατήρ Σεραφείμ τον Βλαδίμηρο να ξεπεράσει την κατάθλιψη και το φόβο του για τα γηρατειά και το θάνατο. Την επόμενη εβδομάδα πήγαμε τους φίλους μας από τη Λεμεσό στο ερημητήριο του πατρός Σεραφείμ και ο γέροντας υποδέχθηκε εγκάρδια τον Βλαδίμηρο και τη γυναίκα του, την Ελενα, με την προσφώνηση «αγαπημένοι μου φίλοι». Μιλώντας μαζί τους, τους αφηγήθηκε πολλές ιστορίες σχετικές με την προσωπική του μεταμόρφωση που τον έστρεψε από το κόμμα στην αποκλειστική αναζήτηση του Θεού. Όμως, ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης ανάμεσα στον πατέρα Σεραφείμ και τον Βλαδίμηρο αφορούσε ανθρώπους και γεγονότα από τα πολλά χρόνια που είχαν περάσει και οι δύο στο ίδιο κόμμα. Αυτό από μόνο του αναζωογόνησε τον Βλαδίμηρο και τον έκανε να νιώσει άνετα με τον πατέρα Σεραφείμ. Όμως, δεν ήταν σαφές εκείνη τη στιγμή αν αυτή η συνάντηση επηρέασε καθόλου την κοσμοθεωρία του Βλαδίμηρου. Στο ταξίδι της επιστροφής στη Λεμεσό, συζήτησα με την Έμιλι και τους φίλους μας μερικές σκέψεις μου για το πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει… τη ριζική μεταμόρφωση του πρώην άθεου. Απο Το Βιβλίο: Ο Μέσα Ποταμός, Του Κυριάκου Μαρκίδη, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ
  • « Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι , xτύπα εκεί το σήμαντρο ... »
    « Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι , xτύπα εκεί το σήμαντρο ... »
        " ... θυμήσου, θυμήσου αγαπημένο μου παιδί όλα τα συμβάντα της ζωής μας είναι μέρος της παντελώς άγνωστης οικονομίας του Θεού. Τώρα δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία τους, αλλά πιο αργά θα τα καταλάβουμε. Τώρα αισθανόμαστε ότι είμαστε αδικημένοι και λοιδορούμενοι. Αργότερα θα καταλάβουμε ότι από τα πάντα θα μπορούσαμε να έχουμε ένα τεράστιο όφελος : τον ταπεινό λογισμό..Εσύ τώρα να προσπαθήσεις να πλησιάσεις το Θεό όσο πιο πολύ μπορείς με τη προσευχή και τη άσκηση. Τήρησε το κανόνα που σου έχει δώσει ο πνευματικός σου και προσπάθησε να αισθανθείς το Θεό..Κάνε οτιδήποτε για να Τον ζήσεις να Τον βάλεις στη καρδιά σου. Να μαλακώσει η καρδούλα σου, παιδί μου, από το άγγιγμα της χάρης, κάθε στιγμή όταν σκέφτεσαι πόσο πολύ σε αγαπάει ο Θεός και πόσο σε προστάτεψε από το ψυχικό θάνατο, προστατεύοντας σε από τις βρωμιές που φέρνουν οι δαίμονες στο μυαλό των ανθρώπων....Ο γλυκύτατος Ιησούς να είναι πάντα στις σκέψεις σου, να είναι ένα λιμάνι στο οποίο θα επανέρχεσαι ξανά και ξανά ... Επίσης μη διστάσεις να καλείς τη Παναγία σε βοήθεια όποτε έχεις ανάγκη και όχι μόνο..Να συνεχίσεις το δρόμο σου με θάρρος με πολύ θάρρος. Χάρισε τη καρδιά σου στο Κύριο και Εκείνος θα της δώσει όλες τις βιταμίνες και όλη τη ενέργεια που χρειάζεται για να μη καταρρεύσει. Τίποτε να μη σου φαίνεται δύσκολο..