ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΑΝΗΣ ΙΛΙΟΥ               " Ύμνοι Τριωδίου "               Πορεία προς το Πάσχα               Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ                

Αγιολογικά

  • Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς
    Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς
    Ο Αγιος Νικόλαος γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 μ.Χ., από τον Ιωάννη και την Αυγουστίνα, το γένος Μελισσουργού. Οι ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Από την παιδική του ηλικία εξέφρασε την έφεση και την αγάπη του προς τα ιερά και τα όσια. Ήταν φιλακόλουθος και διακονούσε πάντοτε στο ιερό τον παππού του ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό. Προορισμένος από τον Θεό να γίνει λειτουργός των Αγίων Μυστηρίων Αυτού μετείχε αδιάλειπτα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας με νηστεία, προσευχή και αγρυπνία. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ήλθε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Αθήνα, όπου έγινε προστάτης αυτών. Ενυμφεύθηκε, εχήρευσε όμως νωρίς. Η πρεσβυτέρα του απεβίωσε μόλις γεννήθηκε το παιδί τους, ο Γιαννάκης, που το μεγάλωσε μόνος.   Ο Κύριος δεν εβράδυνε να τον αναδείξει λειτουργό της Εκκλησίας Του και τον κατέστησε εύθετο και εύχρηστο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Χειροτονείται διάκονος στις 28 Ιουλίου του 1879 μ.Χ., στο ναό Μεταμορφώσεως της Πλάκας, και μετά από πέντε χρόνια, στις 2 Μαρτίου 1884 μ.Χ., χειροτονείται Πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Διακονεί στο ιερό θυσιαστήριο επί 50 χρόνια περίπου (1884 - 1932 μ.Χ.), στους ναούς και του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στον Ιλισσό ποταμό, και της ακόμη πτωχότερης και απόμερης τότε Εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του λεγομένου «Κυνηγού», στη σημερινή οδό Βουλιαγμένης. Διακρίθηκε ως ο λειτουργικότερος ιερεύς, άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή υπήρξε και αναδείχθηκε συνεχής διακονία του Θυσιαστηρίου. Από «φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός» παρέμενε στο ναό. Ήταν αφιλάργυρος κατά τον τρόπο και πλήρης έργων αγαθών και ελεημοσύνης. Του αρκούσε για τροφή λίγο ψωμί και λίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε ο ίδιος, και κάποιες φορές, λίγο γάλα που του πρόσφεραν βοσκοί στην ερημική τότε περιοχή της ενορίας του. Αλησμόνητες παρέμειναν οι αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε στο ναό του Αγίου Ελισσαίου Αθηνών. Αναφέρονται και μαρτυρίες παιδιών, ότι τον έβλεπαν κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο να στέκεται υπεράνω της γης. Μαρτυρίες δε περιφανών λογίων, όπως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρου Μωραϊτίδου, που έψαλλαν στις αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε, εξαίρουν τη σπάνια και αγία ιερατική αυτού προσωπικότητα.   Ο παπα- Νικόλας, ο λεγόμενος «απλός», ζούσε μέσα στη χαρά της Θείας Ευχαριστίας, την οποία τελούσε ανελλιπώς κάθε ημέρα, όπως την όριζαν οι λειτουργικοί κανόνες, και την παρέτεινε επί πολλές ώρες, για να έχει την πνευματική της απόλαυση. Πάντα ανταποκρινόταν στο γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα και ετελούσε πανηγυρικά το Μυστήριο της ελεύσεως και παρουσίας του Αναστημένου Κυρίου, που αποκαλύπτει τον εαυτό Του, όπως τότε στο Μυστικό Δείπνο. Η χαρά της Αναστάσεως, που βρίσκεται στην καρδιά της Ευχαριστίας, γινόταν οντολογική αναψυχή και αγαλλίαση στον φλεγόμενο από θεία Αγάπη Γέροντα. Η μέθεξή του στην πασχάλια χαρά τον συνέπαιρνε. Δεν ήταν γι αυτόν ένα απλό εφημερικό καθήκον. Πρόφαση ήταν το επί ώρες παρατεινόμενο μνημόσυνο των ζωντανών και των κοιμηθέντων, από τον όγκο των σημειωμάτων που κρατούσε πάντα σ' ένα δισάκι. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να διακόψει ποτέ τη χαρά της Τράπεζας της Ευχαριστίας, τη θέα του Αναστημένου Σώματος και Αίματος του Χριστού. Ο αείμνηστος Γέροντας, αφού έφθασε στα 82 του χρόνια και έδωσε πρωτοφανή στον αιώνα μας μαρτυρία ουρανίων χαρισμάτων, οσιότητος, ταπεινώσεως, απλότητος, διακρίσεως, ελεημοσύνης, ασκήσεως και κατά Θεόν σοφίας, αφού εστάθηκε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων ορφανών και πτωχών και έφθασε στο ύψος θείας τελειότητος, εκοιμήθηκε οσίως εν ειρήνη το 1932 μ.Χ. και τον έθαψαν μπροστά στον Ναό του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού. Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού. Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991 - 1992 μ.Χ.) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Νικοδήμου, και βεβαίως με την φροντίδα του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου κ.κ. Αμβροσίου. Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Λειμώνος Λέσβου. Σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας η μνήμη του Αγίου ιερέως Νικολάου του Πλανά, τιμάται κατά την πρώτη Κυριακή του Μαρτίου, δια μεταθέσεως εκ της κυριώνυμης ημέρας αυτού (2 Μαρτίου), εάν η εορτή του πέσει μέσα στην Σαρακοστή. Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης. Τᾶς τοῦπλάνου παγίδας ἐκφυγῶν, ἱερώτατε, ἀπλανῶς ἐπορεύθης διὰβίου, πατὴρ ἠμῶν, Νικόλαε ἀοίδιμε Πλανᾶ, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, ἀγρυπνίαις καὶνηστείαις, ἱερουργῶν ὁσίως τῷΚυρίῳσου. Ὅνπερ καθικετεύων ἐκτενῶς, Νάξιον ἱεράτευμα, πρέσβευε δωρηθῆναι καὶἠμὶν τὸθεῖον ἔλεος. Κοντάκιον Ήχος βαρύς. Επί του όρους μετεμορφώθης. Εν παντί έθνει, καιρώ και χρόνω Θεός αμάρτυρον ουκ αφήκεν Αυτού την θείαν δόξαν και την θειότητα× τους δε όντας αγίους εν τη γη αυτού και Πλανάν τον Νικόλαον εδόξασε× και ημίν εδωρήσατο πρεσβευτήν, πατέρα και θερμόν εν ανάγκαις αντιλήπτορα. Μεγαλυνάριον Χαίροις, του Προδρόμου δούλος πιστός, των αγρυπνιών τε ο εργάτης ο θαυμαστός, χαίροις, εκκλησίας προφήτου Ελισσαίου το σέμνωμα και δόξα, πάτερ Νικόλαε!
  • Η Υπαπαντή του Χριστού 2 Φεβρουαρίου
    Η Υπαπαντή του Χριστού 2 Φεβρουαρίου
    Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτή ριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λκ. 2. 29 32) Tὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Συμεών σημειώνουν τὸ τέλος μιᾶς μακρᾶς περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν χωρὶς τὸ Θεό· εἶχαν περάσει χιλιά δες χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀδὰμ εἶχε χύσει τὸ πρῶτο του δάκρυ, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε θρηνήσει γιὰ πρώτη φορὰ πάνω στὴ γῆ ἐκείνη στὴν ὁποία δὲν εὕρισκες πιὰ τὸ Θεὸ ἀνάμεσα στὰ πλάσματά Του. Ὁλόκληρη ἡ γῆ, ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποθοῦσε τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ Θεό του πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Νά λοιπὸν ποὺ ἡ μέρα ἐκείνη εἶχε φτάσει: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος μέσα σὲ μιὰ φάτνη στὴ Βηθλεέμ· ὁ Αἰώνιος μπῆκε μέσα στὸ χρόνο· ὁ Ἀπεριχώρητος καὶ Ἀτελεύτητος ὑπάχθηκε στοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστῆς μας κατάστασης. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγιότητα μπῆκε στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας τὴ μέρα τοῦ βαπτίσματός Του μὲ τὸ νὰ βυθιστεῖ στὰ φοβερὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματά τους· βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ σὰν μέσα στὰ νεκρὰ νερὰ τῆς μυθολογίας καὶ τῶν παραμυθιῶν καὶ βγῆκε φορτισμένος μὲ τὴ νέκρα καὶ τὴ θνητότητα τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους εἶχε ἔλθει νὰ σώσει. Σήμερα θυμόμαστε τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, τὴ συνάντησή Του μὲ τὸ πρῶτο πρόσωπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μητέρα Του, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Τὸν εἶχε διαισθανθεῖ ὡς Θεό. Ἡ τραγωδία τῆς ἀποστέρησης τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία βρίσκουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἔχει τελειώσει· ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ μὲ τὸ λαό Του·  ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας κατοικεῖ πάνω στὴ γῆ αὐτή. Μιὰ νέα ὅμως τραγωδία ἀρχίζει, ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τὸ Σταυρό. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴ χώρα τοῦ θανάτου καὶ μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει. Γεννήθηκε μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει γιὰ χάρη μας.  Ἂν προσέξατε τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ ὁποῖα διαβάζονται γιὰ τὴ γιορτὴ αὐτὴ εἶναι πιθανὸ νὰ καταλάβατε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε. Στὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸ Μωυσῆ τὴν καθιέρωση τοῦ κάθε πρωτότοκου ἀγοριοῦ, τὴν προσφορὰ τοῦ παιδιοῦ σὰν μιὰ θυσία σὲ μνήμη τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Ἰσραὴλ σώθηκε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων μέσῳ τοῦ θανάτου ὅλων τῶν πρωτοτόκων τῆς Αἰγύπτου. Ἡ παρουσίαση αὐτὴ τοῦ κάθε πρωτότοκου βρέφους στὸ Ναὸ δὲ σήμαινε μιὰ πλήρη ἀφιέρωση στὸ Θεό: τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐπέστρεφαν στὴ συνέχεια πίσω στὴν καθημερινὴ κοσμικὴ ζωή. Ἡ παρουσία σήμαινε τὴν ἄφεσή τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σήμαινε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε πάνω τους δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ γονεῖς πλήρωναν γιὰ τὸ παιδὶ σὰν λύτρα ἕνα ἀμνὸ ἢ ἕνα ζεῦγος περιστεριῶν. Ὁ πρωτότοκος ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἱματηρὴ θυσία ἡ ὁποία ἀναβαλλόταν ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα μέχρι τὴ μέρα ποὺ ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε γίνει Γιὸς τῆς Παρθένου, ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἡ αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἀντικατάστατο τῆς θυσίας εἶχε προσφερθεῖ, αὐτὴ τὴ μοναδικὴ φορὰ ὁ Θεὸς Πατέρας δέχτηκε καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο τοῦ Βρέφους. Ἡ θυσία ἔπρεπε νὰ περιμένει τὸν καιρό της· πέρασαν κάπου τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴν παρουσίαση τοῦ βρέφους μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὥριμου Ἰησοῦ· ἡ θυσία ὅμως εἶχε γίνει δεκτὴ καί, ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, τὸ βρέφος ποὺ εἶχε προσφερθεῖ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία πέθανε στὸ Γολγοθὰ πάνω σ’ ἕνα σταυρό. Ἐνῷ ὁ Ἅγιος Συμεὼν διακήρυττε τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴ μακραίωνη ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ ἔδινε ταυτόχρονα καὶ στὴ Θεομήτορα τὴ φοβερὴ προειδοποίηση ὅτι μιὰ ρομφαία θὰ διαπερνοῦσε καὶ τὴ δική της τὴν καρδιά, ὅτι ἡ θυσία ποὺ ἀναστελλόταν γιὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ φανερωνόταν κάποια μέρα σὰν θεϊκὴ βουλὴ καὶ θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα τραγικὸ μονοπάτι γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ ἐκείνη (Λκ. 2. 34, 35). Ὁ Χριστὸς ἀκολούθησε πραγματικὰ τὸ τραγικὸ αὐτὸ μονοπάτι, τὸ μονοπάτι τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς Θείας ἐγκατάλειψης, τὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὁ θάνατός Του ἦταν μιὰ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἐφ’ ὅσον ἀναστήθηκε ζωντανὸς ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ἔπειτα ἀναλήφθηκε μὲ δόξα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα καὶ ὅμως οὔτε καὶ τότε δὲν ἐξαλείφεται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἡ τραγωδία τοῦ κόσμου δὲ φτάνει στὸ τέλος της. Ὁ ἐγερθεὶς Χριστὸς ἔχει στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά, στὴν πλευρὰ τὴν οὐλὴ ἀπὸ τὴ λόγχη καὶ στὸ μέτωπό Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὴν κορώνα τὴν ὁποία Τοῦ εἶχαν φορέσει κοροϊδευτικά, τὸ στεφάνι ποὺ ἀντὶ νὰ εἶναι βασιλικὸ εἶχε γίνει ἀπὸ ἀγκάθια. Γινόμαστε κι ἐμεῖς μέτοχοι τῆς σταυρικῆς αὐτῆς ὁδοῦ: ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία ὕστερα ἀπὸ τὸ Βάπτισμά του· τότε διαβάστηκαν προσευχὲς γιὰ τὶς μητέρες μας καὶ γιὰ μᾶς καὶ ἡ ἐκκλησία ἐπικαλέστηκε τὸν Κύριο, τὸν Προστάτη τῶν νηπίων ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος κρατηθεῖ στὶς ἀγκάλες τοῦ Ἁγ. Συμεών, ζητώντας ἔλεος καὶ συμπα­ράσταση. Αὐτὸ ἔγινε κατ’ εἰκόνα τῆς παρουσίασης τοῦ Χριστοῦ· πρὶν ἀπὸ αὐτὸ εἴχαμε βαπτιστεῖ καὶ τὸ Βάπτισμα σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο (Ρωμ. 6. 3 11) καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ καταβύθιση στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ τὸν κάνει δικό μας θάνατο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Ἀνάστασή Του γίνεται δική μας ἀνάσταση. Ἐμεῖς λοιπὸν ποὺ ἔχουμε πεθάνει μὲ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐγερθεῖ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁδηγούμαστε στὸ ναὸ ὅπως εἶχε ὁδηγηθεῖ κι Ἐκεῖνος, αἰώνιοι καὶ ἐν τούτοις ὑποκείμενοι στὴν τραγωδία τοῦ χρόνου, ζωντανοὶ ἀλλὰ προορισμένοι γιὰ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς στὴν αἰώνια θεότητά Του καὶ τὴν ἀθάνατη ἀνθρώπινη σάρκα Του, ὅμως δέχτηκε τὸ θάνατο τῆς σάρκας Του γιὰ νὰ κοινωνήσει σὲ ὅλα μὲ τὴ δική μας ἁμαρτωλὴ σάρκα. Μὲ παρόμοιο τρόπο ὕστερα ἀπὸ τὴ συνανάστασή μας μαζί Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποστέλλει – ὅπως προηγουμένως ὁ Πατέρας εἶχε στείλει Ἐκεῖνον – στὴ σφαίρα τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ σηκώσουμε στὰ σώματα, τὶς ψυχὲς καὶ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας τὸ σταυρὸ τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει καὶ ἐξαγοραστεῖ ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀπολυτρωθεῖ ἀκό μα. Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου καλούμαστε νὰ ἀνταναπλη­ρώσουμε στὰ σώματά μας τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 1. 24) – κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἴμαστε ἕνα μαζί Του, ἡ τραγωδία τὴν ὁποία ὁ ἐρχομός Του ἀπάλειψε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν κόσμο τῆς ἀρχαιότητας καὶ ἡ ὁποία ἔγινε κατόπιν ἡ δική Του τραγωδία συνεχίζεται μέσα σ’ ἐμᾶς σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες. Ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος (1877  1970. Ἔγινε Πατριάρχης Μόσχας τὸ 1945) εἶχε πεῖ μιὰ φορὰ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο, ἐνῷ συνεχῶς οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν, σταυρώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς εἶναι ὁ δικός μας ὁ δρόμος, αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖο μᾶς φέρνει ἡ ἔνδοξη μὰ τρομακτικὴ αὐτὴ γιορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ δίκαιο Συμεών. Πλησιάζουμε στὶς ἑβδομάδες ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες μᾶς προπαρασκευάζουν γιὰ τὴν Τεσσαρακοστή, τὴν Ἁγία Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση· εἴμαστε ἤδη κοινωνοὶ τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅμως ὀφείλουμε ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ μονοπάτι· αὐτὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸ κάνουμε τρόπο ζωῆς μας πάντοτε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου καὶ ἂν συμβεῖ νὰ βρεθοῦμε: εἴμαστε τὸ σταυρωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο προσφέρεται ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ ὁποῖο πέρα κι ἀπ’ αὐτό, καθ’ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ, προσφέρει τὸ ἴδιο τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Η Υπαπαντή του Χριστού του μακαριστού Μητροπολίτου Σουρόζ  (†)Αντωνίου Bloom  Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡμέρα Κυρίου», ἐκδ. Ἀκρίτας  
  • Οι τρεις Ιεράρχες
    Οι τρεις Ιεράρχες
    Οι τρεις ιεράρχες γεννήθηκαν, κατά τον πατρολόγο καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου (εισαγωγή στη ζωή και δράση τους εις Ε.Π.Ε.), το 328 ο Γρηγόριος, το 330 ο Βασίλειος, και το 354 ο Χρυσόστομος. Κοιμηθήκαν δε το 391, το 378, και το 407 αντιστοίχως, κατά την ίδια σειρά. Συνεπώς πεθάνανε όλοι νέοι. Περίπου, 63 ετών ο Γρηγόριος, 49 ετών ο Βασίλειος, 54 ετών ο Χρυσόστομος. Και θα πρέπει να τονίσουμε σ’ αυτό το σημείο ότι ο παχουλός και γεμάτος χοληστερίνη γέροντας, που φορά κόκκινη γούνα, μεταφέρεται με έλκηθρο, και μας προσφέρει ή διαφημίζει διάφορα υλικά δώρα την περίοδο των Χριστουγέννων, δεν έχει καμμία σχέση με το δικό μας άγιο Βασίλειο. Αυτός είναι ο Santa Claus που έχει σχέση με τον άγιο Νικόλαο, αλλοιωμένος όμως κι αυτός με μύθους και θρύλους των λαών της βορείου Ευρώπης και φορτωμένος με πλείστα κιλά και λίπος για να είναι σύμφωνος με την αδηφαγία μας και τον καταναλωτισμό μας. Αυτός ο Santa Claus ταξίδευσε με τους μετανάστες στην Αμερική τον 17ο αιώνα και το 1930 η Coca Cola τον παρουσίασε με τη σημερινή του γνωστή μορφή και έτσι ολοκληρώθηκε η μετάλλαξη του σε ανατολή και δύση. Ο δικός μας άγιος Βασίλης -στην ορθόδοξη ελληνική παράδοση- είναι λεπτός, ασκητικός, φορά απλά ρούχα ασκητού, και μεταφέρει στο δισάκι του παπύρους και περγαμηνές, δηλαδή τα αγαθά της παιδείας. Όπως λένε τα κάλαντά μας «βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι», το καλαμάρι του πνεύματος που μ’ αυτό το χαρτί μιλoύσε. Ο χρόνος που έδρασαν οι τρεις ιεράρχες ως επίσκοποι κι αυτός ελάχιστος. Δύο χρόνια ο Γρηγόριος ο θεολόγος ποίμανε την Κωνσταντινούπολη, έξι χρόνια και μερικούς μήνες ο ιερός Χρυσόστομος, εννέα χρόνια περίπου ο Μ. Βασίλειος την μητρόπολη Καισαρείας. Κι όμως ενώ πεθάνανε νέοι, ενώ ο χρόνος δράσεως τους ήταν ελάχιστος, εν τούτοις το έργο τους υπήρξε τεράστιο. Εδώ πέρα έχει εφαρμογή αυτό που λέγει η αγία Γραφή, ότι 1000 χρόνια των ανθρώπων για τον Θεό είναι σαν μια μέρα αλλά και μια μέρα του Θεού είναι σαν 1000 χρόνια των ανθρώπων. Τουτέστιν εάν έχουμε μία μέρα του Θεού, δηλαδή μια μέρα ευλογημένη και χαριτωμένη απ’ Αυτόν στη ζωή μας, η καρποφορία της θα είναι αφάνταστη. Θα είναι σαν να ζήσαμε και να εργαστήκαμε 1000 χρόνια. Ας μείνουμε για λίγο στον Γρηγόριο τον θεολόγο π.χ. για να αισθητοποιήσουμε τα όσα λέμε. Όταν πήγε στην Κων/πολη, οι αρειανοί είχαν επικρατήσει για 40 χρόνια. Οι ναοί είχαν καταληφθεί όλοι απ’ αυτούς. Ο αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ήταν αρειανός. Η κοσμική διοίκηση, μέχρι που ήλθε ο Μέγας Θεοδόσιος ο Α΄, ήταν μ’ αυτούς. Το ορθόδοξο ποίμνιο μετά από όλη αυτή την μακρόχρονη περιπέτεια ελάχιστο και τρομοκρατημένο. Κι όμως ο Γρηγόριος κατόρθωσε μέσα σε δύο χρόνια να επικρατήσει ξανά η ορθοδοξία, να καταλάβουν οι ορθόδοξοι και πάλι τους ναούς, ακόμη και τον καθεδρικό, να φύγει ο αρειανός επίσκοπος και να καταλάβει τη θέση του ο Γρηγόριος. Τέτοια ήταν η αναζωογόνηση της Ορθοδοξίας, ώστε όχι μόνο να επικρατήσει, αλλά να διοργανωθεί και η σύγκληση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381, η οποία θα ολοκληρώσει το Σύμβολο της Πίστεως, την καταπολέμηση των αιρετικών, και θ’ ανακηρύξει την αρχιεπισκοπή Κων/πόλεως σε Πατριαρχείο δεύτερο τη τάξει μετά το Πατριαρχείο της Ρώμης. Τεράστια λοιπόν η δράση τους και αντιστρόφως ανάλογη του χρόνου που είχαν στη διάθεσή τους. Μπορούμε να πούμε, ότι στο σημείο αυτό οι τρεις ιεράρχες μιμήθηκαν τον Χριστό, ο οποίος ως άνθρωπος έζησε μόνο 33 χρόνια και εργάσθηκε μόνο για 3 χρόνια. Όμως η επίδρασή του υπήρξε αιώνια και αθάνατη. Το ίδιο συνέβη και στη περίπτωση των τριών ιεραρχών. Είναι καθημερινά παρόντες στη διδαχή, στην υμνολογία, στην ερμηνευτική, στη συστηματική θεολογία της Εκκλησίας μας. Δεινοί θεολόγοι, δεινοί ελληνιστές, δεινοί νομικοί. Ειδικά ο Μ. Βασίλειος με τους 92 κανόνες του που έλαβαν οικουμενικό κύρος από την πενθέκτη οικουμενική σύνοδο είναι πατέρας του κανονικού δικαίου της Εκκλησίας μας. Οι λύσεις που δίνει στους κανόνες του απηχούν σύγχρονο δίκαιο και μάλιστα τόσο ποινικό και αστικό όσο και γενικές αρχές αυτού. Ήταν και οι τρεις ασθενικής κράσεως. Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος εκ φύσεως, ο ι. Χρυσόστομος κατόπιν σκληράς ασκήσεως εις σπήλαιον επί διετία. Στις επιστολές τους και στα αυτοβιογραφικά αποσπάσματα των κειμένων του Γρηγορίου φαίνεται συνεχώς και κατ’ επανάληψη το φαινόμενο αυτό της αδυναμίας. Λέγει χαρακτηριστικά ο Γρηγόριος ότι «μετείχε του βίου τόσο λίγο, ώστε απλώς και μόνο να αναπνέει» (επιστολή 241 προς Αβούργιον). Κι όμως αυτοί οι αδύναμοι, οι ασθενείς, οι καχεκτικοί άκουσαν τον Παύλο που λέγει «όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμί». Άκουσαν το «υμείς έστε το άλας της γης…υμείς έστε το φως του κόσμου» που είπε στους αδύνατους ο Χριστός· αυτός που ως άνθρωπος ήταν τόσο αδύνατος που δεν μπόρεσε να σηκώσει τον σταυρό του· που είπε «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»· που είπε «διψώ»· που μίλησε παραπονετικά και είπε «Θεέ μου Θεέ μου ινατί με εγκατέλειπες». Κι όμως αυτός ο αδύνατος είχε τη δύναμη να πει, γι’ αυτούς που τον σταυρώσανε, στο Θεό και πατέρα του· «πάτερ άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Είχε τη δύναμη, τον καιρό που τον κορόιδευαν ότι άλλους έσωσε και δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του, να μη κάνει χρήση της θείας δυνάμεώς του, που φάνηκε καθαρά μετά το θάνατό του. Είχε τη δύναμη να επικρατήσει, ενώ οι εχθροί του ανθρωπίνως τον νίκησαν. Και έτσι οι αδύνατοι που άκουσαν και ακολούθησαν τον αδύνατο Χριστό γίνανε δυνατοί. Οι αμνοί νίκησαν τους λύκους, οι φτωχοί τους πλουσίους, αυτοί που δεν είχαν προστάτες αυτούς που προστάτευε η τότε κοσμική και αιρετική εξουσία, οι άοπλοι τους οπλισμένους, οι άρρωστοι τους υγιείς. Και δεν υπερηφανεύτηκαν ούτε για τις γνώσεις που είχαν ούτε για τις αρετές ούτε για την αγιότητά τους ούτε για τα αξιώματα παρά μόνο για την ασθένεια τους, μιμούμενοι τον Παύλο που λέγει· «Ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού». Έλεγε ο Γρηγόριος γεμάτος ενθουσιασμό και στεντορεία τη φωνή όταν αντιμετώπιζε τους αρειανούς στην Κων/πολη· «Έχουν εκείνοι τους οίκους, εμείς τον ένοικο. Αυτοί έχουν θράσος, εμείς την πίστη. Αυτοί έχουν χρυσό και άργυρο, εμείς λόγο κεκαθαρμένο». Κατ’ αυτό τον τρόπο κινούμενοι και σκεπτόμενοι οι τρεις ιεράρχες, ενώ ήταν ασθενείς και αδύνατοι σωματικά, έγιναν ηθικά πανίσχυροι, ψυχικά παντοδύναμοι, ατρόμητοι και ανυποχώρητοι στις οποιεσδήποτε πιέσεις των εκάστοτε κρατούντων. Είναι γνωστό το επεισόδιο του Μ. Βασιλείου με τον αξιωματούχο του αυτοκράτορα Ουάλη, τον Μόδεστο, ο οποίος απείλησε με δήμευση, εξορία, βασανισμούς και θάνατο αν ο Βασίλειος δεν υπάκουε στον αρειανό αυτοκράτορα. Η απάντηση του Βασιλείου στις απειλές αυτές ήταν· «Δεν φοβάμαι την δήμευση, διότι μόνο ρούχα και βιβλία έχω· ούτε την εξορία, διότι ‘του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτοίς’· οι βασανισμοί δεν με απασχολούν, διότι το ασθενικό σαρκίο μου δεν θα αντέξει και ο θάνατος που θα επέλθει θα με στείλει γρηγορότερα στον Κύριό μου». Ο Μόδεστος θαύμασε για την απάντηση και είπε γεμάτος απορία· «γιατί κανένας άλλος επίσκοπος δεν μου μίλησε έτσι»; «Γιατί δεν γνώρισες αληθινό επίσκοπο» του εξήγησε ο Μ. Βασίλειος.  Εκτός της ασθενικής τους κράσεως και της φυσικής τους αδυναμίας οι τρεις ιεράρχες είχαν συνεχή συνοδό του βίου τους τον πόνο. Ο Χρυσόστομος έμεινε ορφανός λίγους μήνες μετά τη γέννηση του από πατέρα και ο Μ. Βασίλειος κι αυτός μένει ορφανός σε ηλικία 15 ετών από πατέρα. Ο ι. Χρυσόστομος, λόγω της παντελούς ελλείψεως του πατέρα του, ανέπτυξε ισχυρό ψυχικό σύνδεσμο με τη μητέρα του, μ’ αποτέλεσμα, όταν αποφάσισε να γίνει μοναχός και κείνη τον παρακάλεσε να μη τη κάνει δεύτερη φορά χήρα, εκείνος ανέβαλε την αφιέρωσή του. Εάν ο Θεός δεν έπαιρνε γρήγορα τη μητέρα του, πιθανόν να μη είχαμε σήμερα τον άγιο Χρυσόστομο. Είναι οι τρυφερές αδυναμίες μεγάλων ανδρών που μας θυμίζουν ότι δεν παύουν να είναι άνθρωποι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο Γρηγόριος ο θεολόγος αν και δεν έχασε τους γονείς του, εν τούτοις αντιμετωπίζει κι αυτός την ορφάνια κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο. Φύση απαλή, συναισθηματική, στενά δεμένη με τους συγγενείς και τους φίλους, χάνει τον αδελφό του Καισάριο σε ηλικία 38 ετών το 368, και την αδελφή του Γοργονία σε ηλικία 42 ετών το 369, δηλαδή ένα χρόνο μετά το θάνατο του αδελφού του. Μετά πέντε χρόνια, το 374, χάνει τον πατέρα του 100 ετών και σε λίγους μήνες την μητέρα του που πλησίαζε κι αυτή τα 100. Και μετά τέσσερα χρόνια το 378 χάνει τον φίλο του τον μέγα Βασίλειο. Σε επιστολή του προς τον Ευδόξιο γράφει· «Με ρωτάς πως είναι η κατάστασή μου. Πολύ πικρή. Δεν έχω τον Βασίλειο, δεν έχω τον Καισάριο, τον πνευματικό αδελφό και τον σωματικό. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου με εγκατέλειψαν… Το σώμα μου είναι άρρωστο, τα γηρατειά είναι στα πρόθυρα της ζωής μου. Στις οποιεσδήποτε ενέργειές μου παρουσιάζονται επιπλοκές και αντιδράσεις. Οι φίλοι μου με δείχνουν απιστία, η ζωή της Εκκλησίας παραμένει αποίμαντη. Ο πλους εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει…Μια λύση λυτρώσεως υπάρχει για μένα ο θάνατος (επιστολή 80).  Στην ανωτέρω επιστολή μεταξύ των άλλων παρουσιάζει και την απιστία των φίλων. Ο Γρηγόριος ο οποίος ύμνησε την φιλία όσο λίγοι, ο Γρηγόριος που θυμάται την Αθήνα και την εγκωμιάζει, όχι τόσο για τα αγαθά της παιδείας που του προσέφερε, αλλά γιατί στην Αθήνα δημιούργησε την φιλία του με το Μ. Βασίλειο, αυτός μιλά με πόνο και για τους άπιστους φίλους. Λοιπόν οι αληθινοί φίλοι του έχουν πεθάνει και οι ζωντανοί δεν του είναι πιστοί. Είναι ένα είδος ορφάνιας κι αυτό. Είναι κάτι που αναστάτωσε κι αυτόν τον ψύχραιμο και φλεγματικό Μ. Βασίλειο, ο οποίος σε ανάλογη περίπτωση είπε· «κοντεύω να γίνω μισάνθρωπος». Πράγματι, στην Κων/πολη αργότερα, ο Γρηγόριος ενώ δεν λύγισε από τον πόλεμο των αιρετικών εν τούτοις αναστατώθηκε από τον Μάξιμο τον κυνικό φιλόσοφο. Τον εκτίμησε διά την ασκητικότητά του και την ορθοδοξία του. Τον φιλοξένησε, τον βάπτισε, και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Εκείνος όμως φιλοδόξησε να γίνει κρυφά αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ανατρέποντας το έργο του ευεργέτου του. Το γεγονός αυτό έθλιψε βαθύτατα τον Γρηγόριο, όπως και το ότι στην προσπάθειά του ο Μάξιμος είχε βοηθό του τον αρχιεπίσκοπο Πέτρο Αλεξανδρείας! «Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», ο κόσμος της Εκκλησίας… Μέσα στη ζωή των τριών ιεραρχών βλέπουμε επίσης ξεκάθαρα τη φανέρωση του μυστηρίου της θείας προνοίας. Ενώ ο Γρηγόριος έγραφε την επιστολή του προς τον Ευδόξιο και κατέληγε ότι το μόνο που περιμένει είναι ο θάνατος για να σβήσει την λύπη του για όσα προσωπικά και εκκλησιαστικά κακά έβλεπε, μετά από λίγους μήνες, σύνοδος της Αντιοχείας τον αποστέλλει στην Κων/πολη ν’ αναλάβει εν λευκώ την εκκλησιαστική διοίκηση. Να που ο πυρσός άναψε και ο Χριστός ξύπνησε και η Εκκλησία απόκτησε ποιμένα. Να που η θεία πρόνοια επεμβαίνει, όπου και όποτε αυτή κρίνει σωστό. Βέβαια ο Γρηγόριος έμεινε εκεί μόνο δύο χρόνια. Η αντίθεση της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας με την Κων/πολη και ο φθόνος συνεπισκόπων του τον ανάγκασαν να φύγει. Πλην όμως ο Γρηγόριος εάν ζούσε και μόνο τα δύο χρόνια που αφιέρωσε στην Κων/πολη (379-381) θα ήταν ο ίδιος όπως τον γνωρίζουμε. Ο άρχοντας του άμβωνα, ο κήρυκας της θυσίας και της αγάπης, η κορυφή της θεολογίας, ο αγωνιστής της Ορθοδοξίας. Σήμερα διαβάζουμε στην εκκλησιαστική ιστορία για δεκάδες πατριάρχες που διακόνησαν το πατριαρχείο της Κων/πόλεως. Πολλούς απ’ αυτούς τους γνωρίζουμε μόνο στο όνομά τους ή γνωρίζουμε την καταστροφή που επέφεραν στην Ορθοδοξία και στο θεσμό του πατριαρχείου. Ενώ ο Γρηγόριος μένει συνεχώς στην ιστορία και μας διδάσκει και μας εμπνέει και μας στηρίζει και παντού μνημονεύεται και η μορφή του διατρέχει όλες τι εποχές και θα τις διατρέχει έως συντελείας αιώνος. Κανένα πρόβλημα που ο Θεός τον άφησε μόνο δύο χρόνια στην Κων/πολη. Το μυστήριο της θείας προνοίας το βλέπουμε και στη ζωή του Μ. Βασιλείου. Αναφέραμε ήδη το γεγονός με τον Μόδεστο και τον αυτοκράτορα Ουάλη. Μετά το επεισόδιο αυτό ο Μόδεστος έγινε φίλος του, ο δε Ουάλης, ενώ είχε αποφασίσει να υπογράψει το διάταγμα εξορίας, είδε το χέρι του να τρέμει και να παραλύει. Έτσι σταμάτησε. Αργότερα, όταν επισκέφθηκε την Καισάρεια και είδε το Μ. Βασίλειο και το έργο του, τόσο εντυπωσιάσθηκε που αντί για εξορία του χορήγησε οικονομική ενίσχυση για τα ιδρύματά του.  Και στη ζωή του ιερού Χρυσοστόμου βλέπουμε τη θεία πρόνοια να ενεργεί. Ενώ δρούσε ως κληρικός στην Αντιόχεια της Συρίας, μακριά από την Κων/πολη, χωρίς ιδιαίτερες διασυνδέσεις και γνωριμίες με υψηλά εκκλησιαστικά και πολιτικά πρόσωπα, τον απήγαγαν κυριολεκτικά για να τον κάνουν αρχιεπίσκοπο. Τι είχε συμβεί; Ο ευνούχος Ευτρόπιος, πρωθυπουργός στη Βυζάντιο, παντοδύναμος και επηρεάζων τον αυτοκράτορα Αρκάδιο στον οποίον είχε προξενέψει και την Ευδοξία ως σύζυγό του, είχε επισκεφθεί την Αντιόχεια και γνώρισε την προσωπικότητα και το έργο του Χρυσοστόμου. Έδωσε εντολή στον έπαρχο να πάρει τον Χρυσόστομο με άμαξα, δήθεν για να τον ξεναγήσει στους τάφους των μαρτύρων, και κείνος τον μετέφερε στην Κων/πολη.  Αργότερα βέβαια, ο Χρυσόστομος ήλεγξε τον Ευτρόπιο για τη φιλαργυρία του, για την αγάπη του στα πολυδάπανα πανηγύρια και για την κατάργηση του ασύλου των ναών, με αποτέλεσμα να έρθει σε ρήξη μαζύ του και να παγώσει περισσότερο τις σχέσεις του με τα ανάκτορα. Θαυμαστή θεολογική ανάπτυξη, του μυστηρίου της θείας προνοίας, έχουμε στη πραγματεία του ι. Χρυσοστόμου «τον εαυτόν μη αδικούντα ουδείς παραβλάψαι δύναται». Εκεί ο ιερός πατήρ αναπτύσσει και εξηγεί διά πολλών, ενώ βρίσκεται στην δεύτερη εξορία του, ότι «πολλοί οι αδικούντες, ουδείς ο αδικούμενος» λόγω της θείας προνοίας.  Θα πει κάποιος· ωραία όλα αυτά, αλλά «τω καιρώ εκείνω». Σήμερα που ζούμε σε πολυπολιτισμικά, πολυεθνικά και πολυθρησκειακά περιβάλλοντα τι γίνεται; Έχουν θέση οι τρεις ιεράρχες στην παιδεία μας; Βεβαίως έχουν. Οι ίδιοι ζήσανε και εργάστηκαν σε παρόμοια περιβάλλοντα. Και διαλέχτηκαν με την εποχή τους, αντέκρουσαν εσφαλμένες θεωρίες, διόρθωσαν φιλοσοφικά ατοπήματα βάσει του ευαγγελίου. Βεβαίως τον χριστιανισμό ποτέ δεν μπορούμε να τον επιβάλλουμε διά της βίας. Όταν το κάνουμε αυτό τον καταργούμε. Αλλά με διάκριση, σύνεση, φωτισμό Θεού μπορούμε να τον παρουσιάζουμε. Μπορεί η επιστήμη να προόδευσε και να έχουν αλλάξει τα πάντα. Αλλά ο θάνατος και ο πόνος παραμένουν ακλόνητα και άπαρτα κάστρα και το μεταφυσικό κενό όσο αυξάνει η γνώση τόσο μεγεθύνεται. Η χριστιανική πίστη και η χριστιανική κοσμοθεωρία, σήμερα, είναι όσο ποτέ αναγκαία. Ας το προσέξουμε.  ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ – ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