Κάποιος Άλλος αδερφέ κυβερνάει το σύμπαν και όχι οι μεγάλοι του κόσμου τούτου... Θάρρος, θάρρος , το βλέμμα ψηλά και θα δεις τον Κύριο, όταν θα κλάψεις , όταν θα ψάξεις με λαχτάρα, όταν θα ματώσεις , ίσως θα Τον δεις πως σου απλώνει το στέφανο με το Αγαπητικό και Παρηγορητικό χέρι Του..Μην θλίβεσαι , μη λυπάσαι πιο πολύ από όσο πρέπει, γιατί έτσι δίνεις δικαιώματα στο πονηρό να σε χτυπάει με δύναμη....Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι. Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία, θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές. Ο Θεός είναι δίπλα σου ... ". ( Απόσπασμα από ανέκδοτες επιστολές Αγίου Λουκά Κριμαίας προς πνευματικό του παιδί )  
  • Πασχάλια ποιμαντορική εγκύκλιος 2017
    Πασχάλια ποιμαντορική εγκύκλιος 2017
    Πασχάλια ποιμαντορική εγκύκλιος 2017 του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως κ. Αθηναγόρου. «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί» Σὲ ἕναν κόσμο δίχως ἐλπίδα καὶ χαρά, ὁ ἐρχομός τῆς Ἄνοιξης καὶ ἡ πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου, προσφέρουν μαζί μὲ τὴν ἀνανέωση τῆς φύσεως, τὴν σιγουριά γιὰ ὅσα ἐλπίζουμε καὶ τὴ βεβαιότητα γι΄ αὐτά δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ τὰ αἰσθητά μάτια μας. Ἡ καθημερινή ἐμπειρία ἐξακολουθεῖ νὰ δείχνει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα ἀκόμα καὶ σήμερα δὲν βρίσκει αὐτά, ποὺ ἀναζητεῖ, διότι τὰ ἐπιζητεῖ ξεκινώντας ἀπό ἐσφαλμένη ἀφετηρία καὶ βαδίζοντας σὲ λαθεμένη κατεύθυνση. Ἡ ἐπιδίωξη τῶν Πρωτοπλάστων νὰ  γίνουν θεοί καὶ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἀθανασία  ἔξω ἀπό τὴ Θεία πραγματικότητα, μᾶς κληρονόμησε τὴν ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας στὴν ὀδύνη τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἀστοχία νἀ αγαπήσουμε πραγματικά, μέ τὴν αμαύρωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Ἡ «ἐκ νεκρῶν» ἔγερση τοῦ Χριστοῦ διαμηνύει μιά μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι κανείς τώρα πιά, δὲν πρέπει νὰ ὀδύρεται γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο, ἀφοῦ μᾶς ἀπελευθέρωσαν ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι τρόπος ζωῆς. Εἶναι τρόπος ἀπόβασης στὴν χώρα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς. Τὸ Πάσχα εἶναι πέρασμα, εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι μετάβαση «ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». Εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος παραμένει κλεισμένος στὰ στενά πλαίσια τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ δὲν ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ ἐμπιστευθεῖ ἀπόλυτα καὶ νὰ βιώσει τὴν ἀναστάσιμη πραγματικότητα, τόσο περισσότερο ἐγκλωβίζεται στὸ θρῆνο, τὴν ὁδύνη, τὴν κατάθλιψη καὶ τὸν φόβο. Ὁ Ἰακὼβ στὸ βιβλίο τῆς «Γενέσεως» παρομοιάζει τὸν Λυτρωτή Χριστό, σὰν νεαρό λιοντάρι, τὸ ὁποῖο ἔπεσε γιὰ νὰ  κοιμηθεῖ: «ἀναπεσών ἐκοιμήθη».  Καὶ διερωτᾶται: «τὶς ἐγερεῖ αὐτόν;». Μόνο ὁ Ἴδιος μπορεῖ νὰ ἐγείρει –νὰ ἀναστήσει- τὸν ἑαυτό Του, ὡς Θεός, ποὺ εἶναι. Σὲ αὐτήν τὴν Ἀνάσταση συνανεγείρει καὶ τὸν κάθε ἄνθρωπο ἀπό τὴν ὁποιαδήποτε πτώση του. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ὁ βαπτισμένος ὀρθόδοξος πιστός ἀνακαλύπτει στὸν ἀναστημένο λέοντα Χριστό, τὴν εἰκόνα του, τὴν εἰκόνα τῆς ἀναπλασμένης καὶ ἀναδημιουργημένης φύσεώς του, συμπάσχει, συσταυρώνεται καὶ συνανίσταται μαζί Του. Ἀδελφοί μου! Ἄς μὴν παύσουμε νὰ Τὸν ἀναζητοῦμε καὶ νὰ Τὸν εὑρίσκουμε στὸν ἀναστάσιμο τρόπο ζωῆς, στὸν ὁποῖο ἐμπειρικά μᾶς ποδηγετεῖ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἀναφωνώντας μὲ  πρόσωπα χαρμόσυνα καὶ ἱλαρά, τό: «Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ    Α Ν Ε Σ Τ Η !» Εὐχόμενος σὲ ὅλους σας χρόνια πολλά, ἀναστάσιμα, ελπιδοφόρα, χαρούμενα καὶ χαριτόδωρα. Μὲ ἀναστάσιμες ἑόρτιες  εὐχὲς καὶ ἀγάπη Χριστοῦ.  Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ † Ὁ Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καὶ Πετρουπόλεως ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
  • ..."ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕΣ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ"...........
    ..."ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕΣ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ"...........
    "Στην Σκήτη της Αγίας Άννης κατοικούσε κάποτε ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του, που δυστυχώς έκανε συχνά παρακοές. Ήταν παραμονή μιας εορτής της Παναγίας.   -Γέροντα, λέει ο υποτακτικός, θα πάω να ψαρέψω κανένα ψάρι, για να φάμε αύριο που είναι και εορτή. -Παιδί μου, εδώ οι γείτονές μας, που είναι ψαράδες, αν και ψάρευαν ώρες χθες δεν έπιασαν τίποτε. Αν ήθελε η Παναγία να φάμε ψάρια θα έπιαναν, και θα έφερναν και σε μας. Να μην πας για ψάρεμα. -Όχι, θα πάω. -Μην πηγαίνεις, επανέλαβε ο Γέροντας.   Ο υποτακτικός έφυγε για την θάλασσα. Λυπήθηκε ο Γέροντας και πήγε στο κελλί του και άρχισε να προσεύχεται για τον υποτακτικό του, γιατί προαισθάνθηκε ότι θα πάθει πειρασμό.   Ο υποτακτικός έφθασε στην θάλασσα, ετοίμασε την πετονιά του με το δόλωμα και την πέταξε στο βάθος. Αμέσως αισθάνθηκε ότι κάτι έπιασε το αγκίστρι. Άρχισε να το τραβά. Βγαίνει ξαφνικά ένας αράπης μαύρος, με αγριωπά μάτια, έτοιμος να ορμήσει πάνω του. Μια αόρατη δύναμη τον κρατούσε. Τρομαγμένος ο καλόγηρος φεύγει και ο διάβολος τον ακολουθεί μέχρι το κελλί του. Όταν έφθασε έξω από την καλύβη του ακούει τον διάβολο να του λέει : "Βρε καλόγηρε τί να σου κάνω, που από την ώρα που έφυγες, ο Γέροντας κάνει κομποσχοίνι για σένα, αλλιώς θα σε έπνιγα μέσα στην θάλασσα".   Ιδού ο καρπός της παρακοής, θετικός και άμεσος".   ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ, Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, ΨΥΧΟΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 12, 2005, σ. 112 κ.ε.