  • Λόγος στους Τρεις Ιεράρχες
    Λόγος στους Τρεις Ιεράρχες
    1. Η καθιέρωση του κοινού εορτασμού. Η καθιέρωση του κοινού εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ως οικουμενικών διδασκάλων της Εκκλησίας ανάγεται στον ια΄ αιώνα, πιθανώς επί της Βασιλείας Αλεξίου του Κομνηνού. Για τον κοινό εορτασμό τους παρουσιάζονται στους Συναξαριστές δύο πιθανές εξηγήσεις. Η πρώτη και πιο γνωστή εκδοχή είναι, ότι αποφασίστηκε ο συνεορτασμός τους από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για να δοθεί τέλος σε μια φιλονικία που ξέσπασε ανάμεσα στους λογίους της εποχής σχετικά με το ποιος από τους τρεις Πατέρες είναι ο σημαντικότερος. Οι λόγιοι της εποχής είχαν χωριστεί σε τρεις παρατάξεις. Σύμφωνα με την παράδοση οι τρεις άγιοι παρουσιάστηκαν σε όραμα στον επίσκοπο Ευχαϊτών Ιωάννη Μαυρόποδα και τον πρόσταξαν να καθιερώσει την τέλεση της κοινής μνήμης τους, ώστε να πάψουν οι διαμάχες. Η δεύτερη εκδοχή έχει ως εξής: η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ήδη από πολύ νωρίς συνεόρταζε τη μνήμη των τριών Αγίων μαζί με άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, το Μεγάλο Αθανάσιο και το Γρηγόριο Νύσσης. Πιθανολογείται, λοιπόν, ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ακολούθησε την προαναφερόμενη ιεροσολυμητική διάταξη, προβάλλοντας την τριάδα των Αγίων εκείνων που το έργο τους υπήρξε το θεμέλιο της πνευματικής της ζωής. άλλωστε, το τυπικό και γενικότερα τα λειτουργικά έθιμα των Ιεροσολύμων, ασκούσαν πάντοτε επιρροή στην Εκκλησία της πρωτεύουσας. Ως εορτή των ελληνικών γραμμάτων καθιερώθηκε επισήμως από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Αθηνών το ακαδημαϊκό έτος 1843‐4. Η σχέση των τριών ανδρών με την πόλη των Αθηνών ήταν στενή, αφού σύμφωνα με τη συναξαριστική τους παράδοση υπήρξε σημαντικός σταθμός στη μόρφωσή τους. 2. Η εποχή μας. Τη μνήμη τους εορτάζουμε και σήμερα διδάσκοντες και διδασκόμενοι της ελληνικής εκπαίδευσης. όμως, ποια είναι αλήθεια στην εποχή μας η σημασία της μνήμης των τριών Ιεραρχών; Σήμερα ζούμε καθώς λέγεται σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης, δηλαδή σε ένα κόσμο που οι οικονομικές και πολιτισμικές επαφές των λαών χάρη στην τεχνολογική ανάπτυξη έχουν συντελέσει στο να αισθάνονται οι άνθρωποι (κυρίως των ανεπτυγμένων χωρών) πολίτες του κόσμου. Η επιστήμη κατόρθωσε να αυξήσει σημαντικά το μέσο όρο και την ποιότητα ζωής. Πολλοί, όμως, μιλούν για κρίση ή και παντελή ακόμα έλλειψη αξιών.Τα υπαρξιακά και κοινωνικά ερωτήματα που αποτελούν διαχρονικά προβλήματα του ανθρώπου σήμερα εντείνονται. Ο διαπρεπής κοινωνιολόγος Aντονι Γκίντενς στο βιβλίο του «Ο κόσμος των ραγδαίων αλλαγών» παρατηρεί: «Καθώς σε παγκόσμιο επίπεδο η επιρροή της παράδοσης και του εθίμου περιορίζεται… και η παράδοση εξασθενεί και κυριαρχεί η επιλογή του τρόπου ζωής, ο εαυτός δεν εξαιρείται. Η ταυτότητα του εαυτού πρέπει να δημιουργηθεί και να αναδημιουργηθεί πάνω σε μια πιο ενεργητική βάση απ’ ό,τι προηγουμένως». Στο πρόβλημα της αναζήτησης ταυτότητας και της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην άκριτη αποδοχή του νέου και τη δογματική άρνηση αυτού καταλήγει ο συγγραφέας, ότι η ανοχή και ο διάλογος σε ένα κόσμο παγκοσμιοποίησης θα πρέπει να καθοδηγούνται από οικουμενικές αξίες. Οι ηθικές δεσμεύσεις είναι απαραίτητες. Αραγε, ποιο πρότυπο ανθρώπου προτείνει η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία; Για να δώσουμε μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να σκεφτούμε, τι προσδοκίες έχει η κοινωνία από τον άνθρωπο, τι είδους παιδεία του προσφέρει. Η παιδεία με την ευρεία έννοια της ανατροφής, της αγωγής, η οποία σήμερα έχει ξεφύγει από την αποκλειστική επιρροή και τον έλεγχο των παραδοσιακών φορέων της, (της οικογένειας, του σχολείου και της Εκκλησίας ), καθώς και με τη στενή έννοια της εκπαίδευσης σχολικής – επαγγελματικής, στο μεγαλύτερό της φάσμα εκπαίδευση εξειδίκευσης, συχνά δε δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας. Δεν του παρέχει τα ερεθίσματα να γνωρίσει τον εαυτό του και τον κόσμο, αλλά καλλιεργεί μονομερώς κάποιες εκμεταλλεύσιμες δεξιότητές του. Ο άνθρωπος γίνεται μία παραγωγική μονάδα στη διαδικασία εξυπηρέτησης υλικών συμφερόντων και αποτιμάται με το χρήμα και το κύρος που του προσφέρουν οι τίτλοι. Επίσης, αδυνατεί να διακρίνει τηνπραγματική αξία μέσα στο χάος των επιλογών, αφού στερείται προσανατολισμού και κριτηρίων. έτσι το όλον χάνεται για χάρη του μέρους και ο άνθρωπος ως φύση δεν κατορθώνει να γίνει πρόσωπο. 3. Η εποχή των τριών ιεραρχών. Οι τρεις ιεράρχες έζησαν και έδρασαν στο β’ μισό του 4ου αιώνα, την εποχή της ύστερης αρχαιότητας. Η περίοδος αυτή παρουσιάζει πολλά κοινά με τη σημερινή εποχή. Το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου συγκροτούσε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ένα ουσιαστικά πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό κράτος που παραλληλίζεται με τον κόσμο της σημερινής εποχής και θεωρείται πρόδρομος αυτής. Οι ιστορικοί τονίζουν ιδιαίτερα το ρόλο του μεγάλου Αλεξάνδρου και των Διαδόχων του στην πολιτισμική ενοποίηση των γνωστών λαών της εποχής. Τότε όπως και σήμερα σημειώθηκε μια συνάντηση των πολιτισμών. Με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσα πραγματοποιήθηκε μια ραγδαία πρόοδος στα γράμματα και τις επιστήμες και μια πολιτισμική ενοποίηση της Ανατολικής κυρίως Μεσογείου. Το μόρφωμα αυτό που καλείται ελληνιστικός πολιτισμός συνεχίστηκε και προωθήθηκε από τη ρωμαϊκή διοίκηση η οποία ουσιαστικά είχε εξελληνιστεί. Η ανάπτυξη του εμπορίου, οι μετακινούμενες ομάδες, τα λιμάνια, τα εμπορικά κέντρα είχαν ήδη δημιουργήσει ένα κλίμα συνύπαρξης και ισότητας των λαών της αυτοκρατορίας. Οι παραδοσιακές κοινωνικές ομάδες, όπως η οικογένεια και η φυλή διέρχονταν μεγάλη κρίση. Οι κοινωνικές αυτές αλλαγές, η πληθώρα των αντιλήψεων, η συνύπαρξη του παραδοσιακού με το καινούριο, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων είχαν δημιουργήσει ένα κόσμο σύγχυσης. Οι πολίτες αγωνιούσαν μέσα από ένα κυκεώνα προβλημάτων να βρουν την ταυτότητα τους. Οι άγιοι της Εκκλησίας ήρθαν αντιμέτωποι με τα κοινωνικά, ηθικά και πολιτιστικά διλλήματα και αδιέξοδα της εποχής τους. Κατόρθωσαν, όμως, εμφορούμενοι από τα χριστιανικά ιδανικά και μετέχοντας της ελληνικής παιδείας να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι σε όλες τις προκλήσεις και αναδειχθούν νικητές. 4. Βιογραφικά στοιχεία. Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, επίσης, γύρω στο 330 στην Αριανζό της Καππαδοκίας, ενώ ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα μέσα του αιώνα στην Αντιόχεια της Συρίας. Και οι τρεις κατάγονταν από επιφανείς οικογένειες. Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ήταν γιοί επισκόπων (την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμα καθιερωθεί η αγαμία των επισκόπων), ενώ ο Ιωάννης ήταν γιος στρατηγού που έφυγε από τη ζωή όταν ο Ιωάννης ήταν μικρός ακόμα σε ηλικία. Οι μητέρες τους διακρίνονταν για την ευσέβειά τους. Οι ευκαιρίες και τα ερεθίσματα για μόρφωση στο πολυπολιτισμικό αυτό περιβάλλον ήταν ποικίλα. Μάλιστα, κατά τα μέσα του 4ου αιώνα, η Εκκλησία (ιεραρχία και ποίμνιο) αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τη δυνατότητα των νέων να λάβουν μία «θύραθεν» παιδεία. έτσι δύο τάσεις κυριαρχούσαν στην Εκκλησία, η περιφρόνηση της θύραθεν παιδείας που ήταν και η ισχυρότερη και η υπερτίμησή αυτής. Οι τρεις, όμως, άνδρες σπούδασαν χωρίς προκατάληψη ό,τι σημαντικότερο πρόσφερε η εποχή τους, σε επίπεδο «θύραθεν» και «χριστιανικών» σπουδών. Αναζήτησαν τη γνώση στα μεγάλα μορφωτικά κέντρα της εποχής, στην Καισαρεία, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Αθήνα. Θαύμαζαν τους έλληνες που με την επιστήμη τους είχαν μελετήσει όλους τους τότε γνωστούς τομείς του επιστητού, γι’ αυτό και έκαναν τη γνώση των Ελλήνων κτήμα τους. Οι ιεράρχες οικειώθηκαν την ελληνική φιλοσοφία για να διατυπώσουν την πίστη της Εκκλησίας αποφεύγοντας τη λεπτομερή σκιαγράφηση του απολύτου όντος με κατηγορίες του κόσμου τούτου. Με τη χρήσης της απέφυγαν και πολέμησαν οποιαδήποτε μυθική κατανόηση της χριστιανικής πίστης που θα υποβίβαζε και θα περιόριζε την περί Θεού αντίληψη της Εκκλησίας σε ένα δημιούργημα της ανθρώπινης φαντασίας. Σε αυτό το σημείο αρκεί να αναφερθεί η ανεκτίμητη συμβολή τους στην αντιμετώπιση της τριαδολογικής – χριστολογικής αίρεσης του Αρειανισμού, μίας προσπάθειας να κατανοηθεί με ορθολογικό τρόπο η Ουσία του Θεού. Αξιοσημείωτο παράδειγμα εφαρμογής της ελληνικής φιλοσοφίας στη θεολογία της Εκκλησίας είναι η Ευχή της Αναφοράς της Λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπου με αποφατισμό και με την Παρμενίδεια φιλοσοφία του όντος περιγράφεται ο Θεός ως το επέκεινα του κόσμου τούτου:«Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων». Είναι εντυπωσιακό, ότι μετά τις σπουδές και την επάνοδο στην πατρίδα τους δεν αναζήτησαν τα υψηλά κοσμικά αξιώματα που τους εξασφάλιζε η μόρφωσή τους και η αναγνώριση από τους συνανθρώπους τους, αλλά και οι τρεις έφυγαν στην έρημο κι έπειτα έθεσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Και οι τρεις χειροτονήθηκαν επίσκοποι, ο Βασίλειος Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης Κωνσταντινουπόλεως. Ως συγγραφείς καλλιέργησαν τα σημαντικότερα είδη του γραπτού λόγου της εποχής τους στα πλαίσια του ποιμαντικού τους έργου. Η προσφορά τους υπήρξε πολυδιάστατη και αξιόλογη για την εποχή που έζησαν, αλλά και παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές. Προσέφεραν και προσφέρουν στην ανθρωπότητα ως μεγάλοι παιδαγωγοί με το γραπτό έργο και το βίο τους, περιγράφοντας αλλά και ενσαρκώνοντας το πρότυπο του «χριστιανού» ανθρώπου. 5. Η αναφορά του ανθρώπου στο Θεό μέσα από τα έργα τους. Η διδασκαλία τους και οι απόψεις τους πάνω σε θέματα της εποχής τους που απασχολούν και σήμερα την ανθρωπότητα έχουν για το σύγχρονο άνθρωπο μεγάλη παιδευτική αξία. Το βασικό υπαρξιακό πρόβλημα, αυτό της ανθρώπινης ταυτότητας, δηλαδή της θέσης του ανθρώπου στον κόσμο και της σχέσης του με τον εαυτό του, και το συνάνθρωπο, συνδέεται κατά τους Πατέρες άμεσα με τη σχέση Θεού ‐ ανθρώπου. Η διδασκαλία τους πάνω στο συγκεκριμένο θέμα είναι καθόλα επίκαιρη, αφού αν κάτι απουσιάζει από τη ζωή του σημερινού ανθρώπου, αυτό είναι η ευχαριστιακή αναφορά της ύπαρξής του στο Θεό. Ο άνθρωπος «ζώον εν εξ αμφοτέρων», μέτοχος «αοράτου τε…και ορατής φύσεως» κατά το Γρηγόριο το Θεολόγο, δημιουργήθηκε από το Λόγο του Θεού και τοποθετήθηκε στον κόσμο ως άλλος «άγγελος», ως «προσκυνητής μικτός». Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο είναι ο σύνδεσμος του υλικού κόσμου με τον πνευματικό, αφού «διά μὲν γάρ της νοητης ούσίας κοινωνεί ταις άνω δυνάμεσι͵ διά δε της αἰσθητης τοις της γης συνήπται πράγμασι». Δημιουργημένος «κατ΄εικόνα» Θεού και «ομοίωσιν», αυτεξούσιος, έχοντας τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και την απουσία του, την αυθεντικότητα και την αμαρτία, τη ζωή και το θάνατο, τέθηκε ο άνθρωπος «επόπτης της ορατής κτίσεως» και «βασιλέας». Η βασιλεία, η κυριότητα του ανθρώπου στη γη δεν είναι ανεξάρτητη, έχει την αναφορά της «άνωθεν». Η αξιολόγηση από τον άνθρωπο του εαυτού του ή της κτίσεως ως απόλυτης αξίας αποτελεί αμαρτία που φέρνει τον άνθρωπο, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά το σφάλμα των προπατόρων, μακριά από την αλήθεια, μακριά από τη ζωή, αντιμέτωπο με το μηδέν. Η σωστή τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στη ζωή και τον κόσμο, προϋποθέτει την αναγνώριση του Θεού, του «ποιητή» και «παντοκράτορα» του κόσμου, δηλαδή του Απολύτου. Αυτό επιτυγχάνεται, κυρίως, με την επίγνωση της προσωρινότητας της ζωής. Η μετοχή του ανθρώπου στον υλικό κόσμο, στης «φύσεως τὸ εύτελές» τον διδάσκει τη σχετικότητα του και τον οδηγεί στην ταπείνωση, δηλαδή στη συνειδητοποίηση των ορίων του μέσα στον κόσμο. Γράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Γη και σποδὸς ει τέφρα καὶ κόνις͵ καπνός καὶ σκιά͵ χόρτος καὶ άνθος χόρτου. Τοιαύτη φύσει μεγαλοφρονεις͵ ειπέ μοι; Καὶ τί τούτου γένοιτ΄ αν καταγελαστότερον;». Η σχετική ανθρώπινη ζωή νοηματοδοτείται μόνο κατά τη μετοχή της στην «πηγή της ζωής», το Θεό. Κατά το Μεγάλο Βασίλειο: «Ο δε Θεός͵ ο ποιήσας τον άνθρωπον͵ ή αληθινή εστι ζωή. Ο ουν απολέσας την προς τον Θεον ομοιότητα απώλεσε την προς την ζωην οικειότητα·». Αντιθέτως, «Ο… ομοιωθεὶς τω Θεώ…͵ και της θείας ζωής εκτήσατο πάντως την ομοιότητα͵ εἰς το διηνεκὲς παραμένων τη αϊδίω μακαριότητι». Με τη λύτρωση της ανθρωπότητας δια του Ιησού Χριστού αντικειμενικά προσφέρεται η ευκαιρία για την προσωπική οικείωση του Θεού. Η δοξολογική σχέση του ανθρώπου με το Θεό χαρίζει στον άνθρωπο την αθανασία, χαρίζει τον Παράδεισο. «῏Ην ποτε ο Αδάμ άνω͵ ού τόπω͵ αλλά τη προαιρέσει», τονίζει ο Μέγας Βασίλειος, για να συνειδητοποιήσουμε, ότι ο παράδεισος ή η κόλαση, η ζωή ή ο θάνατος βρίσκονται σε κάθε αξιολογική μας κρίση. Η επιλογή της ζωής προϋποθέτει την «εν Κυρίω παιδεία καὶ νουθεσία», που όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, αποτελεί «καλλίστη…επιμέλεια»͵ και «γνησία κηδεμονία» . όταν η παιδεία έχει ως σημείο αναφοράς το Θεό, δε δίνει περιθώρια αλαζονείας και αυτοθέωσης. Ο εαυτός, ο συνάνθρωπος, ο περιβάλλον κόσμος, όλα ανάγονται στο Δημιουργό. όταν «ή παιδεία μετάληψις αγιότητός εστι» επιτυγχάνεται η αυτοπραγμάτωση. Η ανθρωπολογία των Πατέρων είναι δυναμική, ως πορεία από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, κατευθυνόμενη στα έσχατα. Το παρόν νοηματοδοτείται από το μέλλον. Βλέπουν τον άνθρωπο ως «ζώον ενταύθα οἰκονομούμενον͵ και αλλαχοῦ μεθιστάμενον͵ καὶ πέρας του μυστηρίου τη προς Θεὸν νεύσει θεούμενον». Με σκοπό, αυτή την αναφορική και εσχατολογική κατεύθυνση του ανθρώπου προς το Θεό και την ένωση μαζί Του, στα πλαίσια του λειτουργικού χωροχρόνου, συνέγραψαν οι άγιοι Βασίλειος και Ιωάννης, πιθανόν και ο Γρηγόριος, τις Ευχές των Λειτουργιών που τελούνται και σήμερα στην Εκκλησία. 6. Η αναφορά του ανθρώπου στο Θεό μέσα από τη ζωή τους. Δεν είναι, όμως, μόνο το γραπτό έργο των Πατέρων που μας διδάσκει για τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο και τη σχέση αυτού με το Θεό, αλλά και η ζωή τους. Στη ζωή τους έκαναν πράξη πιστά όσα διακύρρηξαν. Η αναφορά της ίδιας της ύπαρξής τους στο Θεό, εκφράστηκε μέσω της συνέπειας Λόγων και έργων. Ταύτισαν την Ορθοδοξία με την Ορθοπραξία. Σημαντική υπήρξε η φιλανθρωπική τους δράση. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος οραματίστηκε και προσπάθησε να πραγματοποιήσει την οργάνωση της κοινωνίας των μοναχών, αλλά και των κοσμικών με πρότυπο την πολιτεία των Αγγέλων. έτσι, με σκοπό την αγαπητική συνύπαρξη των ανθρώπων, οργάνωσε την κοινοβιακή μοναστική ζωή και έκτισε τη «Βασιλειάδα», ένα συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων. Χαρακτηριστική είναι η στάση των Ιεραρχών απέναντι στην κοσμική εξουσία που επεδίωκε να κατευθύνει την Εκκλησία προς όφελός της.Για τον αγώνα υπέρ της ορθής πίστης ο Μέγας Βασίλειος πολεμήθηκε σφοδρά από τον αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη. Η απάντηση του Αγίου στις απειλές του απεσταλμένου του αυτοκράτορα, επάρχου Μοδέστου, καθιστά το Βασίλειο πρότυπο χριστιανού: «Πύρ δε και ξίφος και θήρες και οι τας σάρκας τέμνοντες όνυχες͵ τρυφή μαλλον ήμίν είσιν η κατάπληξις». «ου δε Θεός το κινδυνευόμενον και προκείμενον͵ ταλλα περιφρονούντες͵ προς αύτον μόνον βλέπομεν». Καμία υποχώρηση ή παραχώρηση δε χωρά όταν το κριτήριο είναι η Αλήθεια.Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αν και γεύτηκε πολλές απογοητεύσεις κάποτε και από φορείς της ίδιας της Εκκλησίας και οι αρειανόφρονες αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, δεν υποχώρησε και δε δίστασε μέχρι το τέλος της ζωή του να στηρίζει την Ορθοδοξία. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποτελεί ίσως την τραγικότερη μορφή όλων. Ασκώντας κριτική στα κακώς κείμενα της εποχή του ήρθε σε σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία η οποία τον εδίωξε αδυσώπητα. Καθαιρέθηκε και μετά από πολλές ταλαιπωρίες πέθανε στην εξορία. 7. Επίλογος. Οι Τρεις Ιεράρχες μέσα από τη ζωή και το έργο τους μας διδάσκουν και μας προσφέρουν το διαχρονικό πρότυπο ανθρώπου, εκείνο του Αγίου.Σημαντικό τους επίτευγμα ήταν ο εκλεκτικισμός τους, η χρήση της φιλοσοφίας και της γλώσσας της εποχής τους ως δομικού υλικού της αλήθειας της Εκκλησίας, ως μέσου παιδαγωγίας και προσέγγισης του ανθρώπου. Η γνώση για τους Πατέρες ήταν το μέσο για την αύξηση της εμπειρίας της αλήθειας με τη δύναμη του Αγιοπνευματικού φωτισμού και όχι ο σκοπός. Δεν προσκολληθήκαν στη γνώση αυτή καθαυτή, αλλά την είδαν χρηστικά για το καλό του ανθρώπου. Ο σκοπός της παιδείας για τους Πατέρες δεν περιορίζεται στη γνώση και την εξειδίκευση, αλλά είναι η σωστική πορεία από το κατ’ εικόνα προς το καθ’ ομοίωση, προς την εκπλήρωση των δυνατοτήτων του ανθρώπου, των χαρισμάτων του! Η πορεία αυτή της αυτοπραγμάτωσης είναι δυναμικά ανοδική, μία πορεία προς την ομοίωση με το Θεό. Δεν πρόκειται για κάτι θεωρητικό, αλλά για την ίδια τη ζωή. Η Ορθοδοξία δεν υφίσταται χωρίς την Ορθοπραξία, αφού η θεωρία δεν υφίσταται και είναι κενή αξίας δίχως την πράξη. Ο διαχωρισμός αυτός θεωρίας και πράξης δεν υπήρχε στη ζωή των τριών Πατέρων και γενικότερα στη ζωή των Αγίων της Εκκλησίας. Ο Ιησούς Χριστός πρόσφερε την υψίστη παιδαγωγία όχι μόνο με το Λόγο Του, το διδακτικό Του έργο, αλλά κυρίως με τη ζωή και τη σταυρική Του Θυσία. Οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Ομολογητές, ο χορός των Αγίων, οι Τρεις Ιεράρχες εντάχθηκαν στο Σώμα της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας μιμούμενοι το Θεάνθρωπο, κατά το παύλειο παράγγελμα «μιμηταί μου γίνεσθε͵ καθὼς καγώ Χριστού» (Α΄Κορ. 11,1). Η παιδεία αφορά την ουσία της ζωής, την καταξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου, την πορεία προς το Θεό, τη θέωση. «H παιδεία μετάληψις αγιότητός εστι», αυτή είναι η πρόταση των Πατέρων στις προκλήσεις οποιασδήποτε παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.
  • Άγιε Νικόλα μας, θαλασσινέ μας
    Άγιε Νικόλα μας, θαλασσινέ μας
    Ένας από τους πιο αγαπημένους Αγίους του θαλασσινού λαού μας, είναι ο Άγιος Νικόλαος! Ποιος άλλωστε ναυτικός δεν έχει να διηγηθεί ένα θαύμα του; Ποιο νησί δεν έχει να ιστορήσει μια παρέμβασή του; Ποια θάλασσα δεν έχει μια Εκκλησία του; Ποιο λιμανάκι δεν έχει ένα ξωκλήσι του; Και ποιο σκαρί δεν έχει μιαν εικόνα του;   Και πράγματι, στα περισσότερα ελληνικά σπίτια, πλάι στην εικόνα του Χριστού και της Θεοτόκου, υπάρχει μέχρι σήμερα η εικόνα του μεγάλου και θαυματουργού Αγίου Νικολάου, όπου καίει το ταπεινό, μα ουρανοφόρο καντηλάκι, που όσο πιο ταπεινό και αγαθό είναι, τόσο πιο πολύ φεγγοβολάει στα μάτια του Θεού!    Αλλά και πράγματι από την άλλη, ο Άγιος Νικόλαος επισκέπτεται - όπως και άλλοι Άγιοι - αοράτως τους καλούς και πιστούς Χριστιανούς, τα σπιτικά  και τα παιδιά τους και δε σταματά να θαυματουργεί με τη Χάρη του Θεού και να τους βοηθά!   Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ  ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΑΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ  Αμέτρητες έτσι είναι οι ιστορίες των ναυτικών μας, των ψαράδων και των καπεταναίων μας,που ταξιδεύουν ως τα σήμερα στις θάλασσες και τους απέραντους ωκεανούς της γης, aλλά και οι ιστορίες του αήττητου Πολεμικού μας Ναυτικού, που τον έχει Προστάτη! Είναι άλλωστε καταγεγραμμένη στον τελευταίο πόλεμο η παρέμβασή του, παραμονές των Χριστουγέννων του 1940, στο απίθανο κατόρθωμα του θρυλικού Υποβρυχίου «Παπανικολής», που κατάφερε να μπει στα Στενά του Οτράντο, εκεί απέναντι σχεδόν από το Μπάρι (αρχαιοελληνική Βάρη) όπου και βρίσκονται τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, τα οποία είχαν αρπάξει από τα Μύρα το 1.087 ξένοι ναύτες και τα μετέφεραν εκεί … Έτσι και ενώ το πλήρωμα του «Παπανικολή» έπλεε προς το στόμα του ιταλικού λύκου, μέσα στα σπλάχνα του γερασμένου σκάφους, όπου έστεκε η εικόνα του Αγίου Νικολάου, κόλλησαν επάνω της θαυματουργικά τρία πενηνταράκια, σαν απάντηση στην προσευχή και την ανησυχία του πληρώματος για το εάν τελικά θα γλύτωναν! Μάλιστα προς επιβεβαίωση, ο «Παπανικολής» κατάφερε να βυθίσει στη συνέχεια ακριβώς με τρεις τορπίλες ένα ιταλικό εμπορικό-μεταγωγικό και να γλυτώσει μέσα από μια εφιαλτική κόλαση βομβών βυθού, που εξαπέλυσαν εναντίον του Ιταλικά Αντιτορπιλικά που συνόδευαν την νηοπομπή! Τα Ιταλικά πλοία κατευθυνόταν στην Αλβανία, μεταφέροντας ενισχύσεις εκεί για τις δυνάμεις του Μουσολίνι που είχε εισβάλει από τον Οκτώβριο ήδη στην Ελλάδα και βρισκόταν πια σε άτακτη οπισθοχώρηση στη Βόρεια Ήπειρο! ΔΙΑΣΩΣΕΙΣ ΑΘΩΩΝ    Ιδιαίτερα αναφέρεται η παρέμβαση του Αγίου Νικολάου ως Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, στη διάσωση τριών ανδρών  από το σπαθί του δημίου τους οποίους άδικα είχε 3καταδικάσει σε θάνατο ο τοπικός ηγεμόνας Ευστάθιος, καθώς και τριών στρατηγών που είχαν άδικα συκοφαντηθεί και θα εκτελούνταν στην Πόλη. Τότε μάλιστα φάνηκε ο Άγιος Νικόλαος στον ύπνο του Αγίου Βασιλέως Κωνσταντίνου και του ζήτησε να τους ελευθερώσει επειδή ήταν αθώοι!   ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Ο SANTA CLAUS ΟΛΛΑΝΔΙΑ SINTER KLAAS ή SINT NICOLAAS    Το όνομα Saint Nikolaus, ταξίδεψε και ρίζωσε παντού, σε ολόκληρη την Ευρώπη! Έτσι θεωρείται προστάτης της Μόσχας, όπου αναφέρονται εμφανίσεις του στα μαύρα χρόνια των διωγμών και της κρατικής αθεΐας, αλλά και του ναυτικού Άμστερνταμ της Ολλανδίας, όπου παρά την απαγόρευση αναγνώρισης Αγίων που επέβαλε ο Προτεσταντισμός, ο Άγιος Νικόλας επέζησε θαυμαστά έως σήμερα εκεί, με το όνομα Sinter Klaas ή SintNicolaas, όπου και ανήμερα της κανονικής εορτής του, στις  6 Δεκεμβρίου, παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο, να μοιράζει δώρα στα παιδιά! Αυτή είναι η πιο «καθαρή» μορφή του Αγίου 7 Νικολάου που απέμεινε σήμερα στην προτεσταντική Δύση και διατηρεί στοιχεία ευπρέπειας και ευσέβειας, σε σχέση με τον αμερικανικό Santa Claus, αν και στην Ολλανδία παρουσιάζεται να έχει σαν βοηθό και ένα αγόρι από την Αιθιοπία, τον Μαύρο Πητ, που κάποτε διηγούνται πως είχε απελευθερώσει ο Sinter Klaas στα Μύρα και εκείνο από ευγνωμοσύνη έμεινε για πάντα μαζί του να τον βοηθά… ***********************************************     Άγιε Νικόλα μας, θαλασσινέ μας     Βάλε πλώρη καπετάνιε, τράβηξε για τη στεριά τρικυμία τραμουντάνα δεν κρατάνε τα κουπιά τρικυμία τραμουντάνα δεν κρατάνε τα κουπιά Βάλε πλώρη καπετάνιε, τράβηξε για τη στεριά   Άγιε Νικόλα μας, θαλασσινέ μας βάλε το χέρι σου και βοήθησέ μας βάλε το χέρι σου και βοήθησέ μας Άγιε Νικόλα μας, θαλασσινέ μας   Στη στεριά μας περιμένουν γέροι, νέοι και παιδιά και ανάβουνε καντήλια στο Χριστό, στην Παναγιά και ανάβουνε καντήλια στο Χριστό, στην Παναγιά Στη στεριά μας περιμένουν γέροι, νέοι και παιδιά   Άγιε Νικόλα μας...   Κι η δική μου η μανούλα, με το χέρι στην καρδιά περιμένει να γυρίσω καπετάνιος στη στεριά περιμένει να γυρίσω καπετάνιος στη στεριά Κι η δική μου η μανούλα, με το χέρι στην καρδιά   Άγιε Νικόλα μας...
  • Γιορτάζει η Αγία Βαρβάρα προστάτιδα του Πυροβολικού
    Γιορτάζει η Αγία Βαρβάρα προστάτιδα του Πυροβολικού
    Η Αγία της Χριστιανοσύνης και προστάτιδα του Πυροβολικού Αγία Βαρβάρα γιορτάζει σήμερα 4 Δεκεμβρίου. Η μνήμη της εορτάζεται σε Ανατολή και Δύση στις 4 Δεκεμβρίου, και στις 17 Δεκεμβρίου σε όσες εκκλησίες ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η Βαρβάρα έζησε τον 3ο αιώνα επί Ρωμαίου αυτοκράτορα Μαξιμιανού, στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας ή στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου. Η παράδοση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αναφέρει ότι έζησε στην περιοχή της Τοσκάνης. Ήταν μοναχοκόρη του πλούσιου ειδωλολάτρη Διόσκουρου και από νεαρή ηλικία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, παρά τις αντίθετες προσπάθειες του πατέρα της. Η άρνησή της να παντρευτεί έναν ειδωλολάτρη εξόργισε τον Διόσκουρο, ο οποίος την κατήγγειλε στις ρωμαϊκές αρχές για τη χριστιανική της πίστη. Η Βαρβάρα βασανίστηκε και διαπομπεύτηκε γυμνή, για να αποκεφαλιστεί τελικά από το χέρι του πατέρα της. Ο Διόσκουρος για το ανοσιούργημά του αυτό χτυπήθηκε από κεραυνό και έπεσε νεκρός. Τα λείψανα της Αγίας Βαρβάρας βρίσκονται σήμερα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βλαδιμήρου στο Κίεβο της Ουκρανίας. Στην ελληνική λαϊκή παράδοση η εορτή της Αγίας Βαρβάρας είναι η πρώτη μιας σειράς τριών συνεχόμενων εορτών, που ονομάζονται συνοπτικά «Νικολοβάρβαρα» και περιλαμβάνουν τις εορτές της Αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου), του Αγίου Σάββα (5 Δεκεμβρίου) και του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου). Είναι ταυτισμένη με την έλευση δυνατού κρύου και το μαρτυρούν οι παροιμίες: «Η Βαρβάρα σαβανώνει κι ο Άι Σάββας σαβανώνει», «Τα Αγιονικολοβάρβαρα ή βρέχει ή χιονίζει», «Βαρβαρίτσες, Νικολίτσες, όπου να’σαι μέσα να’σαι» και η ποντιακή «άε Βαρβάρα φύσα, άε Σάββα βρέξον, άε Νικόλα σόντσον (χιόνισε)». Η Αγία Βαρβάρα προστατεύει τα παιδιά που πάσχουν από ευλογιά, επειδή σύμφωνα με μια παράδοση η Βαρβάρα ζήτησε από τον Θεό να προσβληθεί από ευλογιά για να χάσει την ομορφιά της και να μην παντρευτεί ένα ειδωλολάτρη που προόριζε γι’ αυτήν ο πατέρας της. Παλαιότερα, η μολυσματική αυτή ασθένεια «θέριζε» και άφηνε μόνιμα σημάδια στα παιδιά, γι’ αυτό και οι γονείς σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την Αγία Βαρβάρα πρόσφεραν ανήμερα της εορτής της στους πιστούς κόλλυβα, κολλυβόζουμο ή μελόπιτα, που προηγουμένως είχαν ευλογηθεί από τον ιερέα. Οι Άραβες Χριστιανοί της Μέσης Ανατολής (Λίβανος, Συρία, Ιορδανία, Ισραήλ, Παλαιστινιακά Εδάφη) γιορτάζουν με ξεχωριστό τρόπο την Αγία Βαρβάρα (Eid il-Burbara). Τα παιδιά, πολλά από αυτά μασκαρεμένα, τριγυρίζουν στα σπίτια και ψάλλουν τα κάλαντα της Αγίας, ενώ η νοικοκυρά του σπιτιού τούς προσφέρει ένα γλύκισμα, που μοιάζει με τα δικά μας κόλλυβα. Η Αγία Βαρβάρα είναι πολιούχος της Δράμας και της Αργυρούπολης. Είναι προστάτιδα του Πυροβολικού σε πολλές χριστιανικές χώρες του κόσμου, στην Ελλάδα από το 1828, και όσων ασχολούνται με τα εκρηκτικά. Σε άλλα κράτη προστατεύει τις μονάδες του Μηχανικού, τους μαθηματικούς, τους ναύτες και τους εργάτες ορυχείων.