  • Τί είναι το Άγιο Δωδεκαήμερο;
    Τί είναι το Άγιο Δωδεκαήμερο;
    Δωδεκαήμερο, καλείται η περίοδος που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο μεγάλες ακίνητες εορτές α)  των Χριστουγέννων (25/12) και β) των Θεοφανείων (6/1). Αυτό το διάστημα καταλαμβάνεται αφενός από την μεθέορτο περίοδο των Χριστουγέννων μέχρι της αποδόσεως αυτής (31/12), όσο και των ακολουθουσών την εορτή αυτή, όπως, η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου (26/12) την μνήμη των Θεοπατόρων, Ιωσήφ του μνήστορος, Ιακώβου του αδελφόθεου και Δαυίδ του Βασιλέως και της μνήμης των αναιρεθέντων νηπίων υπό Ηρώδου στην Βηθλεέμ (29/12) και αφετέρου της Κυριακής προ των Φώτων, των προεορτίων αυτής και της ίδιας της εορτής των Θεοφανείων (2-6/1). Μεταξύ αυτών παρεμβάλεται και η 8 ημέρα από της Γεννήσεως του Σωτήρος η εορτή της περιτομής του Σωτήρος (1/1). Έτσι η όλη περίοδος προσλαμβάνει εορταστικό χαρακτήρα, είναι κατεξοχήν  χαρμόσυνη και για τον λόγο αυτό υπάρχει κατάλυση σε όλα, εκτός της ημέρας της παραμονής των Θεοφανείων που είναι ημέρα νηστίσιμη.
  • Ο σατανάς απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή.
    Ο σατανάς απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή.
      Ο σατανάς, επεσήμαινε ο Γέροντας Πορφύριος, απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Πρέπει να τον περιφρονούμε. Οι λογισμοί αντιμετωπίζονται με την περιφρόνηση και με τη, όσο γίνεται ταχύτερα, στροφή στον Χριστό. Δίδασκε ο άριστος πνευματικός μαχητής: «Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει το διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να την υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρις, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρα, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μην κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε μές στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε. Να Του δοθείτε, να Τον αγαπήσετε τον Χριστό, να ζείτε με εγρήγορση…   Όταν σάς ενοχλήσει κάτι, ένας λογισμός, ένας πειρασμός, μία επίθεση, περιφρονώντας όλ’ αυτά, θα στρέφετε την προσοχή σας, το βλέμμα σας στον Χριστό. Εκείνος μετά θα αναλάβει να σάς ανεβάσει. Εκείνος θα σάς πιάσει απ’ το χέρι και θα σάς δώσει πλούσια τη θεία Του χάρι… Το σκέπτεσθε κι έρχεται το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνετε τίποτα. Κινείσθε προς τα εκεί κι έρχεται αμέσως η θεία χάρις. Μόλις στενάξετε, έρχεται, ενεργεί. Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «…υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26)…Όταν δείτε το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σάς βουτήξει, εσείς δεν τρομοκρατείσθε, ούτε το κοιτάζετε, ούτε προσπαθείτε να το βγάλετε από μέσα σας. Τι κάνετε; Ο καλύτερος τρόπος είναι η περιφρόνηση. Δηλαδή ανοίγετε την αγκαλιά σας, ανοίγετε τα χέρια σας στον Χριστό, όπως το παιδάκι που βλέπει κάποιο θηρίο άγριο και δεν φοβάται, γιατί είναι δίπλα ο πατέρας του και πέφτει στην αγκαλιά του. Αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιείτε σε κάθε προσβολή του πονηρού και σε κάθε λογισμό, δηλαδή την περιφρόνηση.   Εκείνη τη στιγμή, που έχει ανάγκη η ψυχή σας και αγωνίζεσθε, να φωνάζετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όλα να τα προλαμβάνετε με την προσευχή. Αυτό είναι μεγάλο μυστικό. Την ώρα του πειρασμού, εκεί που πάτε να τον περιφρονήσετε, ο πονηρός σάς βουτάει, σάς καθηλώνει και σάς σφίγγει και κάνει το δικό του κι όχι αυτό που θέλετε εσείς. Πρέπει να προλάβετε να κάνετε το άνοιγμα στον Θεό. Για να το πετύχετε όμως αυτό, πρέπει να σάς φωτίσει η θεία χάρις. Αν αυτό δεν γίνει αμέσως, τότε σάς αρπάζει ο πονηρός κι ενώ προσπαθείτε να τον διώξετε, σάς έχει ήδη συλλάβει…Την ώρα του πειρασμού, η ευκολία είναι να στραφείτε προς το αγαπώμενο πρόσωπο, να στραφείτε προς τον Θεό και προς κεί να κοιτάξετε ζωηρά και καλά κι επιθυμητά και θα σάς έλθει αμέσως η δύναμη, θα σάς έλθει το καλό. Δηλαδή, ενώ βλέπετε ότι έρχεται το κακό να σάς καταλάβει, εσείς μόλις το αντιληφθείτε από μακριά, το περιφρονείτε και τρέχετε στην αγκαλιά του Θεού. Αρκεί να προλάβετε να στραφείτε πρώτα εκεί. Οπότε, όταν θα πάτε στο καλό, δεν θυμάστε το κακό. Εδώ είναι το μυστικό, να περιφρονήσετε το κακό. Αλλά δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, αν δεν στραφείτε στον Χριστό. Λέμε καμιά φορά: «Περιφρόνησέ το το κακό!». Έ, αυτό είναι εύκολο να το λέμε, αλλά δεν είναι εύκολο να το κάνομε. Αυτή η περιφρόνηση έχει μεγάλη τέχνη. Η περιφρόνηση του κακού πνεύματος γίνεται μόνο με την χάρι του Θεού. Γυρίζετε προς τον Χριστό, τρέχετε προσπαθείτε να γνωρίσετε τον Χριστό, ν’ αγαπήσετε τον Χριστό, να αισθανθείτε τον Χριστό και σ’ αυτή σας την προσπάθεια, όταν τα ελατήρια σας είναι αγνά και καθαρά και ειλικρινή, ανοίγει η χάρις την ψυχή σας και σάς λέει: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφ. 5,14). Εκεί, μέσα στο θείο φως, θα ζούμε πάντοτε, εφόσον θ’ αγαπάει και θα λαχταράει η ψυχή μας τον Θεό. Έτσι, με την χάρι του Χριστού, είναι όλα εύκολα κι όλα αληθινά τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν» (Ματθ. 11, 30)».   Δεν μπορεί, δίδασκε ο Γέροντας, ο άνθρωπος να αποφύγει τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρι. Μόλις μας προσβάλλει πρέπει να προσευχόμαστε. Έλεγε: «Δεν μου αρέσει να συζητώ με τον παλαιό άνθρωπο. Δηλαδή με τραβάει από πίσω, απ’ το ράσο, αλλ’ αμέσως ανοίγω τα χέρια προς τον Χριστό κι έτσι τον περιφρονώ με τη θεία χάρι, δεν τον σκέπτομαι. Όπως το μωρό παιδί ανοίγει τα χέρια και πέφτει στην αγκαλιά της μάνας του, έτσι κάνω κι εγώ. Είναι μυστήριο, δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τη λεπτότητα του θέματος. Όταν προσπαθείτε ν’ αποφύγετε τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρι, τον ζείτε. Με τη χάρι, όμως, δεν σάς απασχολεί πια. Υπάρχει στο βάθος. Όλα μένουν μέσα μας, και τα άσχημα· δεν χάνονται. Με την χάρι, όμως, μετουσιώνονται, μεταποιούνται, μεταστοιχειώνονται».   Οι άγγελοι δοξάζουν συνεχώς το Θεό· πρέπει να είναι το πρότυπό μας. Η δοξολογία πρέπει να είναι η προσευχή μας. Έλεγε ο αεί δοξάζων τον Θεόν Γέροντας: «Ο Θεός θέλει να ομοιωθούμε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι μόνο δοξολογούν τον Θεό. Αυτή είναι η προσευχή τους, μόνο η δοξολογία. Είναι λεπτό πράγμα η δοξολογία· ξεφεύγει απ’ τα ανθρώπινα. Εμείς είμαστε άνθρωποι πολύ υλικοί και χαμερπείς, γι’ αυτό και προσευχόμαστε στον Θεό ιδιοτελώς. Τον παρακαλούμε να μας τακτοποιήσει τα θέματά μας, να πάνε καλά τα καταστήματά μας, οι υποθέσεις μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Προσευχόμαστε, όμως ανθρώπινα και με ιδιοτέλεια. Η δοξολογία είναι ανιδιοτελής προσευχή. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται, για να κερδίσουν κάτι, είναι ανιδιοτελείς. Ο Θεός έδωσε και σ’ εμάς αυτή τη δυνατότητα, να είναι η προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή αγγελική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Όταν μπούμε σ’ αυτή την προσευχή, θα δοξάζομε τον Θεό συνεχώς, αφήνοντάς τα όλα σ’ Αυτόν, όπως εύχεται η Εκκλησία μας: «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτά είναι τα «ανώτερα μαθηματικά» της θρησκείας μας!».   Η τελειότερη προσευχή, έλεγε, είναι η σιωπηλή. Δίδασκε ο αδιαλείπτως ευχόμενος Γέροντας: «Ο τελειότερος τρόπος προσευχής είναι ο σιωπηλός. Η σιγή. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία» (Χερουβικόν Μεγάλου Σαββάτου). Αυτός ο τρόπος, της σιγής, είναι ο πιο τέλειος. Έτσι θεούσαι. Μπαίνεις στα μυστήρια του Θεού. Δεν πρέπει εμείς να μιλάμε πολύ. Ν’ αφήνομε να μιλάει η χάρις. Έλεγα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και νέοι ορίζοντες άνοιγαν. Δάκρυα χαράς κι ευφροσύνης κυλούσαν απ’ τα μάτια μου για την αγάπη και τη σταυρική θυσία του Χριστού. Λαχτάρα! Εδώ κρύβεται το μεγαλείο, ο Παράδεισος. Επειδή αγαπάεις τον Χριστό, λέεις τα λόγια αυτά, αυτές τις πέντε λέξεις λαχταριστά, με καρδιά. Και σιγά σιγά τα λόγια χάνονται. Είναι τόσο γεμάτη η καρδιά, που αρκεί να πεις μία λέξη, «Ιησού μου!», και τέλος καμία λέξη. Η αγάπη εκφράζεται καλύτερα χωρίς λόγια. Όταν μία ψυχή όντως ερωτευθεί τον Κύριο, προτιμά τη σιωπή και τη νοερά προσευχή. Η πλημμύρα της θείας αγάπης γεμίζει τη ψυχή από χαρά κι αγαλλίαση».   Μας δίδεται ό,τι επιθυμούμε, έλεγε πάλι, όταν δεν το ζητάμε· μας δίδεται όταν δεν το σκεφτόμαστε αλλά ζητάμε μόνο την Βασιλεία Του. Να πως τα διατυπώνει ακριβώς: «Να ζητάμε στην προσευχή μόνο τη σωτηρία της ψυχής μας. Δεν είπε ο Κύριος: «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού…και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; (Ματθ. 6, 33· Λουκ. 12, 31). Εύκολα, ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε. Και κοιτάξτε το μυστικό. Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα. Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ’ μου τούτο, εκείνο…». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα».   Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
  • Ὁ Γερο-Παχώμιος καί το μεγάλο φίδι
    Ὁ Γερο-Παχώμιος καί το μεγάλο φίδι
    ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.   Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα. Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).   Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους! O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”. Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…
  • «Τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;»
    «Τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;»
    – Έγραψες Γερόντισσα, ευχές στον Δημήτρη που παντρεύεται; -Έγραψα, Γέροντα. – Φέρε την κάρτα να συμπληρώσω κι εγώ: «Ο Χριστός και ή Παναγία μαζί σας. Σου δίνω ευλογία, Δημήτρη, να μαλώνεις με όλον τον κόσμο, εκτός από την Μαρία! Το ίδιο και στην Μαρία!».Για να δω, θα καταλάβουν τι εννοώ; Με ρώτησε κάποιος: «Γέροντα, τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;».«Ή ευγνωμοσύνη», του λέω. Ό ένας αγαπάει τον άλλον γι’ αυτό που του χαρίζει. Ή γυναίκα δίνει στον άνδρα την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση, την υπακοή. Ό άνδρας δίνει στην γυναίκα την σιγουριά ότι μπορεί να την προστατέψει. Ή γυναίκα είναι ή αρχόντισσα του σπιτιού, αλλά και ή μεγάλη υπηρέτρια• ό άνδρας είναι ό κυβερνήτης του σπιτιού, αλλά και ό χαμάλης. Μεταξύ τους τα ανδρόγυνα πρέπει να έχουν την εξαγνισμένη αγάπη, για να έχουν αλληλοπαρηγοριά και να μπορούν να κάνουν και τα πνευματικά τους καθήκοντα. Για να ζήσουν αρμονικά, χρειάζεται να βάλουν εξαρχής ως θεμέλιο της ζωής τους την αγάπη, την ακριβή αγάπη, που βρίσκεται μέσα στην πνευματική αρχοντιά, στην θυσία, και όχι την ψεύτικη, την κοσμική, την σαρκική.Αν υπάρχει αγάπη, θυσία, πάντα έρχεται ό ένας στην θέση του άλλου, τον καταλαβαίνει, τον πονάει. Και όταν παίρνει κανείς τον πλησίον του στην πονεμένη του καρδιά, παίρνει τότε μέσα του τον Χριστό, ό οποίος τον γεμίζει και πάλι με την ανέκφραστη αγαλλίαση Του. Όταν υπάρχει αγάπη, και μακριά να βρεθεί ο ένας από τον άλλον, αν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, κοντά θα βρίσκεται, γιατί την αγάπη του Χριστού δεν την χωρίζουν αποστάσεις. Όταν όμως, Θεός φυλάξει, τα ανδρόγυνα δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους, μπορεί να βρίσκονται κοντά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται μακριά. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν σε όλη την ζωή τους την αγάπη, να θυσιάζεται ό ένας για τον άλλον. Η σαρκική αγάπη ενώνει εξωτερικά τους κοσμικούς ανθρώπους τόσο μόνον, όσο υπάρχουν κοσμικά προσόντα, και τους χωρίζει, όταν αυτά χαθούν, οπότε και αυτοί οδηγούνται στην απώλεια Ενώ, όταν υπάρχει ή πνευματική, ή ακριβή αγάπη, αν τυχόν ό ένας από τους συζύγους χάση τα κοσμικά του προσόντα, αυτό όχι μόνο δεν τους χωρίζει, αλλά τους ενώνει περισσότερο. Όταν υπάρχει μόνον ή σαρκική αγάπη, τότε, αν λ.χ. ή γυναίκα μάθη ότι ό σύντροφος της κοίταξε κάποια άλλη, του πετάει βιτριόλι και τον τυφλώνει. Ενώ, όταν υπάρχει ή αγνή αγάπη, τον πονάει πιο πολύ και κοιτάζει με τρόπο πώς να τον φέρει πάλι στον σωστό δρόμο. Έτσι έρχεται ή Χάρη του Θεού… Λόγοι Αγίου Γ. Παϊσίου