  • Η διαθήκη του νέου Αγίου γέροντα Πορφύριου
    Η διαθήκη του νέου Αγίου γέροντα Πορφύριου
      Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά, Τώρα που ακόμη έχω τα φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν πτωχοί είχε πάει στην Αμερική, για να εργαστεί στη διώρυγα του Παναμά για εμάς τα παιδιά του, εκεί που έβοσκα τα ζώα, συλλαβιστά διάβαζα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουν 12 - 15 χρονών, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά, και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχτηκα σε δύο γέροντες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι' αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό, και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση Θεού, για τις αμαρτίες μου, αρρώστησα πολύ και οι Γέροντές μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον άγιο Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες, όταν ξαναπήγα στον κόσμο, συνέχισα τις αμαρτίες, οι οποίες μέχρι σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι για αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλά όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα, διότι και εγώ, όταν ζούσα, πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλά όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πει: Τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος, Κύριε, για εδώ, αλλά ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν τον Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία Του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη Χάρη του Θεού να τον πλησιάσω το Θεό και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ο,τι σας στεναχώρησα. Ιερομόναχος Πορφύριος Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/17 Ιουνίου 1991
  • Βίος Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής εορτάζει στις 18 Οκτωβρίου
    Βίος Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής εορτάζει στις 18 Οκτωβρίου
    Λουκάς ο ιατρός Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς καταγότανε από την Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν Έλληνας και από μικρός ασχολήθηκε με τα γράμματα. Γνώριζε πολύ καλά τα Εβραϊκά και την Συριακή γλώσσανκαι φυσικά πολύ καλλίτερα την Ελληνική. Βλέπει κανείς στο Ευαγγέλιο του και στις Πράξεις του να χειρίζεται την Ελληνική γλώσσα, όσον ουδείς άλλος. Πήγε κατόπιν στην Αίγυπτο, διότι η Αλεξάνδρεια εφημίζετο τότε, ως πόλις των γραμμάτων. Όταν μεγάλωσε, ήλθε στην Ελλάδα και γνώρισε καλά την Ελληνικών σοφία. Το επάγγελμα του ήταν γιατρός και μάλιστα ήταν πολύ καλός γιατρός. Έκτος όμως της ιατρικής, γνώριζε καλά και την ζωγραφική. Ήταν πολύ καλός ζωγράφος. Συνεργός του Αποστόλου Παύλου Ενώ όμως γνώριζε τόσα πολλά πράγματα, δεν γνώριζε από την αρχή την ευσέβεια και την Χριστιανική Πίστη. Ήτανε ειδωλολάτρης, όπως κι οι γονείς του. Προσήλθε στον Χριστιανισμός αργότερα στην Αντιόχεια και κατ’ άλλους, όταν βρισκόταν στην Θήβα της Βοιωτίας. Πάντως άκουσε τον Απόστολο Παύλο. Αί! λοιπόν, από την στιγμή αυτή έγινε ο πιο πιστός και αφοσιωμένος μαθητής του Αποστόλου Παύλου μέχρι του μαρτυρικού θανάτου του. Δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Τα εγκατέλειψε όλα για την διάδοση του Εύαγγελίου. Συνοδεύοντας τον Παύλο περιοδεύει πόλεις και χωριά και ηπείρους. Κηρύττει και αυτός στα έθνη τα μεγαλεία του Θεού και οδηγεί τους ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού. Πήγε στη Θράκη, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στην Αχαΐα, στην Πελοπόννησο, στην Ασία, στην Λυκία, στην Κιλικία, στην Κύπρο, στην Συρία, στο Ιλλυρικό και σ’ όλη την Ιουδαία. Δίδαξε παντού. Για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο του δεν λογαριάζει κόπους και ταλαιπωρίες και πείνα και κινδύνους. Συγγράφει το Ιερό Ευαγγέλιο Ο Απ. Λουκάς, πού ήταν όχι από τους δώδεκα αλλά από τους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου, προσέφερε στην ανθρωπότητα τον μεγαλύτερο ν θησαυρό: Το Ιερόν Ευαγγέλιο και τις Πράξεις τον Αποστόλων, θέλησε, δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού, να γράφει όσα άκουσε από τον Απόστολο Παύλο και άλλους Αποστόλους, περί της ζωής του Κυρίου. Το τρίτον κατά σειράν από τα Ιερά Ευαγγέλια της Εκκλησίας μας ανήκει στον Ευαγγελιστή Λουκά. Αυτός μάλιστα, μόνος από τους τέσσαρις Ευαγγελιστές, αναφέρει για την γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Αυτός διηγείται ζωηρότερα τη Γέννηση του Χριστού. Και αυτά τα άγια Πάθη του Χριστού μας τα περιγράφει παραστατικότατα, με περισσότερες λεπτομέρειες. Επίσης κατέγραψε τις περισσότερες παραβολές μέσα στο Ευαγγέλιο του. Συγγράφει τις Πράξεις των Αποστόλων Στις Πράξεις αναφέρει, για την Ανάληψη του Κυρίου. Περιγράφει ζωηρά την Πεντηκοστή και τον φωτισμό, πού δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα. Στις Πράξεις ομιλεί ακόμη, δια τον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου, καθώς και διά τα θαύματα του Αγίου Πέτρου. Αυτά και άλλα πολλά μας αναφέρει στο δεύτερο αυτό βιβλίο. Περισσότερο όμως στις Πράξεις ασχολείται με το έργο και τη δράσι του Αποστόλου Παύλου. Μιλάει για τον διωγμό, πού έκανε ο Παύλος εναντίον των πρώτων Χριστιανών από υπερβολικό ζήλο προς την Ιουδαϊκή πίστη, αλλά και πώς επέστρεψε στο Χριστό μετά το θείον φώς. Ζωγραφίζει εικόνες της Παναγίας Και δεν είναι μόνον αυτά τα θαυμαστά, πού έκαμε και έγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς για το καλό της ανθρωπότητας ολοκλήρου. Είναι και άλλα. Λένε, ότι πρώτος αυτός ζωγράφισε, σαν τεχνίτης άριστος, πού ήταν, τρεις εικόνες της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την παριστάνει να κράτη στην αγκαλιά της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Υπάρχει μάλιστα παράδοσης, πού αναφέρει, ότι τις έδειξε στην ίδια την Παναγία, η όποια μόλις τις είδε, τις εύλογη σε και είπε: - «Ἡ Χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος δί’ ἐμοῦ μετ’ αὐτῶν». Με άλλα λόγια: Χάρις του Χριστού, πού γεννήθηκε από μένα, να είναι διά μέσου εμού πάντα μαζί με τις εικόνες αυτές. Και πράγματι! Είναι μαζί στις εικόνες αυτές η χάρις της Παναναγίας διότι τελούνται διά μέσου αυτών αναρίθμητα θαύματα. Από τις τρεις άγιες αυτές εικόνες, πού ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, η μία εύρίσκεται στην Πελοπόννησο, στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Η άλλη εικών της Παναγίας, πού ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς λένε, ότι βρίσκεται στη μικρά Ρωσία, στη πόλη Βιλίνα, όπου υπάρχει Εκκλησίας της Παναγίας. Και η τρίτη βρίσκεται στο Μοναστήρι του Κύκκου της Κύπρου. Έκτος από αυτές τις τρεις λέγουν, ότι έκαμε και άλλες εικόνες της Παναγίας, όπως την Οδηγήτρια, πού βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη και η οποία πολλάκις έσωσε την πόλη από τις επιδρομές των βαρβάρων. Αποστολική Δράση Μετά το μαρτυρικό τέλος του Απ. Παύλου, γύρισε στην Ελλάδα. Περπατώντας ο Απόστολος από τόπο σε τόπο και διδάσκοντας παντού το κήρυγμα του Ευαγγελίου, έφτασε και στην πόλη των Θηβών. Στην Θήβα ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Γκρέμισε τους ναούς των ειδώλων και έκτισε Ναούς Χριστιανικούς, διά την συνάθροιση των πιστών και την δόξα του Χριστού. Η δράσις του συνεχίσθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Προχώρησε στην Ασία, έφτασε μέχρι την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Την Θήβα όμως την είχε ως κέντρο. Η διδασκαλία του εκεί δημιούργησε πολλές αντιδράσεις. Έγινε στόχος των Ρωμαίων. Όλος ο συρφετός των ειδωλολατρών επετέθη εναντίον του. Τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν πολύ. Τέλος τον κρέμασαν εκ κλάδου ελαίας. Σε ηλικία 80 ετών, γέρων πλέον, αναχώρησε από τον μάταιο τούτον κόσμον και πήγε, για να συνάντηση τον Σωτήρα Χριστό, τον οποίο τόσον αγάπησε και για τον οποίο, τόσο κουράστηκε. Οι Χριστιανοί, όμως, επήραν το Άγιο Λείψανο του Ευαγγελιστεί και το έθαψαν στην σπουδαιότερη θέση, στο Πολυάνδριο Τον ενταφίασαν δε εντός μιας μαρμάρινης Λάρνακας. Από την Λάρνακα αυτή έβγαινε και μύρο, από το όποιον ευωδίαζε όλη η περιοχή εκείνη. Εις τον τάφο του Αγίου Ευαγγελιστή εγίνοντο κατόπιν πολλά θαύματα. Πολλοί μάλιστα ξέοντες διά μαχαιριδίου την Λάρνακα, παρεσκεύαζον ιαματικά κολλύρια. Με αυτά έπλυναν τα πονεμένα μάτια τους. Εις το ,μέρος, όπου ετάφη ο Ευαγγελιστής στη Θήβα υπάρχει Ναός εις τιμήν του. Μέσα δε εις αυτόν υπάρχει και η ανωτέρω Λάρνακα. Ο Θεός θέλοντας να τον δοξάσει, και επειδή ήταν γιατρός, όταν ζούσε, έβρεχε κάθε χρόνο πάνω στον τάφο του την ημέρα της μνήμης του στις 18 Οκτωβρίου, κολλύριο. Με αυτό αλείφονταν, όσοι είχαν ασθένεια στα μάτια, και θεραπεύονταν αμέσως. Το τίμιο λείψανο του μεταφέρθηκε επί του Αυτοκράτορα Κωνστάντου το 313 μ.Χ. από τον Άγ. Αρτέμιο, σαν (θησαυρός πολύτιμος, στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί ,με αυτό μεταφέρανε και τα ιερά λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου του Πρωτοκλήτου από την Πάτρα και Τιμοθέου από την Έφεσο, στην οποίαν τον είχε χειροτονήσει Επίσκοπο ο Απ. Παύλος. Τα τρία λείψανα τα τοποθέτησε σε τρία αργυρά κιβώτια στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.   Ἀπολυτίκιον Λουκᾶν τὸν θεηγόρον καὶ τοῦ Παύλου συνέκδημον καὶ Εὐαγγελίου τοῦ τρίτου συγγραφέα θεόπνευστον, ἐν ὕμνοις τιμήσωμεν, πιστοί, ὡς ἄξιον ἐργάτην τοῦ Χριστοῦ. Τῷ φωτι γὰρ τοῦ Κυρίου καταυγασθεὶς μετέδωκε φῶς τῷ κόσμῳ. Γράψας τὰς θαυμαστὰς παραβολάς, σύστασιν ἐκκλησίας τε τῇ ἐπελεύσει τοῦ πνεύματος ἱστορησάμενος. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. Ἀκέστωρ σοφώτατος, Ἱερομύστα Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε, ἔγραψας μάκαρ, λόγους, διὰ πνεύματος θείου, ἔδωκας ἐννοῆσαι, συγκατάβασιν ἄκραν, Χριστοῦ τῆς παρουσίας, διὸ πρέσβευε σωθήναι ἠμᾶς. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Ἀπόστολε Ἅγιε, καὶ Εὐαγγελιστὰ Λουκᾶ, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον. Μαθητὴς γεvόμενος τοῦ Θεοῦ Λόγου, σὺν τῷ Παύλῳ ἅπασαν, ἐφωταγώγησας τὴv γῆν, καὶ τὴν ἀχλὺν ἀπεδίωξας, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον. Ὁ Οἶκος Ὡς ἰατρὸς καὶ μαθητὴς Λουκᾶ ἠγαπημένος, μυστικῇ χειρουργίᾳ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μου, καὶ τὰ τοῦ σώματος ὁμοῦ ἴασαι, καὶ δὸς μοι κατὰ πάντα εὐεκτεῖν, καὶ σοῦ τὴν παναοίδιμον γηθόμενος γεραίρειν πανήγυριν, ὄμβροις τε δακρύων, ἀντὶ μύρων τὸ σεπτόν σου καὶ πάντιμον σῶμα καταβρέχειν• ὡς στήλη γὰρ ζωῆς ἐγγεγραμμένη τῷ ναῷ τῷ θαυμαστῷ τῶν Ἀποστόλων πᾶσιν ἐκφώνει, καθάπερ καὶ σὺ τὸ πρῶτον, τὸ θεῖον γράψας Χριστοῦ Εὐαγγέλιον. Στίχος «Εἰς Ἐμμαοὺς βλέπειν σε κἂν πρὶν εἰργόμην, (Λουκᾶς λέγει), τρανῶς σε νῦν Χριστὲ βλέπω». Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πέρατος βίου ἔμμορε Λουκᾶς.
  • ΑΓΙΑ  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
    ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
    Αγία Παρασκευή (26 Ιουλίου)   Παρασκευή ή Παρασκευή η Οσιομάρτυς ή Παρασκευή η Παρθενομάρτυς ή Παρασκευή Αθληφόρος είναι Αγία της Ορθοδόξου και Καθολικής εκκλησίας και θεωρείται προστάτιδα των ματιών. Έζησε στη Ρώμη κατά το 2ο αιώνα και υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί ημερών Αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου. Ο βίος της H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Ρώμης επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν ο Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από πολλά χρόνια θερμής προσευχής. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των γειτόνων της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση. Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία Παρασκευή έχασε τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποιεί όλη της την περιουσία σε φτωχούς και αφιερώνει το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δίνεται ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκει σε σπίτια γυναίκες, μικρά παιδιά, διακονεί αδυνάτους, σπεύδει για τις ανάγκες τις εκκλησίας της Ρώμης. Μάλιστα με τον καιρό επέκτεινε τη δράση και σε γειτονικά χωρία και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Γρήγορα όμως έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου οι δραστηριότητες της Παρασκευής, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα μάλιστα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά τελικά έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να ομολογήσει την αποστροφή της από το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε μεγάλη νίκη του Αυτοκράτορος και πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε εξαιρετικό χρόνο την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της και την ελευθέρωσε από τα δεσμά της. Η Παρασκευή ενώπιον του Αυτοκράτορα πλέον πάλι, έμεινε σταθερή, ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο. Πως ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν πίστεψε σε κάτι τέτοιο και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Η Παρασκευή όμως με θαυματουργικό τρόπο θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών. Μετά το γεγονός ο Αντωνίνος άφησε ελεύθερη την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για τη εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα. Όμως σύντομα τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μέσα στους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβε ήταν και η Παρασκευή. Ο ίδιος, έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους να τη βασανίσουν. Ο ένας ονομαζόταν Ασκληπιός, ήταν αυτός που την έριξε σε χώρο που φυλάσσονταν φίδια, τα οποία όμως πέθαναν όταν την πλησίασαν. Ο Ασκληπιός ταράχτηκε, πιθανώς να γνώριζε και αυτά που οι χριστιανοί μεταξύ τους συζητούσαν ή ακόμα να ήξερε τα λεγόμενα για την ίδια τη Παρασκευή. Μετά τα γενόμενα ανέλαβε δράση ο έτερος έπαρχος ονόματι Ταράσιος. Αυτός όμως της απέκοψε την κεφαλήν και έτσι βρήκε τέλος η ζωή της Αγίας και μεγαλομάρτυρος Παρασκευής. Χριστιανοί περιμάζεψαν το λείψανό της και εν καιρώ το τοποθέτησαν στη βάση του θυσιαστηρίου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.
  • Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
    Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
      O Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες και διδασκάλους της μυστικής και νηπτικής θεολογίας και της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καταγόταν από αριστοκρατική και πλούσια γενιά. Οι γονείς του προέρχονταν από την Μ. Ασία. Με την προσπέλαση όμως των Τούρκων στα Βυζαντινά εδάφη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. και μεγάλωσε στην αυτοκρατορική αυλή. Πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις επτά ετών, έμεινε ορφανός από πατέρα, αλλά παρέμεινε κάτω από την προστασία και την προσωπική επίβλεψη του αυτοκράτορα. Όταν τελείωσε τη βασική εκπαίδευση, ο αυτοκράτορας του έδωσε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο φιλοσοφικές σπουδές. Εδώ ο Γρηγόριος διακρίθηκε τόσο για τη μεγάλη διάνοιά του, όσο και για τη βαθιά επιμέλεια και επίδοσή του στο φιλοσοφικό και θεολογικό χώρο. Όμως, οι επιτυχίες και τα αξιώματα δέν τον μεθούσαν. Αλλού είχε αυτός το «όμμα της ψυχής» στραμμένο. Η φλογερή αγάπη του για τον Θεό του σκίαζε τη λάμψη της κοσμικής δόξας. Έτσι σε ηλικία είκοσι ετών αναχώρησε μαζί με τα τρία αδέρφια του και εγκαταστάθηκαν στη φημισμένη Μονή, που βρισκόταν στο όρος Παπίκιο, μεταξύ Μακεδονίας και Θράκης. Η φήμη όμως των Αγιορειτών μοναχών και όσα ο ίδιος είχε από παιδί ακόμα ακούσει, από τους μοναχούς που επισκέπτονταν κατά καιρούς την Κωνσταντινούπολη, τον έφεραν γρήγορα στο ποθητό Αθωνίτικο περιβάλλον. Στη Θεσσαλονίκη το 1326 μ.Χ., σέ ηλικία τριάντα ετών, χειροτονήθηκε ιερέας και θεμελίωσε νέο ησυχαστήριο στην περιοχή της Βέροιας. Εκεί, παρόλο που ήταν προϊστάμενος, ζούσε τελείως απομονωμένος, με μεγάλη άσκηση, προσευχή και σιωπή και έβγαινε από το κελλί του μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, για να λειτουργήσει και να δει τους αδερφούς. Μόλις πέντε χρόνια μπόρεσε να απολαύσει την αγαπημένη του έρημο και ησυχία. Σέρβοι επιδρομείς έφτασαν στην περιοχή και η συνοδεία του Αγίου Γρηγορίου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ερημητήριό της και να ξαναγυρίσει στον Άθωνα. Τώρα τον περίμεναν νέοι και ιδιόμορφοι αγώνες. Κάποιος Έλληνας από την Καλαβρία της Ιταλίας, έφτασε το 1330 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και επιδόθηκε στη διδασκαλία της φιλοσοφίας και της Λογικής. Ήταν ο γνωστός Βαρλαάμ, στον οποίο μάλιστα ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός, που είχε το αξίωμα του «μεγάλου Δομέστικου» (πρωθυπουργού), εμπιστεύτηκε μια έδρα του αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου και αυτό συνετέλεσε στο να γίνει ο Βαρλαάμ περισσότερο γνωστός στον κύκλο των γραμμάτων. Ο σκοπός και το έργο του Βαρλαάμ, όπως αργότερα αποδείχτηκε, δεν ήταν τυχαία. Όταν το 1333-34 ο Πάπας έστειλε δύο Δομηνικανούς θεολόγους για να προετοιμάσουν το διάλογο για την ένωση των Εκκλησιών, ο Βαρλαάμ ανέλαβε να εκπροσωπήσει την ορθόδοξη Εκκλησία. Και ναι μεν διακήρυττε πάντοτε την ορθοδοξία του, αλλά δεν αντέδρασε καθόλου στη θέση των Ρωμαιοκαθολικών περί της «εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού». Βασιζόμενος στα κείμενα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, παρερμήνευσε τον αποφατισμό της ορθόδοξης θεολογίας με την σκέψη ότι, εφόσον ο Θεός είναι το «επέκεινα», δεν μπορεί ο άνθρωπος να οδηγηθεί στη θεοπτία. Σ᾽ αυτό το σημείο άρχισε η αντιδικία του με τους ορθόδοξους μοναχούς, των οποίων ο Βαρλαάμ περιγέλασε τη νηπτική τακτική και τη μέθοδο της καθάρσεως του νου διά της νοεράς προσευχής, ονομάζοντάς τους «ομφαλοσκόπους». Ο Άγιος Γρηγόριος δεν μπορούσε να σιωπήσει. Από το ερημητήριο του Αγίου Σάββα και αργότερα από τη Θεσσαλονίκη συνέταξε τις περίφημες Τριάδες, για την υπεράσπιση του ησυχασμού. Τα κείμενα αυτά κατοχυρώνουν, για πρώτη φορά θα λέγαμε, τη θεολογία του ησυχασμού. Η ευκαιρία που δόθηκε με την αιρετική θέση και πρόκληση του Βαρλαάμ, έδωσε τη δυνατότητα στην ορθόδοξη θεολογία να προσδιορίσει την έννοια και το νόημα του ησυχασμού και ακόμα τη σχέση του με τα βασικά δόγματα, για την πτώση του ανθρώπου, τη Σάρκωση του Θεού Λόγου και την απολυτρωτική χάρη των Μυστηρίων. Ο Γρηγόριος στη συνέχεια ξεκαθαρίζει το θέμα της θεωρίας του Ακτίστου Φωτός. Ο Θεός, λέει, δέν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τον άνθρωπο, ως προς την ουσία Του. Μπορεί όμως να αποκαλυφθεί και ο άνθρωπος να κοινωνήσει μαζί Του, «διά των θείων ενεργειών». Με τη θέση αυτή, η οποία περιγράφηκε και εκφράστηκε δογματικά πρώτα από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, έκλεισε το πολυσύνθετο θέμα της θέας του Ακτίστου Φωτός και της γνώσεως του Θεού. Το 1341 μ.Χ. η Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τον Βαρλαάμ και έτσι τελείωσε η πρώτη φάση της ησυχαστικής έριδας, η οποία είχε τρία βασικά αντικείμενα: α) Την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, β) Τη γνώση του Θεού και γ) Τη θέα του Ακτίστου Φωτός. Η επόμενη φάση των «ησυχαστικών ερίδων» αρχίζει το 1341 μ.Χ. και τελειώνει το 1347 μ.χ. Αντιμέτωπο αυτή τη φορά είχε τον Ακίνδυνο. Ο Ακίνδυνος ήταν μοναχός Βουλγαρικής καταγωγής και παλιός μαθητής του Αγίου Γρηγορίου στόν Άθωνα. Αρχικά ο Ακίνδυνος στάθηκε από πλευράς θεολογικής μεταξύ των απόψεων του Βαρλαάμ και του Παλαμά. Αργότερα κράτησε δική του θέση συντηρητική και εξωτερικά παραδοσιακή. Η βάση της όμως ήταν μια απόλυτα αιρετική παρέκκληση από το ορθόδοξο δόγμα και την εκκλησιαστική παράδοση. Δυστυχώς οι απόψεις του Ακινδύνου υπερίσχυσαν και ο Παλαμας απομακρύνθηκε και εξορίστηκε σε κάποια Μονή του Βοσπόρου. Από εκεί τον μετέφερναν από Μονή σε Μονή και τέλος τον έκλεισαν στις φυλακές των ανακτόρων. Παράλληλα το 1346 η Σύνοδος τον απέκοψε από την Εκκλησιαστική κοινωνία, ως αιρετικό. Από τις φυλακές ο Άγιος Γρηγόριος έγραψε πολλές επιστολές και τους αντιρρητικούς λόγους κατά του Ακινδύνου. Το 1346 μ.Χ., ύστερα από επέμβαση της βασιλομήτορας Άννας, ελευθερώθηκε. Εδώ έκλεισε και η δεύτερη φάση των ησυχαστικών ερίδων, που τόσο ταλαιπώρησαν την Εκκλησία, αλλά και που έδωσαν την ευκαιρία να εκφραστεί για μιά ακόμη φορά η ορθή πίστη της Εκκλησίας. Τον ίδιο χρόνο ο Άγιος Γρηγόριος εκλέχθηκε επίσκοπος Θεσσαλονίκης, αλλά εξαιτίας πολιτικών αναταραχών δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του, και παρέμεινε για ένα διάστημα μεταξύ Αγίου Όρους και Κωνσταντινουπόλεως. Όταν όμως ο Ιωάννης Καντακουζηνός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε και ο Άγιος Γρηγόριος κοντά στό ποίμνιό του. Στη Θεσσαλονίκη ο Παλαμάς αντιμετώπισε ένα νέο ρεύμα δοξασιών, με επικεφαλής κάποιον Γρηγορά, μαθητή του Ακινδύνου. Δύο όμως αλλεπάλληλες Σύνοδοι το 1351-52, καταδίκασαν το Γρηγορά, πριν ακόμα να του δοθεί η ευκαιρία να διαταράξει εκ νέου με τις δοξασίες του την ειρήνη της Εκκλησίας. Στην προσπάθειά του να μεσολαβήσει μεταξύ δύο πολιτικών αντιπάλων και να ειρηνεύσει την πολιτική κατάσταση για το καλό και της Πολιτείας και της Εκκλησίας, έπεσε στα χέρια των Τούρκων, έξω από την νήσο Τένεδο. Τα χρόνια που ακολούθησαν του πρόσθεσαν πολλούς κόπους και ταλαιπωρίες, αλλά προσπάθησε να εκμεταλλευτεί «τα δεσμά» του, προσεγγίζοντας τους Τούρκους και προετοιμάζοντας την Κατήχηση και την είσοδό τους στην Εκκλησία. Το 1355 ελευθερώθηκε και ξαναγύρισε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε το 1359 μ. Χ. Η Εκκλησία, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του ένα γνήσιο τέκνο της και αυτόν που εξέφρασε θεωρητικά και δίδαξε πρακτικά ότι το δόγμα και η παράδοση δεν είναι στεγανά και η πίστη δεν είναι, από πλευράς θεολογικής τοποθετήσεως, μια απλή και άκαμπτη «επανάληψη των γνωστών», αλλά είναι ένας διαρκής χείμαρρος που ρέει ακατάπαυστα μέσα στην Εκκλησία και τη ζωογονεί, τον ανακήρυξε άγιο (1368 μ.Χ.) και έχει αφιερώσει στη μνήμη του τη Β' Κυριακή των Νηστειών. Το έργο του Το συγγραφικό έργο του Αγίου Γρηγορίου υπήρξε πολύ μεγάλο και σε όγκο και σε βάθος. Η θεολογία του δεν ξεκινάει από φιλοσοφικές έννοιες, αλλά από την προσωπική εμπειρία. Αυτό δεν υπονοεί καμιά απολυτοποίηση της γνώσεως, αντίθετα τονίζει ότι η θεολογία και η πίστη δεν έχουν βάση τη γνώση που πηγάζει από την αίσθηση, αλλά βασίζονται στη γνώση που ξεκινάει και τρέφεται με τη διόραση. Μ᾽ άλλα λόγια η μελέτη των όντων μόνο δέν οδηγεί στη θεογνωσία, αλλά η θεγνωσία γεννιέται στην ψυχή από τον Ίδιο τον Θεό, που «αυτοαποκαλύπτεται», κοινωνεί με τον άνθρωπο και του διδάσκει την «άνωθεν σοφία». Στα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου διδάσκεται καθαρά και επίμονα η διάκριση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι «αυθύπαρκτος, αυτοπάτωρ και ακατάληπτος», ενώ οι ενέργειες είναι «ενυπόστατα στοιχεία» που κοινωνούν με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι συγκεφαλαίωση της κτίσεως, που υποδουλώθηκε όμως σ᾽ αυτή μετά την πτώση του. Με το βάπτισμα «εκβάλλεται» ο Σατανάς από την ψυχή και την πολεμάει πλέον «εκ των έξω». Γι᾽ αυτό, ως βασικές προϋποθέσεις για την ανακαίνιση του ανθρώπου, θεωρεί το βάπτισμα και τη Θ. Ευχαριστία. Η Θ. Ευχαριστία μαζί με τη βίωση της μετανοίας και της ασκήσεως οδηγούν στη «μέθεξι» του Θεού και κάνουν τον άνθρωπο «εν τω Χριστώ άναρχον και ατελεύτητον». Αυτό δεν είναι φιλοσοφική θεώρηση, αλλά πραγματικότητα, την οποία βίωσαν, κατά κάποιο τρόπο, απόλυτα η Υπεραγία Θεοτόκος και ο Τίμιος Πρόδρομος, οι οποίοι αποτελούν πλέον και τα αρχέτυπα όσων επιθυμούν να αγιαστούν και να ζήσουν αιώνια. Ο συγγραφικός πλούτος, που κληροδότησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Άγιος Γρηγόριος, είναι ανεκτίμητος. Δίκαια ο υμνογράφος του τον αποκαλεί «λύρα του Πνεύματος». Έζησε με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, τράφηκε από το Άκτιστο Φως και άφησε την εμπειρία του στην Εκκλησία, ως οδηγητική στήλη στη «ζοφερά νύχτα του παρόντος αιώνος».
  • Το μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας
    Το μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας
    Ανάμεσα στους πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας που έζησαν τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού , την πιο ψηλή θέση κατέχουν οι τρεις Ιεράρχες: ο Μέγας Βασίλειος , ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η 30η Ιανουαρίου από τα Βυζαντινά ακόμα χρόνια είναι αφιερωμένη στη μνήμη των Τριών αυτών Αγίων. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο σ’ έναν τομέα αλλά παντού. Χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία. Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, θρησκευτικές διαμάχες, κλπ. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν. Είναι τεράστια η αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου σε παγκόσμια κλίμακα από τη μια μεριά και από την άλλη, η άγνοια που υπάρχει γι’ αυτούς στην πατρίδα μας. Λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό τους τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στη Δύση αλλά και παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Είναι αξιοπρόσεκτο όμως ότι την επιστημονική τους κατάρτιση οι Τρεις Ιεράρχες δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στον αδερφό τους. Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο. Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας, και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία και υποστηρίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου. Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς τους ξένους και περαστικούς στην πόλη. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των ισχυρών αντιπάλων του. Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, αλλά και την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Μπορούμε μόνο να αναφέρουμε ότι ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη ενώ ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων». Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Και οι τρείς αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε έναν ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών.  Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού». Ας είναι αυτοί το παράδειγμά μας.
  • Βασίλειος ο Μέγας ο Καππαδόκης
    Βασίλειος ο Μέγας ο Καππαδόκης
      Εορτάζει 1 Ιανουαρίου   Ο Μέγας Βασίλειος είναι τόσο γνωστός όσο λίγοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, αλλά και τόσο παρεξηγημένος όσο ελάχιστοι. Ενώ ήταν ένας ασκητής Επίσκοπος, ο οποίος εκοιμήθη σε ηλικία μόλις 49 ετών, τον παρουσιάζουν σαν ασπρομάλλη γέροντα, καλοζωϊσμένο, ντυμένο με τα κόκκινα και άσπρα χρώματα μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας. Ο άγιος Βασίλειος είναι ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες του νοητού στερεώματος της Εκκλησίας, που έλαμψε τον 4ο αιώνα μ. Χ. και εξακολουθεί να λάμπει, να φωτίζει και να μιλά στις καρδιές όλων εκείνων που ζητούν τις πρεσβείες του και μελετούν τα συγγράμματά του.  Ο πραγματικός Αη Βασίλης Πώς ήταν; Ας δούμε τι μας λένε οι αρχαίοι συγγραφείς μας. Ήταν πολύ ψηλός και πολύ αδύνατος, είχε σκούρο δέρμα και χλωμό, είχε επίσης κοντά μαλλιά και μακριά μαύρα γενιά που πέρα διέκρινες λευκές τρίχες, είχε μακριά μύτη και τα φρύδια του ήταν τοξοειδή, τα μάτια του ήταν σκούρα και η ματιά του βαθειά και ερευνητική, το μέτωπό του ήταν μεγάλο και ήταν μονίμως ζαρωμένο έμοιαζε δηλαδή με άνθρωπο που συνεχώς σκεπτόταν, είχε προβλήματα με την υγεία του και υπέφερε από το πραγματικά ανυπόφορο κρύο και γενικά βαρύ χειμώνα της Καππαδοκίας. Ας δούμε όμως πότε και που έζησε και ποιά ήταν η οικογένειά του. Ο Μέγας ανάμεσα στους Αγίους Βασίλειος, γεννήθηκε περί το 329 μ.Χ. στην Νεοκαισάρεια του Πόντου. Η οικογένεια του ήταν στ' αλήθεια μια οικογένεια Αγίων, είχε παππού μάρτυρα, τα αδέλφια του Γρηγόριος ήταν επίσκοπος Νύσσης και Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας και ο ίδιος επίσκοπος Καισαρείας, οι αδελφές του ήταν όλες αφιερωμένες στον Θεό, με πρώτη την αγία και σοφή Μακρίνα, που ήταν αυτή που επηρέασε τον άγιο να στραφεί στην χριστιανική πίστη. Ο Ναυκράτιος ένας άλλος αδελφός του ασκήτευε στην έρημο του Πόντου και πέθανε μόλις 27 χρόνων. Τον πατέρα του τον έλεγαν και αυτόν Βασίλειο και ήταν ρήτορας, δηλαδή δικηγόρος, ενώ τη μητέρα του την έλεγαν Εμμέλεια και ήταν πολύ σοφή και αγία γυναίκα. Η οικογένεια του Αγίου Βασιλείου είχε 11 παιδιά (5 αγόρια - 6 κορίτσια) και όλοι διακρίθηκαν στου Χριστού την πίστη.   Σπουδές και διακονία στην Εκκλησία Ο μικρός Βασίλειος έμαθε τα χριστιανικά γράμματα από τον ίδιο τον πατέρα του τον Βασίλειο, αλλά ζήτησε να σπουδάσει και την αρχαία ελληνική παιδεία. Έτσι ο Άγιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, διότι εκεί ήταν τότε πολλοί σοφοί, αλλά κάτι περισσότερο αναζητώντας ο Βασίλειος, έφτασε τελικά στην Αθήνα, όπου βρίσκονταν οι κορυφαίοι. Τότε μάλιστα σπούδαζαν στην Αθήνα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιουλιανός ο παραβάτης, ο σοφιστής Λιβάνιος και άλλοι. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Υπόδειγμα αρετής εκεί ο Βασίλειος, όσο έμεινε, περνώντας με σωφροσύνη και εγκράτεια τόση, ώστε και αυτός ο σπουδαίος δάσκαλός στην αρχαία φιλοσοφία, ο Εύβουλος, λέγεται ότι έγινε μαζί του Χριστιανός! Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν  χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο. Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356 μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην ορθόδοξη πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Στην Αντιόχεια χειροτονήθηκε Διάκονος από τον εκεί Πατριάρχη. Στην πατρίδα του την Καισαρεία χειροτονήθηκε Ιερέας το 364 μ.Χ. και όταν εκοιμήθη ο Μητροπολίτης Ευσέβιος, συνάχθηκαν οι επίσκοποι της επαρχίας και χειροτόνησαν τον Άγιο Βασίλειο Αρχιερέα και ποιμένα τους! Ήταν το 370 μ.Χ., ο Βασίλειος βρισκόταν σε ηλικία 41 ετών. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού). Σττην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάδειξη άξιων κληρικών , καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας. Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.  Το έργο του Ας δούμε όμως γιατί ο Αγιος Βασίλειος έμεινε ως Μέγας στην ιστορία. Πρώτα πρώτα μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του. Από πολύ νέος γύμναζε τον εαυτό του στο πνεύμα και τον έβαζε σε σκληραγωγίες, και όπως λένε, άλλο δρόμο δεν γνώριζε εκτός αυτόν που οδηγούσε στο πανεπιστήμιο και στην εκκλησία. Σε μεγάλες επιδημίες που ταλαιπωρούσαν τον λαό αυτός ήταν παρών και βοηθούσε σωματικά και ψυχικά διδάσκοντας την πίστη του Χριστού. Ο Αγιος Βασίλειος ήταν πολύ αυστηρός με αυτούς που ξέφευγαν από την σωστή πίστη, έλεγε και έγραφε την αλήθεια θαρραλέα και μάλιστα δεν δίστασε να ελέγξει ακόμη και αυτοκράτορες. Με το κύρος που τον διέκρινε αγωνίσθηκε με σθένος εναντίον των αιρέσεων και συνέβαλε τα μέγιστα στο να διαφυλαχθή ανόθευτη η πίστη και αναλλοίωτη η μέθοδος θεραπείας και ο τρόπος σωτηρίας του ανθρώπου. Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, τη Μεγ. Πέμπτη και το Μέγ. Σάββατο. Ο Άγιος έγραψε πολλά για την καθοδήγηση των χριστιανών, ίδρυσε μοναστήρια, όπου αρκετοί μαθητές του αφιερώθηκαν στον Θεό. Είναι δε γνωστός στους πολλούς κυρίως για την κοινωνική του δράση, η οποία όμως αποτελεί καρπό της νηπτικής του ζωής. Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Ίδρυσε και καθιέρωσε τη διανομή αγαθών -τρόφιμα ρούχα, χρήματα και κάθε είδους βοήθεια σε φτωχές οικογένειες άπορους κ.λπ. Το πιο σπουδαίο του έργο ήταν η οργάνωση της ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας στην επαρχία του, έφτιαξε κοντά στην Καισάρεια μια ολόκληρη πόλη από φιλανθρωπικά ιδρύματα, γηροκομεία, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ξενοδοχεία, ορφανοτροφεία κ.α.  Η πόλη αυτή ονομάσθηκε «Βασιλειάδα». Φανταστείτε τι ανακούφιση θα ένιωθαν τότε οι φτωχοί, τα ορφανά, οι γέροι, οι ταξιδιώτες, η Καισάρεια είχε γίνει μια μεγάλη οικογένεια με πατέρα τον Αγιο Βασίλειο τον επίσκοπό της. Η “Βασιλειάδα”, που αποτελεί, δια μέσου των αιώνων, πρότυπο έργο ανθρωπιάς και κοινωνικής προσφοράς, είναι δημιούργημα της γλυκύτατης καρδιάς του, της πεπληρωμένης από την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, καρπός του οποίου είναι η αγάπη. Η ανιδιοτελής αγάπη, που τον “εξανάγκαζε” να φθάνη μέχρι το σημείο να περιθάλπη και τους λεπρούς, μάλιστα δε να τους περιποιείται ο ίδιος προσωπικά και το πιο παράδοξο, να ασπάζεται και τις πληγές τους με την ίδια ευλάβεια που ασπαζόταν την εικόνα του Χριστού και των Αγίων. Για να κατανοηθή το μέγεθος της αγάπης και της θυσίας του πρέπει να σημειωθή ότι η λέπρα την εποχή εκείνη ήταν ανίατη και μεταδοτική ασθένεια και ότι οι λεπροί ζούσαν μακριά από τις πόλεις, διωγμένοι και απομονωμένοι χωρίς την φροντίδα κανενός. Τον αγαπούσαν τόσο πολύ που στην κηδεία του σημειώθηκαν λιποθυμίες! Η θεολογική προσφορά του Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Χριστιανισμού, με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδος ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται υπό του Πατρός. Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο "είναι" οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού. Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά τον Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας. Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στον Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης έθεσε την πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης. Το συγγραφικό έργο του Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες: Δογματικά συγγράμματα. α) "Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου". Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου. β) "Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος". Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα. Ασκητικά συγγράμματα. α) "Τα Ηθικά". Συλλογή 80 ηθικών κανόνων. β) "Όροι κατά πλάτος". Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού. γ) "Όροι κατ’ επιτομήν". Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών. δ) "Περί πίστεως". ε) "Περί κρίματος". στ) "Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας". Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή. Ομιλίες. Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι: α) "Εις την Εξαήμερον". Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου. β) "Εις του Ψαλμούς". Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ. γ) "Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός". δ) "Περί πίστεως". ε) "Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων". στ) "Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων". Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας. ζ) "Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα". η) "Εις το πρόσεχε σεαυτώ". θ) "Προς Πλουτούντας". ι) "Εν λιμώ και αυχμώ". ια) "Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας". Επιστολές. Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του. Η κοίμησή του Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081 μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας. Ο Άγιος στα 48 χρόνια που έζησε, έκαμε τόσα πολλά για τους ανθρώπους που η ιστορία τον ονόμασε ΜΕΓΑ όσο ακόμα ζούσε. Αυτός ήταν ο Αη Βασίλης από την Καισαρεία που πάντα θα ζει μέσα στις καρδιές μας και θα μας θυμίζει με το έργο του ότι πρέπει να είμαστε όλοι εμείς οι άνθρωποι μικροί και μεγάλοι αγαπημένοι.   Το έθιμο της βασιλόπιτας Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς του Βυζαντίου που ήταν συμμαθητής του Αγίου Βασιλείου και τον έλεγαν Ιουλιανό. Ο Ιουλιανός αγαπούσε την φιλοσοφία και τους ψεύτικους θεούς και μισούσε τον Χριστιανισμό, ο Αγιος Βασίλειος δεν του χαρίσθηκε γι αυτό και ο Βασιλιάς ζητούσε αφορμή να τον ταπεινώσει. Οταν το Βυζάντιο κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία, ο Ιουλιανός πέρασε με τον στρατό του από την Καισαρεία. Τότε διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία και τα χρήματα αυτά θα τα έπαιρνε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινουπολη. Ετσι, οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να δώσουν ό,τι είχε ο καθένας χρυσαφικά νομίσματα κ.λπ. Όμως ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες, έτσι δεν ξαναπέρασε ποτέ από την Καισάρεια. Τότε ο Αγιος Βασίλης έδωσε εντολή και από τα μαζεμένα χρυσαφικά τα μισά να δοθούν στους φτωχούς, ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Βασιλειάδος , και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους με ένα πρωτότυπο τρόπο: έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα, κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια, έτσι τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Έτσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάσθηκε βασιλόπιτα.    Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον. Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε. Μεγαλυνάριον. Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.
  • Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (347-407 μ.Χ.)
    Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (347-407 μ.Χ.)
      Ο μεγάλος αυτός Πατέρας και Διδάσκαλος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 347 μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας. Πατέρας του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα, μια ευσεβέστατη, ενάρετη και μορφωμένη χριστιανή. Γρήγορα έμεινε ορφανός από πατέρα, και η μητέρα του - χήρα τότε 20 ετών - τον ανέθρεψε και τον μόρφωσε κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Ήταν ευφυέστατο μυαλό και σπούδασε πολλές επιστήμες στην Αντιόχεια - κοντά στο διάσημο τότε ρήτορα Λιβάνιο - αλλά και στην Αθήνα. Όταν αποπεράτωσε τις σπουδές του, επανήλθε στην Αντιόχεια και αποσύρθηκε στην έρημο και σε ένα από τα πολλά μοναστήρια στα γύρω βουνά της Αντιόχειας για πέντε χρόνια, όπου ασκήτευσε προσευχόμενος και μελετώντας τις Αγίες Γραφές. Ασθένησε όμως και επέστρεψε στην Αντιόχεια, όπου χειροτονήθηκε διάκονος - το 381, σε ηλικία 34 ετών - από τον Αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο. Πέραν των λειτουργικών του καθηκόντων ασχολείται με τη συγγραφή και το φιλανθρωπικό έργο της τοπικής Εκκλησίας που συντηρούσε καθημερινά 3.000 άτομα. Αργότερα δε από τον διάδοχο του Μελετίου Φλαβιανό χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία 40 ετών. Κατά την ιερατική του διακονία ανέπτυξε όλα τα ψυχικά του χαρίσματα, πύρινο θείο ζήλο και πρωτοφανή ευγλωττία στα κηρύγματά του. Έσειε και συγκλόνιζε τα πλήθη της Αντιόχειας και συγκινούσε τις ψυχές των ανθρώπων βαθύτατα. Ο κόσμος έλεγε ότι «έρεε χρυσός» από το στόμα του, γι' αυτό και τον ονόμασαν Χρυσόστομο. Η φήμη του έφτασε μέχρι τη Βασιλεύουσα και έτσι, την 15η Δεκεμβρίου 397, με κοινή ψήφο βασιλιά Αρκαδίου και Κλήρου, έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, κάτι που ο ίδιος δεν επεδίωξε ποτέ. Και από την θέση αυτή ο ιερός Χρυσόστομος, εκτός των άλλων, υπήρξε αυστηρός ασκητής και δεινός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, όπως φαίνεται και από τα πολλά συγγράμματά του (διασώθηκαν 804, περίπου, ομιλίες του). Ως Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, φρόντισε για τη μόρφωση του Κλήρου, εργάστηκε για τη διάδωση του Χριστιανισμού σε βάρβαρους λαούς, προστάτεψε τους φτωχούς και δυστυχισμένους, ιδρύοντας πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα. Έργο επίσης του Χρυσοστόμου είναι και η Θεία Λειτουργία, που τελούμε σχεδόν κάθε Κυριακή, με λίγες μόνο, από τότε μετατροπές. Ο ιερός Χρυσόστομος κατά τη διάρκεια της πατριαρχείας του, υπήρξε αδυσώπητος ελεγκτής κάθε παρανομίας και κακίας. Αυτό όμως έγινε αιτία να δημιουργήσει φοβερούς εχθρούς, και μάλιστα την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία, επειδή ήλεγχε τις παρανομίες της. Αυτή μάλιστα, σε συνεργασία με τον τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο (ενός μοχθηρού και ασεβούς ανθρώπου), συγκάλεσε σύνοδο (παράνομη) από 36 επισκόπους (όλοι τους πνευματικά ύποπτοι και δυσαρεστημένοι από τον Άγιο) στο χωριό Δρυς της Χαλκηδόνας και πέτυχε την καθαίρεση και εξορία του Αγίου σε χωριό της Βιθυνίας. Η απόφαση όμως αυτή εξερέθισε τα πλήθη, ώστε αναγκάστηκε αυτή η ίδια η Ευδοξία να τον ανακαλέσει από την εξορία και να τον αποκαταστήσει στο θρόνο με άλλη συνοδική αθωωτική απόφαση (402) . Αλλά λίγο αργότερα, η ασεβής αυτή αυτοκράτειρα, κατάφερε πάλι να εξορίσει τον Άγιο (20 Ιουνίου 404). Σταθμοί στη μαρτυρική του πορεία ήταν η Χαλκηδόνα, η Νικομήδεια, η Νίκαια, η Άγκυρα, η Καισάρεια. Μετά διατάχθηκε να μετακινηθεί στην Κουκουσό της Αρμενίας όπου έμεινε 3 χρόνια και έγραψε 204 εξαίρετες επιστολές σε διάφορα πρόσωπα και από κει στα Κόμανα, όπου μετά από πολλές κακουχίες και άλλες ταλαιπωρίες πέθανε το 407 μ.Χ. Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο ιερός Χρυσόστομος πέθανε την 14η Σεπτεμβρίου, αλλά λόγω της εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μετατέθηκε η εορτή της μνήμης του την 13η Νοεμβρίου. Επίσης την 15η Δεκεμβρίου εορτάζουμε τη χειροτονία του σε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και την 27η Ιανουαρίου την ανακομιδή των λειψάνων του. Η μνήμη του εορτάζεται και την 30η Ιανουαρίου μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, των Τριών Ιεραρχών. Τέλος την 26η Φεβρουαρίου εορτάζουμε την χειροτονία του σε πρεσβύτερο. Υπήρξε και αναγνωρίζεται ως ο πιο άριστος και δημοφιλής διδάσκαλος της Χριστιανικής Εκκλησίας. Κανένας δεν εξήγησε όπως αυτός, με τόσο πλούτο και τόση σαφήνεια τα νοήματα των θείων Γραφών, ούτε υπήρξε εφάμιλλος του στην ετοιμολογία, την απλότητα αλλά και στη φλόγα και τη δύναμη της ρητορείας. Υπήρξε ρήτορας θαυμαστός, λογοτέχνης απαράμιλλος, βαθύτατος και διεισδυτικώτατος, ψυχολόγος και καταπληκτικός κοινωνιολόγος με αίσθημα χριστιανικής ισότητας, χωρίς προνομιούχους, με καθολική αδελφότητα. Ανήκει σε αυτούς που φαίνονται «ως φωστήρες εν κόσμω» δηλαδή σαν φωτεινά αστέρια μέσα στο κόσμο.
  • ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
    ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
    «Χαίροις των Μαρτύρων η καλλονή και Θεσσαλονίκης, Πολιούχος ο ευκλεής. Χαίροις Μυροβλύτα, Δημήτριε παμμάκαρ, ημών προς τον Σωτήρα, πρέσβυς θερμότατος.» Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη κατά τους χρόνους της βασιλείας του μεγάλου διώκτου των Χριστιανών Διοκλητιανού και Μαξιμιανού Ερκούλιου (284-305 μ.Χ). Καίσαρας της Μακεδονίας τοποθετήθηκε ο Μαξιμιανός Γαλέριος, ο οποίος εξαπέλυσε αληθινό πόλεμο εναντίον των Χριστιανών. Εκλεκτό μέλος της εκκλησίας των Θεσσαλονικέων ήταν και ο Άγιος Δημήτριος, ο οποίος προερχόταν από ευσεβείς και επιφανείς γονείς. Είχε δε προικισθεί από τον θεό με πολλά αγαθά και με πλήθος σωματικών και πνευματικών χαρισμάτων. Η φήμη του έφθασε μέχρι το βασιλιά Γαλέριο, ο οποίος εκτιμώντας τις αρετές του τον έκανε μέλος της Συγκλήτου της πόλεως και τον διόρισε στρατηγό όλης της Θεσσαλίας και ανθύπατο και αφέντη όλης της Ελλάδας. Ο Άγιος Δημήτριος, ως χριστιανός, κατηχούσε και δίδασκε με ιεραποστολικό ζήλο και με τη φωτεινή παρουσία του τους Θεσσαλονικείς, που τους κατέκλυσε η ειδωλολατρία, οδηγώντας τους προς τον Χριστό και την αλήθεια Του. Όταν πληροφορήθηκε ο Μαξιμιανός τη δραστηριότητα αυτή του Αγίου, διέταξε και τον έφεραν ενώπιόν του. Ο Άγιος ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό με συνέπεια να τον οδηγήσουν στη φυλακή, σ ‘ένα παλαιό δημόσιο λουτρό δίπλα στο στάδιο, όπου υπέστη πολλές κακουχίες και βασανιστήρια.   Κατά τη διάρκεια αγωνισμάτων στο στάδιο, που διοργάνωναν οι βασιλείς για να διασκεδάζουν με τις θυσίες στα είδωλα, τις αιματοχυσίες και τους φόνους των ανθρώπων, ένας μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Νέστορας, θέλοντας να δείξει τη δύναμη του αληθινού θεού πήγε στο λουτρό που ήταν φυλακισμένος ο Άγιος, πήρε την ευλογία και την ευχή του Αγίου, βγήκε στο στάδιο και με την επίκληση «Θεέ Δημητρίου βοήθει μοι!» νίκησε τον γιγαντόσωμο και ανίκητο Λυαίο.   Το γεγονός αυτό προκάλεσε οργή στο βασιλιά, ο οποίος πρόσταξε τους στρατιώτες να πάνε εκεί που ήταν φυλακισμένος ο Άγιος και να τον φονεύσουν. Οι στρατιώτες τον ελόγχευσαν σε όλο του το σώμα μέχρι θανάτου. Κάποιοι ευλαβείς Χριστιανοί ήλθαν κρυφά στο λουτρό εκείνο και ενταφίασαν το λείψανο στο μέρος στο οποίο μαρτύρησε. Αργότερα στο σημείο αυτό κτίσθηκε ναΐσκος ο οποίος περιλαμβάνει και τον ιαματοφόρο τάφο του Αγίου.   Ο μαθητής του Αγίου Λούπος, με το δαχτυλίδι και τον μανδύα που πήρε από τον Άγιο κατά την ώρα του μαρτυρίου, ενεργούσε θαύματα πολλά, ώσπου στο τέλος, όταν το έμαθε ο βασιλιάς, τον αποκεφάλισαν και αυτόν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθη ο Πανένδοξος Μεγαλομάρτυς, ο Πολιούχος, το μέγα της οικουμένης θαύμα, της Εκκλησίας το ωράισμα, ο πολύς τα πάντα, και θαυματουργός και Μυροβλύτης Άγιος Δημήτριος.
  • Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ νέος ἀσκητής, Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ὁ Μεγαλομάρτυρας
    Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ νέος ἀσκητής, Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ὁ Μεγαλομάρτυρας
    Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος (Μνήμη ἀνακομιδῆς ἱερῶν λειψάνων του) Γεννήθηκε τὸ 1509 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη οἰκογένεια τῶν Νοταράδων καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Δημητρίου καὶ τῆς Καλῆς. Ἀπὸ μικρὸς ἔλαβε χριστιανικὴ καὶ ἀρχοντικὴ ἀνατροφὴ καὶ διακρινόταν στὸ σχολεῖο γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν εὐφυΐα τοῦ μυαλοῦ του. Εὐγενικὴ ψυχὴ ὁ Γεράσιμος, συμπαθοῦσε τοὺς φτωχοὺς συμμαθητές του καὶ τοὺς βοηθοῦσε μὲ κάθε τρόπο. Ὅταν ἔφτασε σὲ ὥριμη ἡλικία, περιηγήθηκε διάφορα μέρη, ὅπως τὴν Ζάκυνθο, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ γύρω ἀπ’ αὐτή, τὸ Ἅγιον Ὄρος, διάφορες Μονὲς τῆς Ἀνατολῆς γιὰ νὰ μείνει στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὑπηρέτησε σὰν νεωκόρος γιὰ ἕνα χρόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ ἀργότερα Πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Γερμανό. Κατόπιν ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κατέληξε στὴν τοποθεσία Ὁμαλὰ τῆς Κεφαλονιᾶς, ὅπου ἔκτισε γυναικεῖο Μοναστήρι καὶ τὸ ὀνόμασε Νέα Ἱερουσαλήμ. Στὴ Μονὴ αὐτὴ λοιπόν, ἀφοῦ ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ἀνέπτυξε μεγάλες ἀρετές, βοηθώντας πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κεφαλονιᾶς, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1579, σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν. (Κυρίως αὐτὴ τὴ μέρα, ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν λειψάνων του τὸ 1580 – 81).   Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ὁ Μεγαλομάρτυρας Πολλὲς καὶ σοφὲς ἅγιες μορφὲς παρελαύνουν ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μιὰ τέτοια μορφὴ καὶ ἐξαιρετικὴ προσωπικότητα εἶναι κι ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἀρτέμιος ποὺ ἔζησε καὶ μαρτύρησε περὶ τὰ μέσα τοῦ τέταρτου αἰώνα μ.Χ. (361 – 363). Γιὰ τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦτον Ἅγιον ἀξίζει νὰ μιλήσουμε κάπως ἐκτενέστερα. Γι’ αὐτὸν λοιπὸν καὶ οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν. Νέος, νεότατος ὁ Ἅγιος χάρη στὴ χριστιανικὴ μόρφωση ποὺ πῆρε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γονεῖς του ἄρχισε νὰ ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς συνομήλικούς τῆς πόλεώς του μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὰ προσόντα του. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ γνώρισε τὸν εὐσεβὴ καὶ σοφὸ τοῦτο νέο, τὸν ἐξετίμησε ἰδιαίτερα καὶ ἔσπευσε νὰ τὸν ἀναδείξει δούκα καὶ αὐγουστάλιον τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Ἀλεξανδρείας. Δηλαδὴ τὸν διόρισε ἀνώτερο διοικητὴ ὅλης της Αἰγύπτου. Στὴν ἐπίσημη αὐτὴ καὶ τιμητικὴ θέση ὁ Ἀρτέμιος σὰν πιστὸς χριστιανὸς ἀσκοῦσε τὰ καθήκοντά του μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ σύνεση, ὥστε ὅλοι νὰ θαυμάζουν τὰ ὑπέροχα πολιτιστικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα. Οἱ εὐτυχισμένες καὶ εὐλογημένες ἐκεῖνες μέρες δὲν κράτησαν δυστυχῶς γιὰ πολύ. Ὁ γιὸς καὶ διάδοχος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ποὺ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ἀνέλαβε τὴν διοίκηση τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸ Ἰλλυρικὸν πέλαγος μέχρι τὴν Προποντίδα, τὴν Ἀσία, Συρία, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αἴγυπτο καὶ ὅλες τὶς νήσους, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ εἶχε πάει στὴν Ἀντιόχεια ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπέθανε. Τότε τὴν ἐξουσία τῆς μεγάλης αὐτῆς αὐτοκρατορίας ἀνέλαβε ὁ Ἰουλιανός, ποὺ εἶναι γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς παραβάτης καὶ ἀποστάτης. Ὁ νέος αὐτὸς βασιλιὰς , σὲ κάποιο ταξίδι του στὴν Αἴγυπτο εἶχε συναντήσει καὶ γνωρίσει τὸν ἄρχοντα Ἀρτέμιο, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ἀκούσει καὶ πολλὰ καλὰ λόγια γιὰ τὶς ἱκανότητές του, ὅπως καὶ γιὰ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα. Τὸ χάρισμα ὅμως τοῦτο τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς προσωπικότητος ὄχι μόνο δὲν ἐξετιμήθηκε ἀπὸ τὸν ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ εἶχε ἤδη κινήσει καὶ τὸν διωγμὸ ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ θεωρήθηκε μεγάλο μειονέκτημα καὶ ἁμάρτημα. Μὲ πάθος μάλιστα κάθε φορὰ προσπαθοῦσε νὰ κατακρίνει καὶ νὰ δείχνει γι’ αὐτὸν τὴν περιφρόνησή του. Τοῦτο ἔκαμε καὶ σὲ μία ἐπίσκεψη τοῦ ἄρχοντα Ἀρτεμίου σ’ αὐτόν, ὅταν βρισκόταν στὴν Ἀντιόχεια. Ὁ ἀποστάτης βασιλιάς, σὰν εἶδε τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου Ἀρτέμιο, τρελλὸς ἀπὸ θυμὸ τὸν κάλεσε κοντά του καὶ ἄρχισε μὲ περιφρόνηση νὰ τοῦ ὁμιλεῖ καὶ νὰ τὸν ὑβρίζει. Ὅσην ὥρα ὁ ὑβριστὴς ἀπευθυνόταν στὸν Ἅγιο, τὸν κατηγοροῦσε καὶ τὸν ὕβριζε, ὁ ἐνάρετος Ἀρτέμιος σιωποῦσε καὶ εἶχε σκυφτὸ τὸ κεφάλι. Μπροστὰ στὰ μάτια του εἶχε τὰ λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι ἔστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοὶς οὐρανοίς» (Ματθ. ε’ 11 – 12). Μακάριοι γίνεσθε σεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σας χλευάσουν καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ σᾶς κακολογήσουν μὲ κάθε ψεύτικη κατηγορία ἐξ αἰτίας μου. Χαίρετε καὶ ζωηρὰ ἐκδηλῶστε τὴ χαρά σας, γιατί ἡ ἀνταμοιβή σας στοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μὲ τὸ παραπάνω. Ὅταν ὅμως ὁ ἐγωιστὴς καὶ ἀσεβῆς βασιλιὰς ἄρχισε νὰ ἐπεκτείνει τὶς ὕβρεις του στὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς ἀμώμητης χριστιανικῆς μας πίστεως, τότε ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος σήκωσε τὸ κεφάλι, ὕψωσε τὴ φωνή του καὶ μὲ παρρησία εἶπε στὸν παραβάτη ἄρχοντα. – Βασιλιά μου, ἐπιδείξατε, σᾶς παρακαλῶ λίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός. Τοῦτο μαρτυροῦν περίτρανα τὰ λόγια του καὶ τὰ ἔργα του. Ὅσο γιὰ τὶς ὕβρεις σας ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν εὐγενέστερη καὶ πιὸ ἄξια μερίδα τῶν ὑπηκόων σας, δὲν εἶναι καθόλου φρόνιμο καὶ συνετὸ οὔτε καὶ δίκαιο ἀπὸ μέρους σας νὰ τοὺς ὑβρίζετε καὶ νὰ τοὺς διώκετε. Ἐντροπή σας! Ἡ συμπεριφορά σας αὐτὴ σᾶς ἀδικεῖ καὶ σᾶς ἐξευτελίζει. Τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ Ἁγίου διέκοψαν οἱ γεμάτες μίσος καὶ εἰδωλολατρικὸ φανατισμὸ φωνὲς τοῦ μαινόμενου κυριολεκτικὰ βασιλιὰ Ἰουλιανοῦ. – Πάψε, ἀνόητε, τοῦ φώναξε. Κι ἀφοῦ τὸν ὕβρισε ξανὰ καὶ ξανὰ διέταξε νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὴ ζώνη τοῦ ἀξιώματός του καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ συνέλθει. Μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη ὁ πιστὸς καὶ ἄτρομος χριστιανὸς χωρὶς ψωμὶ καὶ νερὸ γιὰ μέρες περνάει τὶς ὦρές του γονατιστὸς εὐχαριστώντας τὸν Κύριο γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ δόθηκε. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ οὗ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιπ. α’ 29), ἔλεγε καὶ ἐπαναλάμβανε μὲ ἀνείπωτη χαρά. Δηλαδὴ σὲ μᾶς δόθηκε σὰν χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύουμε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ πάσχουμε γιὰ τὸ ὄνομά του. Τὰ ἐπακόλουθα τῆς ὁμολογίας του εἶναι τρομερά. Ἀδούλωτος καὶ ἐλεύθερος ὁ Ἅγιος τὰ ἀντιμετωπίζει ὅλα μὲ ζηλευτὴ ψυχραιμία καὶ ὑπομονὴ καὶ καρτερία. Ὅταν ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες κατὰ διαταγὴ τοῦ Βασιλιὰ βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ παρουσιάστηκε μπροστά του, ὁ Ἰουλιανός τοῦ ζήτησε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς μεγάλους Θεούς, ἂν ἤθελε νὰ τοῦ χαρισθεῖ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία. Στὴν πρόταση αὐτὴ τοῦ ἄρχοντα ὁ σταθερὸς στὶς ἀρχὲς καὶ τὸ φρόνημά του Ἅγιος ἀλλὰ καὶ ἀτρόμητος στὶς πεποιθήσεις του ἀπολογήθηκε μὲ πολλὴ δύναμη καὶ παρρησία καὶ ἀπέδειξε ψευδὴ κι ἀνόητα ὅσα εἰπώθηκαν κατὰ τοῦ Χρίστου. Στὸ τέλος πρόσθεσε: Αὐτὸ πού μοῦ ζητᾶτε, ἄρχοντά μου, ν’ ἀρνηθῶ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσφέρω θυσία στὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες τῆς πεθαμένης πιὰ εἰδωλολατρίας, μοῦ εἶναι ἀδύνατον ὄχι νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ τὸ σκεφθῶ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ δημιουργὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀπέθανε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τὸν ἀρνηθῶ; Ἡ τολμηρὴ αὐτὴ καὶ μὲ τόση παρρησία εἰπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ Μάρτυρος προκάλεσε τὸ μίσος καὶ τὴν μανία τοῦ ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ σὰν τρελὸς φώναξε: – Νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια. Τὰ πιὸ σκληρὰ βασανιστήρια. Στὴν διαταγὴ τοῦ βασιλιὰ οἱ δήμιοι ποὺ στέκονταν δίπλα ὄρμισαν, ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα, τὸν γύμνωσαν καὶ ἀφοῦ τὸν ξάπλωσαν στὴν γῆ ἄρχισαν νὰ τὸν κτυποῦν μὲ βούνευρα μέχρις αἵματος. Τὸ δέρμα ξεσχίσθηκε, μὰ οἱ δήμιοι ὄχι μόνο δὲν σταματοῦν ἀλλὰ καὶ συνεχίζουν λὲς μεθυσμένοι μὲ τὸ ἄνομο ἔργο τους. Στὴ συνέχεια καταξεσχίζουν τὶς σάρκες του μὲ μαχαίρια καὶ ὕστερα μὲ λαμπάδες καῖνε τὶς πληγές. Τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος ἔγινε μία ἄμορφη μάζα ἀπὸ κρέατα καὶ κόκαλα σπασμένα. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν πῆραν καὶ τὸν πέταξαν στὴ φυλακή. Σκέφθηκαν νὰ τὸν ἀφήσουν ἐκεῖ νὰ πεθάνει μόνος του χωρὶς καμιὰ βοήθεια. Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι. Μὰ ἐκεῖνος, ποὺ ὑποσχέθηκε καὶ εἶπε στὸν κάθε πιστὸ ἀκόλουθό του, «οὗ μὴ σὲ ἀνώ, οὗ δ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλείπω» δηλαδὴ δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, παιδί μου, ἀβοήθητο· ποτὲς δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω, κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἔρχεται στὸ μισοπεθαμένο κορμί, τὸ ἀγγίζει, τὸ παρηγορεῖ καὶ τὸ θαῦμα γίνεται. Ἡ μάζα τῶν ξεσχισμένων κρεάτων καὶ τῶν σπασμένων κοκάλων ξαναβρίσκει τὴν πρότερη κατάσταση. Θεραπεύεται. Καὶ ὁ Μάρτυρας μὲ βαθιὰ συγκίνηση γονατίζει, εὐχαριστεῖ καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεὸ. Ὄρθιον νὰ βαδίζει ἐπάνω – κάτω καὶ νὰ ψάλλει τὰ λόγια του Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου «μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν» (Ἰακ. α’ 12), δηλαδὴ μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχεται μὲ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες, τὸν βρίσκει ὁ δεσμοφύλακας ποὺ πῆγε τὸ πρωὶ νὰ ἰδεῖ ἂν εἶναι ζωντανός. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδηγεῖ μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Ὁ ἀποστάτης, ὅταν τὸν εἶδε, τὰ ἔχασε. Δὲν πίστευε στὰ μάτια του. Κάποια στιγμὴ συνῆλθε καὶ εἶπε, γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν σιωπὴ καὶ τὰ ἐπιφωνήματα τοῦ θαυμασμοῦ τοῦ πλήθους. – Μεγάλοι οἱ Θεοί μας, Ἀρτέμιε. Αὐτοὶ σὲ ἔκαμαν καλά. Σπεῦσε νὰ προσφέρεις θυσία σ’ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς δοξάσεις. Μὴν φανεῖς ἀχάριστος. – Τὴν ὑγεία μου, βασιλιά, μοῦ τὴν χάρισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τὰ εἴδωλά σας οὔτε αἰσθάνονται, οὔτε μιλοῦν. – Πάψε, ἀλιτήριε. Τὴν ἀχαριστία ἀκολουθεῖ πάντα ἡ ἀδιαντροπιά. «Τὴ ἀχαριστία ἕπεται ἡ ἀναισχυντία». Νὰ συνεχισθοῦν τὰ βασανιστήρια. Τὴν ἴδια στιγμὴ μερικὰ δυνατὰ χέρια ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα καὶ τὸν ἔριξαν κάτω. Ὕστερα μερικοὶ ἄλλοι ἀφοῦ ἔσπασαν μία πελώρια μυλόπετρα, πῆραν τὴ μισὴ καὶ ἀφοῦ ἅπλωσαν ἐπάνω τὸν Ἅγιο, ἄλλη ὁμάδα δυνατῶν κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ σήκωσαν τὴν ἄλλη μισὴ καὶ τὴν ἔριξαν ἐπάνω στὸν Μάρτυρα. Σκοπὸς ἕνας. Νὰ τοῦ συντριβοῦν ὅλα τὰ κόκαλα. Ἀφόρητοι οἱ πόνοι. Ὁ Ἀρτέμιος ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ διατηρεῖ ὅλη τὴν καρτεροψυχία του. Ὑπομένει γιατί γνωρίζει τί λέγει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὴν περίπτωση αὐτή. «Ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθώσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται». (Σοφ. Σολομ. γ’ 4 – 5). Δηλαδὴ οἱ δίκαιοι, καὶ ἂν ἀκόμη στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων πάσχουν καὶ θλίβονται, αὐτοὶ ἔχουν σταθερὰ καὶ ἀκλόνητη τὴν πεποίθησή τους στὴν ἀθάνατη καὶ μακαριὰ ζωή. Κι ἂν ταλαιπωρηθοῦν καὶ βασανισθοῦν ὀλίγον στὴν παροῦσα ζωὴ θὰ λάβουν μεγάλες ἀμοιβὲς καὶ βραβεῖα στὴν αἰωνιότητα. Γιὰ τὴν αἰωνιότητα προοριζόμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τὴν αἰωνιότητα πρέπει νὰ ἔχουμε πάντα στὴν σκέψη μας. Γι’ αὐτὴν πρέπει καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν αἰωνιότητα ἔχει στὴν σκέψη του καὶ ὁ Μεγαλομάρτυρας. Γι’ αὐτὴν ἀγωνίζεται τώρα καὶ ὑποφέρει μὲ καρτερία τὰ βασανιστήρια. Ἡ γαλήνια ματιά του συγκλονίζει κυριολεκτικὰ τὸν ἀποστάτη, ποὺ μηχανεύεται καὶ ἄλλα σκληρότερα βασανιστήρια. Ἕνα τέτοιο ἦταν καὶ ἡ ἐντολὴ μὲ ἕνα ξίφος νὰ βγάλουν τὰ μάτια τοῦ Μάρτυρος. Ἡ ἐντολὴ ἐκτελεῖται τὴν ἴδια στιγμή. Ἡ γαλήνη ὅμως δὲν ξανάρχεται στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὁ Μάρτυρας δέχεται καὶ τοῦτο τὸ βασανιστήριο μὲ ἰώβειο καρτερία καὶ ὑπομονή. Μπροστὰ στὸ ἀλγεινὸ θέαμα τρέμει ὁ ἀποστάτης. Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς τύψεις δίνει τὴν τελευταία ἐντολή. – Κόψτε τὸ κεφάλι του. Ὁ δήμιος πιστὸν ὄργανο τῆς ἐξουσίας σήκωσε τὸ σπαθὶ καὶ ἀποκεφάλισε τὸν Ἅγιο. Ἔτσι τελείωσε μία ζωὴ ποὺ σύνθημά της εἶχε τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια: «Τὰ ἄνω ζητεῖτε … τὰ ἄνω φρονεῖτε μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. γ’ 1 – 2). Νὰ ἐπιδιώκετε δηλαδὴ τὰ ἀγαθὰ ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό. Πρὸς αὐτὰ νὰ εἶναι στραμμένες οἱ σκέψεις σας καὶ ὄχι πρὸς τὰ γήινα πράγματα. Κάποια εὐγενικιὰ ψυχὴ πῆρε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τὸ μετέφερε στὴν καρδιὰ τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐκεῖ τὸ ἐνταφίασε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ νησιὰ τῶν Πριγκιποννήσων, τὴν Ὀξειά, στὴν ἐκεῖ ἐκκλησία τοῦ Προδρόμου. Στὴ γῆ λοιπὸν ἐναποτέθηκε ὁ Μάρτυρας. Ἡ ἁγία ψυχή του ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν πάνω στὴ γῆ καὶ ὑποφέρουν σωματικά. Πολλὰ θαύματα ἔγιναν καὶ γίνονται σὲ ὅσους μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια ἐκζητοῦν τὴν μεσιτεία του. Ὁ Μεγαλομάρτυρας Ἅγιος Ἀρτέμιος εἶναι γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς ὁ ἰατρὸς τῆς κήλης. Ἕνα ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν θαυμάτων εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ ἔγινε στὸ παιδὶ μιᾶς πνευματικῆς μας κόρης. Στὸ ἀγοράκι τῆς χριστιανῆς αὐτῆς παρουσιάστηκε στὴν ἡλικία τῶν δεκαπέντε περίπου μηνῶν ὑδροκήλη βαριὰς μορφῆς. Τὸ παιδὶ ἦταν πολὺ ἀδύνατο. Ἐπέμβαση χειρουργικὴ ἐθεωρήθηκε πολὺ ἐπικίνδυνη νὰ γίνει. Ἡ πιστὴ μητέρα εἶχε ἀκούσει γιὰ τὰ θαύματα ποὺ γινόντουσαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο στὴν ἐκκλησία του ἐκεῖ στὴν τουρκοκρατούμενη σήμερα Ἀφάνεια. Κατόπιν ὁδηγιῶν τοῦ πνευματικοῦ ἔκαμε ἕνα τάμα καὶ πῆγε στὴν χάρη του. Ἑτοίμασε λειτουργία, ἐξομολογήθηκε, πῆγε στὴν Ἐκκλησία του, παρακολούθησε μὲ εὐλάβεια τὴν Θεία Λειτουργία, κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ αὐτὴ καὶ τὸ παιδί της, παρεκάλεσε τὸν ἱερέα καὶ τῆς ἔκαμε παράκληση καὶ τὸ ἀπόγευμα ἐπέστρεψε. Τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ τὸ παιδί της ἦταν τελείως καλά. Οἱ θεράποντες ἰατροὶ ἐβεβαίωσαν τὴν θεραπεία. Ἡ ὑδροκήλη οὐδέποτε παρουσιάσθηκε ἀπὸ τότε στὸν ἄρρωστο. Μεγάλη ἡ δύναμη τῆς πίστεως, ἀδελφοί μου. Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουμε βοηθοὺς καὶ προστάτες σὲ τοῦτο τὸν κόσμο τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ οἰκείους του Θεοῦ. Φτάνει μὲ πίστη ζωντανὴ νὰ καταφεύγουμε στὴν χάρη τους καὶ νὰ ἐκζητοῦμε τὴν βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τους. «Ἔκλεξαι ἁγίους ὑπερασπιστάς σου καὶ ἀφιερώσου εἰς αὐτούς» μας συμβουλεύει καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος. Ὅταν οἱ χριστιανοὶ δοκιμαζόμαστε, ἂς καταφεύγουμε στὴν χάρη τῶν Ἁγίων τῆς πίστεώς μας καὶ στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου καὶ ἂς ζητοῦμε μὲ πίστη τὴν θεραπεία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας. Κι ἐφ’ ὅσον ἡ θεραπεία θὰ εἶναι γιὰ τὴν ὠφέλειά μας, θὰ μᾶς τὴν προσφέρει ὁ Κύριος μὲ τὴν μεσιτεία τοῦ Ἁγίου μας. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦν τὰ γεγονότα δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμένουμε. Ἕνα μόνο στὴν ἀνάγκη νὰ λέμε: Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Ἀρτέμιε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀμήν.