ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΑΝΗΣ ΙΛΙΟΥ               " Ύμνοι Τριωδίου "               Πορεία προς το Πάσχα               Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ                

Αγιολογικά

  •  Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ
    Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ
    "Μέγα τό λαλεῖν περί τοῦΘεοῦ, ἀλλά μεῖζον τό ἑαυτόν καθαίρειν Θεῷ"   ὉἍγιός μας, ὁἍγιος Γεράσιμος ὁΝοταρᾶς, ὁἐκ Τρικάλων τῆς Κορινθίας καταγόμενος, ἡδόξα τῆς Ἐκκλησίας, τό καύχημα τῶν μοναστῶν, ὁλῦχνος τῆς εὐσεβείας, τό ἱστόρημα τῆς ἀσκήσεως, ὁφυγαδευτής τῶν δαιμόνων, ἡπηγή τῶν παντοειδῶν ἰαμάτων, αὐτήν τήν ἐσωτερική κάθαρση ἀγωνίστηκε σ’ ὅλη του τήν ζωή καί ὅταν ἦτο παιδί, καί ὅταν ταξίδευε σέ μακρινούς καί ἁγιασμένους τόπους (Ζάκυνθο, Θεσσαλία, Κρήτη, Κων/πολη, Ἀλεξάνδρεια, Σινᾶ, Ἱεροσόλυμα, Δαμασκό) καί ὅταν ἀσκήτευε στίς σπηλιές τοῦἉγίου Ὄρους, τῆς Ζακύνθου καί τῆς Κεφαλληνίας, παραδομένος στό θέλημα τοῦΘεοῦ.   ὉἍγιός μας, μέ τήν ὁλοκηρωτική του ξενιτεία μᾶς διδάσκει καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡπρόσκληση τοῦΘεοῦγιά ξενιτεία (ἄφημα εἰς τόν Θεόν καί ἀπομάκρυνση ἀπό τόν ἐγωϊσμό καί τά πάθη μας), ἀπευθύνεται πρός ὅλους μας καί στό καθένα μας ξεχωριστά καί ὄχι μόνον μιά φορά καί μέ ἕναν μόνο τρόπο, ἀλλά κάθε στιγμή καί σέ κάθε γεγονός τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς.   Ἡἀρχή καί τό τέλος αὐτῆς τῆς ξενιτείας «τό ἑαυτόν καθαίρειν Θεῷ» εἶναι:   Πρῶτον: Ἡσυνειδητοποίηση ὅτι προσπαθώντας νά κορέσουμε τήν «πείνα» μας (τήν λαχτάρα μας γιά κατανόηση, καταξίωση, εἰρήνη, χαρά καί ἀγάπη) τρεφόμεθα μέ τά ξυλοκέρατα τοῦἐγωϊσμοῦτῶν ἀντιπαραθέσεων τῶν μεριμνῶν, τῶν προσκαίρων ἀπολαύσεων καί ἡδονῶν καί τῶν ἀρρωστημένων ἐξαρτήσεων.   Δεύτερον: Τό ξεκίνημα τῆς ἐπιστροφῆς μας γιά τό «Πατρικό σπίτι» ἤτοι τῆς ἀναζήτησης τῆς αὐθεντικῆς μας ταυτότητος ὡς εἰκόνες Θεοῦ, ἀπαιτεῖταπείνωση, ἁπλότητα, κατανόηση καί ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς μας συνανθρώπους καί πρό πάντων εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεόν γιά ὅλα «Δόξα τῷ Θεῷπάντων ἕνεκεν» (μακριά ἀπό μιζέριες καί παράπονα) γιά νά ἀξιωθοῦμε διά πρεσβειῶν τοῦἑορταζομένου Ἁγίου Γερασίμου νά βιώνουμε ἀπό τήν ἀρχή αὐτοῦτοῦταξιδείου τῆς ξενιτείας-μετάνοιάς μας, τούς καρπούς τῆς βασιλείας τοῦΘεοῦπού δέν εἶναι μακρυά μας «ἐντός ἡμῶν ἐστί».
  • ''...γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται!''.
    ''...γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται!''.
     Ένα από τα πολλά ονόματα που προσδίδουμε στην Παναγία μας είναι Γοργοεπήκοος και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους από το 1646. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, "λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά", φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκομένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ' εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.     Όπως αναφέρει στο Συναξάρι Ο όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: "Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με καπνό". Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος  συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: '"Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;". Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός. "Ετσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ' απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοεπήκοος".       Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοεπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ' εκείνους που προστρέχουν σ' αυτήν με ευλάβεια και πίστη.Και πραγματικά η χάρη της ενεργεί πάμπολλα θαύματα όχι μόνο στο Άγιο Όρος, αλλά και έξω από αυτό, σε πόλεις και χωριά, σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και σε άλλα μέρη, όπου την ευλαβούνται και την επικαλούνται. Η Παναγία η Γοργοεπήκοος είναι πολύ θαυματουργή, ιατρεύει διάφορες ασθένειες, χαρίζει παιδιά σε άτεκνα ζευγάρια, φανερώνει απολεσθέντα αντικείμενα, προστατεύει όσους κινδυνεύουν στη θάλασσα, λυτρώνει όσους αιχμαλωτίζονται, θεραπεύει από τον πονοκέφαλο και την κόπωση, ανορθεί τους παραλύτους, χαρίζει το φως στους τυφλούς, θεραπεύει από θανατηφόρες ασθένειες, διώκει τις ακρίδες από τα χωράφια και άλλα πολλά θαυμαστά που βρίσκονται γραμμένα στη Μονή Δοχειαρίου, ως θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας της Γοργοεπηκόου.      Όταν λοιπόν θεραπεύθηκε από την τύφλωση του ο τραπεζάρης Μοναχός, ονόματι Νείλος, οι πατέρες της Μονής έφτιαξαν στο χώρο αυτό ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, αφού η ίδια η Παναγία χαρακτήρισε τον εαυτό της με το επίθετο αυτό. Εκεί τελείται δύο φορές την εβδομάδα η θεία Λειτουργία, εκεί γίνονται οι κουρές των μοναχών και καθημερινά, πρωί και βράδυ, ψάλλονται παρακλήσεις μπροστά στην ιερή εικόνα.     Η πρώτη αγιογραφηθείσα εικόνα της Παναγίας στη Μονή Δοχειαρίου, που έγινε το 1563, την αναφέρει ως Βρεφοκρατούσα, Φοβερά Προστασία και Γοργοεπήκοο. Πρέπει να επισημάνουμε λοιπόν, ότι η Παναγία όταν μίλησε στο μοναχό δεν χρησιμοποίησε για τον εαυτό της κανένα από τα ονόματα που ήταν γραμμένα στην τοιχογραφία, δηλαδή Γοργοεπήκοος, Βρεφοκοατούσα , Φοβερά Προστασία, αλλά κράτησε για τον εαυτό της το όνομα Γοργοεπήκοος, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι υπακούει γρήγορα στις δεήσεις των πιστών και κατ' επέκταση ότι η υπακοή παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη σωτηρία των ανθρώπων.      Μετά το θαύμα στο μοναχό Νείλο, στον οποίο χάρισε πάλι το φως του, η Παναγία μας θέλησε να δείξει μια άλλη ιδιότητά της, ένα άλλο χάρισμα για τη σωτηρία και την πνευματική προκοπή των ανθρώπων κι έδωσε στον εαυτό της το όνομα Γοργοϋπήκοος, τονίζοντας το έργο της διακονίας. Όπως και ο Υιός της, έτσι κι εκείνη διακονεί με άπειρους τρόπους τη σωτηρία μας. Κι όπως με την υπακοή της τότε στα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ συνέβαλε στη σωτηρία μας, έτσι και τώρα, ως υπακούουσα στα αιτήματά μας, επαναλαμβάνει με ταπείνωση: "ιδού η δούλη Κυρίου". Έτσι βοηθάει και σώζει γρήγορα όσους με πίστη καταφεύγουν σε αυτή και την επικαλούνται και την τιμούν ως Γοργοεπήκοο. Έκτοτε πολλές εικόνες, εκκλησίες, αλλά και μονές τιμούν την Παναγία την Γοργοεπήκοο, όπως άλλωστε κι εμείς που αποφασίσαμε με ευλάβεια να αφιερώσουμε το εσωτερικό παρεκκλήσιο του Μοναστηριού μας στο άγιο όνομά της. Γιατί πραγματικά αισθανόμαστε πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από τις πρεσβείες, τις μεσιτείες και την μητρική προστασία Της στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η Μητέρα του Κυρίου μας μεριμνά γοργά για τη σωτηρία όλων μας και αναδίδει χάρη σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη, ελπίδα και αγάπη. Ας την επικαλούμαστε πάντοτε, ας ψάλλουμε την παράκληση της και ας την πανηγυρίζουμε την ημέρα της εορτής της, την 1η Οκτωβρίου.
  •  Απο τα βασανιστήρια στην αιωνιότητα.. Μεγάλη Παρασκευή μέχρι το Πάσχα ,μετά την Λαμπρή 9 Απριλίου 1463
    Απο τα βασανιστήρια στην αιωνιότητα.. Μεγάλη Παρασκευή μέχρι το Πάσχα ,μετά την Λαμπρή 9 Απριλίου 1463
    ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ - ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ   Συμπληρώθηκαν εννιά περίπου χρόνια από τότε που ήρθαν οι  Αγιοι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκαν στο Μοναστήρι της Παναγίας. Το φθινόπωρο του 1462, μετά από πολιορκία δεκατεσσάρων ημερών, οι Τούρκοι κυρίευσαν τη Μυτιλήνη και ολόκληρο το νησί. Κατέστρεψαν, όλα τα Μοναστήρια της Λέσβου.   Το μοναστήρι των Καρυών ήταν όντως ξακουστό σε Χριστιανούς και Τούρκους, καθώτι βρίσκονταν εκεί απο το 800μΧ, αλλά σύμφωνα με τις πληροφορίες των αποκαλυπτικών ενυπνίων δεν πείραξαν εκείνη την χρονική περίοδο το Μοναστήρι των Καρυών. Πάντως, από τις πρώτες ημέρες, ήταν τυραννικοί απέναντι στους Χριστιανούς. "Υποφέραμε πολύ" αποκάλυψε ο ίδιος ο άγιος Ραφαήλ στη Βασιλική Ράλλη σε ένα ενύπνιο το Μάρτιο του 1960.   ( Χιλιάδες σκλάβους πήραν οι Τούρκοι εκείνους τους μήνες απο το νησί για να ενισχύσουν την ερημωμένη Κωνσταντινούπολη με κόσμο. Του Σουλτάνου του έλειπαν οι πολιτισμένοι άνθρωποι για την νέα του Πρωτεύουσσα και μάζευε Έλληνες απο όπου έβρισκε )   "Μαζί μας υπέφεραν και πολλοί Xριστιανοί εξαιτίας ενός γερμανού γιατρού φίλου των Τούρκων, που τους υποκινούσε διαρκώς εναντίον μας, και μας καταπίεζαν ονομαζόταν ντόκτορ Σβάιτσερ".   Όπως φανερώθηκε λίγες μέρες αργότερα σε ένα άλλο ενύπνιο της Βασιλικής Ράλλη, οι Χριστιανοί ταλαιπωρημένοι από την τουρκική καταπίεση, έκαναν μιά ανταρσία και πολλοί βγήκαν στα βουνά. Οι Τούρκοι πίστεψαν τότε πως είχαν γιά κρησφύγετο το Μοναστήρι.   Γιά να καταπνίξουν την ανταρσία, κάλεσαν ενισχύσεις από την απέναντι περιοχή της Μικρασίας ,όπου είχαν στρατόπεδα οι χειρότεροι του Τουρκικού στρατού, Τουρκαλβανοί και Aραβες.   "Εμάς δεν μας έσφαξαν οι Τούρκοι που κάθονταν στό χωριό, αλλά ξένοι Τούρκοι που ήρθαν από τη Μικρά Ασία με ενα καίκι " είπε η αγία Ειρήνη στον Κώστα Κανέλλο σε ένα ενύπνιο στις 2 Δεκεμβρίου 1961.   "Μόλις μάθαμε ότι ένα καίκι γεμάτο Τούρκους άραξε στο λιμάνι του χωριού μας, τρέξαμε αμέσως στο Μοναστήρι να κρυφθούμε και να ειδοποιήσουμε και τους καλογήρους. Ο δάσκαλος μας ειδοποίησε πρώτος και ανέβηκε κι αυτός μαζί μας".   Στίς 9 Μαίου 1961 ο Παναγιώτης Μπάκας, ένας από τους εργάτες που δούλευαν στις ανασκαφές, είδε στον ύπνο του ότι βρέθηκε στις Καρυές. Το μέρος ήταν διαφορετικό απο ότι είναι σήμερα. Υπήρχε ένα Μοναστήρι περασμένης εποχής και γύρω γύρω δάσος. Ο ίδιος βρισκόταν από το πίσω μέρος και ξαφνικά άκουσε φωνές και αναταραχή από τη μεριά της εισόδου. Προχώρησε με προφύλαξη προς τα εκεί και αντίκρισε μιά συνταρακτική σκηνή. Κάτι Τούρκοι με αρχαίες φορεσιές και σαρίκια στο κεφάλι είχαν καταγής τον άγιο Ραφαήλ και τον κτυπούσαν, τον έβριζαν, χωρίς όμως να καταλαβαίνει τι έλεγαν.   Σε μιά στιγμή ο Αγιος σηκώθηκε όρθιος, τράβηξε από το λαιμό του ένα μεγάλο Σταυρό που φορούσε και τους είπε "Εμείς αυτόν προσκυνούμε και ποτέ δεν θα τον εγκαταλείψουμε". Τότε εκείνοι άρχισαν να τον τραβούν από τα γένια και να τον σέρνουν στη γη.   Ένα ακόμη ενύπνιο της Βασιλικής Ράλλη τον Ιανουάριο του 1960 έρχεται να συμπληρώσει τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου. Ο Αγιος Ραφαήλ Λειτούργησε για τελευταία φορά τη Μ.Πέμπτη. Την Μ.Παρασκευή ανέβηκαν στο Μοναστήρι Τούρκοι, συνέλαβαν τον Ηγούμενο Ραφαήλ,τον Διάκονο Νικόλαο, την οικογένεια του προεστού και τον δάσκαλο. Οι άλλοι πρόλαβαν και κρύφθηκαν στο βουνό. Είδε τον άγιο Ραφαήλ να συνομιλεί με τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης και να του διηγείται: "Οι Τούρκοι μου έκαναν πολλά μαρτύρια. Πρώτα με χτύπησαν με τα ρόπαλα τους και με έριξαν κάτω παράλυτο.   Έπειτα με κεντούσαν με τα κοντάρια τους, με τραβούσαν από τα γένια και με έσερναν καταγής. Ύστερα με έδεσαν σε μια καρυδιά και με χτυπούσαν απάνθρωπα επί ένα εικοσιτετράωρο".   "Όταν με βασάνιζαν, είπα "θα αντέξω τα πάντα γιά το θέλημα του Κυρίου, μέχρι την τελευταία μου πνοή".   Κρεμασμένος έβλεπα που κλωτσούσαν και κτυπούσαν τους άλλους καλογήρους, αλλά έλεγα "Εδώ, στον αγώνα μέχρι την τελευταία μου πνοή". Γι αυτό είχα και έχω αυτές τις δυνάμεις" φανέρωσε σε ενύπνιο της Μαρίας Τσολάκη. Σε ένα άλλο ενύπνιο, τον Ιανουάριο του 1960, ο Αγιος της παρουσίασε σε αναπαράσταση τα μαρτύρια του.   Της έδειξε ένα σημείο κοντά στο Εκκλησάκι και της είπε: "Από εδώ με έσερναν από τα γένια και με κτυπούσαν".   Με κατέβαζαν έως κάτω και πάλι με ανέβαζαν επάνω και με ξανακατέβαζαν, σέρνοντας με στις πέτρες που είχαν βαφή κόκκινες από το αίμα μου. Έπειτα με κρέμασαν ανάποδα είκοσιτέσσερις ώρες σε αυτήν την καρυδιά. Σε αυτό το δέντρο τελούσαμε κάθε χρόνο την Ανάσταση. Στο τέλος με πριόνισαν μέσα στο στόμα και με αποκεφάλισαν". "Ήμουν τότε πενηντατριών ετών" της είπε σε όνειρο ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1961.   Την Ανοιξη του 1960 σε πολλά ενύπνια αποκαλύφθηκε ότι πάνω στις Καρυές μαρτύρησαν και άλλα πρόσωπα. Όπως έχουμε δει, εξαιτίας της επιδρομής των Τούρκων κατέφυγαν στο Μοναστήρι ο δάσκαλος του χωριού Θεόδωρος και ο προεστός Βασίλειος με την οικογένεια του.   Η Βασιλική Ράλλη στις 7 Μαίου 1961 είδε ότι βρέθηκε στις Καρυές, όπου ήταν πολλά παιδιά και έπαιζαν. Της έκανε εντύπωση ένα χαμογελαστό κοριτσάκι περίπου δώδεκα χρονών και το ρώτησε "Τίνος είσαι, καλέ;". "Η Ρηνούλα είμαι που με βασάνισαν εδώ οι Τούρκοι" της αποκρίθηκε. Η Βασιλική αμέσως το άγκάλιασε και άρχισε να το φιλά. Την αγκάλιασε κι εκείνο και της έλεγε με δάκρυα στα μάτια:   "Να ξέρατε τι υποφέραμε όλοι!  Να ξέρατε τι μαρτύρια μας έκαναν οι Τούρκοι! Εμένα, μπροστά στους γονείς μου, μου έριχναν βραστό νερό μέσα στο στόμα, αλλά ο πατέρας μου δεν πρόδωσε τους Έλληνες. Έκλαιγε μόνο, που έβλεπε να με βασανίζουν και η μητέρα μου φώναζε σπαρακτικά".   Στις 3 Οκτωβρίου 1961 η Μαρία Τσολακη είδε ότι ήταν στις Καρυές και κοντά στο κιούπι της αγίας Ειρήνης στεκόταν μια όμορφη γυναίκα, λίγο ψηλή και παχειά, γύρω στα σαράντα. Γυρίζει και της λέει:   "Ξέρεις ποιά είμαι εγώ;  Είμαι η μητέρα της Ειρήνης. Το όνομα μου είναι Μαρία. Να ήξερες τι υποφέραμε από τους Τούρκους!   Όταν μας συνέλαβαν εδώ που είχαμε ανεβή να κρυφτούμε, πρώτα άρχισαν να βασανίζουν τη Ρηνούλα μου μπροστά στα μάτια όλων. Αρπαξαν και το βρέφος, το μικρό Ραφαήλ που σήκωνα στην αγκαλιά μου, το πέταξαν κάτω και το τσαλαπάτησαν με τα πόδια τους. Το σκότωσαν μπροστά στα μάτια μου. Από τον πόνο μου παραφρόνησα, φώναζα και ορμούσα να το πάρω. Με έδεσαν τότε σε ένα δένδρο και με υποχρέωσαν με αυτόν τον τρόπο να παρακολουθήσω το μαρτύριο των παιδιών μου.   Δεν άντεξα όμως, παρόλο που έκλεινα τα μάτια μου να μη βλέπω ενώ βασάνιζαν τη Ρηνούλα μου, απελπίστηκα πάρα πολύ και μου ήλθε συγκοπή. Εγώ δεν μαρτύρησα, αλλά ο άνδρας μου τράβηξε πολλά μαρτύρια".Τον Αγιο  Νικόλαο Τον είχαν  δέσει σε μια  καρυδιά και βλέποντας να πριονίζουν τον αγαπημένο του Ηγούμενο, με τις πρώτες λόγχες που τον κέντούσαν έπαθε συγκοπή.   Μετά έβαλαν φωτιά στο Μοναστήρι και έφυγαν.   Την άλλη νύχτα μερικές ευσεβείς χριστιανές μαζί με τον επιστάτη Ακίνδυνο και τον τρίτο Μοναχό που διασώθηκε, με έναν γέροντα Ιερέα απο το Χωρίο,έθαψαν κρυφά τους Μάρτυρες.Τον μεν Ηγούμενο μέσα στα ερείπια της καμένης εκκλησίας,τους δε άλλους στο προαύλιο.
  • ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ - ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
    ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ - ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
      Αγιος Ραφαήλ 1410-2008, Το Μεγάλο Χρονικό !   Η συγκλονιστική ιστορία ενός πολύ ξεχωριστού ανθρώπου που έζησε στα πιο ζοφερά χρόνια του γένους των Ελλήνων.   Κορυφαία προσωπικότητα με μοναδικά προσόντα,έζησε τις τελευταίες δεκαετίες του Βυζαντίου.Μόρφωση κορυφαία για την εποχή. Δύναμη ψυχής πέρα από τα ανθρώπινα όρια.   Βίωσε την Πτώση της Κωνσταντινούπολης και τους μετέπειτα διωγμούς.   Αγίασε με την παρουσία  του και το μετέπειτα μαρτύριο του, την Ελλάδα, την Λέσβο , τον Λόφο των Καρυών και την Ορθοδοξία απανταχού στον κόσμο.   Μαρτύρησε για την δόξα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έντεκα χρόνια μετά την πτώση της Πόλης.   Μια δεύτερη σταύρωση και ένας νέος Γολγοθάς γράφτηκε ανήμερα το Πάσχα του 1463 , επάνω στον Ιερό Λόφο των Καρυών. Πρωταγωνιστής στον πόνο του  μαρτυρίου ο Ηγούμενος Ραφαηλ.   Νίκησε τον χρόνο και τον θάνατο και έδωσε νέα ελπίδα στην πίστη των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ειναι το μέγιστο δώρο του θεού στην Ορθοδοξία.   Ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος και η μητέρα του ήταν ευσεβής Χριστιανή. Γεννήθηκε στους Μύλους Ιθάκης ( σημερινό Περαχώρι ) στις 4 Μαρτίου 1410 οπότε οι γονείς του απέκτησαν ένα αγοράκι, τον μετέπειτα άγιο Ραφαήλ. Απο μικρός ήταν πολύ ζωηρός και δυνατός,αν και πέρασε μια σοβαρή αρρώστια, σύμφωνα με όσα είπε η ίδια η μητέρα του σε ενύπνιο της Μαρίας Τσολάκη.   Γεώργιος Λασκαρίδης η Λάσκαρης το όνομα του σαν λαϊκός και μέχρι να εγκαταλήψει την κοσμική ζωή. Πριν γίνει κληρικός ,σπούδασε Ιατρική,φιλοσοφία και Ελληνικά γράμματα στον Μυστρά ενώ μετά  σταδιοδρόμησε στον βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε υψηλό βαθμό. 500 χρόνια, αργότερα σε πολλές εμφανίσεις του φοράει και στολή στρατιωτικού, εκτός απο αυτή του ιερωμένου.   Απο το 1959 ξεκίνησαν να καταγράφονται καθημερινά  Θαύματα που επιτελούνται  απο την Χάρη των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο.   500 χρόνια μετά ο Μέγας Βασιλεύς Ιησούς Χρηστός, επέτρεψε στον Αγιο Ραφαήλ να ανοίξει διάπλατα την Χρονοπύλη των Καρυών και να περάσει στον χωρόχρονο των θνητών ανθρώπων.   Μαζί του , τουλάχιστον είκοσι και πλέον Μάρτυρες και λαϊκοί που μαρτύρησαν η έζησαν με παραδειγματική Πίστη την ζωή τους, περνούν στον κόσμο των ανθρώπων και ομιλούν με κοινούς θνητούς.   Η Χάρη του Αγίου Ραφαήλ δεν έμεινε μόνο στον Λόφο των Καρυών, διότι η ανάγκη της παρουσίας Του είναι παγκόσμια. Αμέτρητα θαύματα καταγράφονται σε ολόκληρο τον κόσμο.   Το ιστορικό αυτό γεγονός είναι μοναδικό στην ιστορία των Χριστιανών μετά την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.Δυστυχώς ελάχιστα έχει ερευνηθεί και αναλυθεί επιστημονικά το όλο χρονικό των αποκαλύψεων αν και υπάρχει σωρεία ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων πέραν των θαυματουργικών ανακαλύψεων σε θρησκευτικό και αρχαιολογικό επίπεδο.Με την κατάλληλη προσπάθεια θα μπορούσε εύκολα να δοθεί η πραγματικά παγκόσμια διάσταση  που αναλογεί σε αυτά τα γεγονότα.   Εαν όλα αυτά είχαν συμβεί στην Ιταλία του 1960, ο Πάππας θα ειχε μεταφέρει το Βατικανό... στον Μοναστήρι των Καρυών.   Εάν είχε συμβεί στην Αμερική θα ξόδευαν εκκατομύρια για να προβάλλουν αυτά τα γεγονότα σε ολόκληρο τον κόσμο.   Εδώ στην χώρα της Ορθοδοξίας οι πρωταγωνιστές του 1960 μέχρι το 1974 που έπαυσε να λειτουργεί η επιτροπή της Ιεράς Μονής ,υπέφεραν τα πάνδεινα για να μαθευτεί η ιστορία και να εδραιωθεί το Μοναστήρι.   Ευτυχώς που υπάρχουν οι συνεχείς προσπάθειες της Ιεράς Μονής Αγίου Ραφαήλ Γουμενενίσσης στο Κιλκίς, και έχουμε  σήμερα έγκυρη ιστορικά  πληροφόρηση για τα όσα συνέβησαν και κυρίως για αυτά που τώρα συμβαίνουν.   Συγκριτικά με το μέγεθος και την αξία της αποκάλυψης, ελάχιστα έγιναν τα τελευταία 45 χρόνια στην Ελλάδα για να μάθει ο κόσμος τα όσα συνέβησαν τότε και συνεχίζουν να συμβαίνουν καθημερινά.   Ο απλός πιστός όλα αυτά τα χρόνια, με οτι μπορούσε να διαθέσει, έδωσε και δίνει την οικονομική δύναμη εκεί που νόμιζε σωστό για να γίνουν έργα και ενέργειες, ώστε να διαδοθεί σωστά και τεκμηριωμένα αυτό το Μέγα Ιστορικό. Τέλος πάντων μιλάμε για το πλέον σημαντικό  μεταφυσικό ( καταγγεγραμένο με ένορκες μαρτυρίες και αποδείξεις ) γεγονός στην Παγκόσμια Ιστορία. Ειναι η ιστορία που λύνει μια για πάντα, τεκμηριωμένα το μέγα ερώτημα της μετά θάνατο ζωής ( τουλάχιστον) .
  • Ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... Δεσπότης!
    Ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... Δεσπότης!
    Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα.  Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυο καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μια από τις δυο καλόγρηες, έφυγε. Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση. "Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;" Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη. "Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας. "Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές." "Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο...". Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.  Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος. Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.  Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.  Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε. "Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος." " Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του. Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων. Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε. "Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, που είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο... Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! ... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του. "Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;" Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε ! Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν. Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... δεσπότης! Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία. Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς - λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή. Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο. Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος. "Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα. Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" στο πλωριό κατάρτι. Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά. Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη. Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια. Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν. "Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφησες ορφανές και μόνες;" Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι. Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι. Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.  Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο - θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος. Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί. "Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.  Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν. Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής. Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τό'νοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε: "Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφήσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο". Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία! Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε. "Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει". Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια. " Σεβασμιώτατε", ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι. "Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά. " Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε", ψιθύρισε. "Τι μυρίζει;" "Λιβάνι και αλόη." "Τότε μη φοβείσαι και δια το λείψανον." Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - μύρο.  Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή : "άφισε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του. Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω. (Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου: Ο άγιος του αιώνα μας -Ο όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς- Αφηγηματική Βιογραφία.
  • Πατροκοσμᾶς: ὁ χτίστης τῆς Ρωμηοσύνης.
    Πατροκοσμᾶς: ὁ χτίστης τῆς Ρωμηοσύνης.
      «Τὰ γράμματα εἶναι τὸ στολίδι τοῦ ἀνθρώπου»Εἶναι ἀπὸ ποίημα τοῦ Γεωργίου Ἀθάνα ἡ ὡραία φράση «χτίστης τῆς Ρωμηοσύνης». Παραθέτω τὸ τροπαιοφόρο στιχούργημα: «Στὸ Μέγα Δέντρο ξεκινᾶ, στὸ Καλοντάει ἁγιάζει, χτίζει σχολειά, χτίζει ἐκκλησιές, χτίζει τὴ Ρωμηοσύνη. Πάτερ Κοσμᾶ, σὰν νὰ ‘τᾶν χτὲς τὸ κήρυγμά σου ἀχάζει (=βροντᾶ) στὴ Ρούμελη, στὴν Ἤπειρο στὴν ἀπεραντοσύνη».      Στὶς 24 Αὐγούστου κάθε ἔτους ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος μᾶς τιμᾶ καὶ γεραίρει τὴν μνήμη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἰσαποστόλου καὶ Ἐθναποστόλου, τοῦ ἁγιορείτη καλόγερου ποὺ προετοίμασε ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Τέσσερις ἀποστολικὲς περιοδεῖες ἔκανε. Μὲ βαθιὰ μόρφωση, κάτοχός της «θύραθεν» παιδείας, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ ὅπλο τὸ ἀήττητόν της ἁγιότητας, ἀφήνει τὸ 1760 περίπου τὸ Ἅγιον Ὅρος (Μονὴ Φιλοθέου) πηγαίνει στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ζητάει τὴν εὐλογία καὶ ἄδεια τοῦ πατριάρχη Σεραφεὶμ Β’, προκειμένου νὰ ἀρχίσει κηρυκτικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο στὴν....κυρίως Ἑλλάδα, «ἐπειδὴ τὸ γένος μᾶς ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν».           Ἔτσι ξεκινάει τὶς περιοδεῖες του πού, σχεδὸν χωρὶς διακοπῆ, διαρκοῦν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια. Περιόδευσε σχεδὸν ὅλη τὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, ἀπὸ τὴ Θράκη ὡς καὶ τὸ βόρειο μέρος τῆς Πελοποννήσου, πέρασε στὶς Κυκλάδες, ἔφτασε στὰ Ἑπτάνησα καὶ ἐπέμεινε κυρίως στὴν Ἤπειρο (καὶ στὴν σκλαβωμένη Βόρειο) καθὼς καὶ στὴ Δυτικὴ Μακεδονία, ὅπου ὑπῆρχαν καὶ τὰ περισσότερα κρούσματα ἀλλαξοπιστίας ἢ ἐγκατάλειψης τῆς «πατρίου φωνῆς», τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Περνοῦσε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ καὶ σταματοῦσε σὲ κάθε τόπο δύο μέρες. Ἔκανε ἕνα πρῶτο κήρυγμα τὸ βράδυ τῆς ἄφιξής του, ἕνα δεύτερο τὸ ἑπόμενο πρωὶ καὶ ἕνα τρίτο τὴν ἴδια μέρα τὸ βράδυ. Τὸ κήρυγμά του συγκλονίζει, ἀνασταίνει ψυχές, παρηγορεῖ, ἀφυπνίζει, τονώνει τὴν ἐλπίδα τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων σὲ μία μελλοντικὴ ἀπελευθέρωση –ἀνάσταση τοῦ Γένους. Ἡ γλώσσα τοῦ ἁπλή, ζωντανὴ καὶ χυμώδης, ἡ γλώσσα τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας μὲ τὰ ἡρωικὰ τραγούδια τῶν κλεφταρματολῶν καὶ ὄχι τὰ γλωσσικὰ ξεφτίδια καὶ οἱ πλαδαρὲς μεγαλοστομίες τοῦ λογιοτατισμοῦ.         (Ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης στὸ περισπούδαστο σύγγραμά του γιὰ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ μὲ ἀφορμὴ ἀναφορὰ τοῦ ἁγίου γιὰ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων, γράφει σὲ ὑποσημείωση στὴν σελίδα 100: «Τὸ ἔργον τῶν Ἀποστόλων, τῶν κηρύκων, τῶν τιμίων ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, μεταβάλλει τὴν χέρσον γῆν εἰς κῆπον Χριστοῦ, εἰς ἐπίγειον παράδεισον. Ἐὰν ὅλοι οἱ κληρικοί, καὶ μάλιστα οἱ ἐπίσκοποι, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἔθνους, εἰργάζοντο ὅπως εἰργάσθη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, σήμερον ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο κατοικία Ἀγγέλων, ὁ πλέον εὐχάριστος τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ συνέρρεον οἱ ξένοι ὄχι διὰ νὰ ἴδουν τὰ ἀρχαία μνημεῖα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἰδοῦν πῶς ἡ Ἑλλὰς ἔγινε καινὴ κτίσις, ὑπόδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς καὶ πολιτείας». Μεγάλη ἀλήθεια! Ποῦ ἦταν οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ πνευματικοί, πλὴν τῶν τιμητικῶν ἐξαιρέσεων, ὅταν οἱ ἀνθρωποκάμπιες τῆς πολιτικῆς βυσσοδομοῦσαν κατὰ τοῦ κράτους καὶ τοῦ λαοῦ; Τί πράμα εἶναι αὐτό; νὰ μιλοῦν οἱ διεφθαρμένοι τζιτζιφιόγκοι καὶ νὰ σιωποῦν οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ποιμένες τοῦ λαοῦ; Τὸ λάβαρο τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21 τὸ κρατοῦσε ἕνας ἐπίσκοπος καὶ μόνο αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔδινε ἀπερίστροφο δικαίωμα στὴν Ἐκκλησία νὰ περιφρουρεῖ «ἀνυστάκτως» τὰ παιδιά της. Ἀνεξέλεγκτοι οἱ ξένοι λυμεῶνες, συνεπικουρούμενοι ἀπὸ τοὺς ἡμέτερους κύκλους τῆς κακόνοιας «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία, οἱ ἐχθροί του σταυροῦ», μετέτρεψαν τὴν πατρίδα μας ὄχι σὲ «καινή», ἀλλὰ σὲ κενὴ κτίση...). Εἶχε συλλάβει μὲ ἐνάργεια ὁ Πατροκοσμᾶς ὅτι τὸ δοῦλον Γένος θὰ φθάσει στὸ «Παθούμενο» μόνο μὲ τὰ φῶτα τῆς Παιδείας. Γι’ αὐτὸ πρῶτο του μέλημα στὰ κηρύγματά του ἦταν τὸ χτίσιμο σχολείων. Ἀλλὰ τί σχολείων;       «Νὰ σπουδάζετε καὶ σεῖς ἀδελφοί μου, νὰ μανθάνετε γράμματα ὅσον μπορεῖτε. Καὶ ἂν δὲν ἐμάθετε οἱ πατέρες, νὰ σπουδάζετε τὰ παιδιά σας, νὰ μανθάνουν τὰ ἑλληνικά, διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς εἶναι εἰς τὴν ἑλληνικήν. Καὶ ἂν δὲν σπουδάσεις τὰ ἑλληνικά, ἀδελφέ μου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλάβεις ἐκεῖνα ὁπού ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νὰ ἔχεις ἑλληνικὸν σχολεῖον εἰς τὴν χώρα σου, παρὰ νὰ ἔχεις βρύσες καὶ ποτάμια καὶ ὡσὰν μάθης τὸ παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος...».       Τὸ ἄκουγαν οἱ ἀγαθοὶ Ἕλληνες, φιλοτιμοῦνταν ἀπὸ τὴν θυσιαστικὴ τοῦ προσπάθεια, πρόσφεραν τὰ τιμαλφῆ τοὺς οἱ γυναῖκες καὶ πάνω ἀπὸ 1000 σχολεῖα χτίστηκαν χάρις στὴν ἐπίδρασή του... ἀλλὰ σχολεῖα ἑλληνικὰ καὶ ὄχι σχολεῖα-φυτώρια γενιτσαρισμοῦ σὰν τὰ σημερινά. Σ’ ἐκεῖνα τὰ σχολεῖα τῆς σκλαβιᾶς, τὰ φανερὰ καὶ τὰ «κρυφὰ» ὅπου ὁ κατακτητὴς δὲν τὰ ἐπέτρεπε, «...ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους ἀγρυπνοῦσε. Φτωχοὶ παπάδες καὶ δάσκαλοι, ποὺ ἐτρέφοντο μὲ λίγο ψωμί, εἶχαν τὸ σθένος εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τῶν, σθένος ποιητῶν. Καταλάβαιναν τὴν εὐθύνην ποὺ τοὺς ἐβάρυνε νὰ συνεχίσουν τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν• διηγοῦντο εἰς τὰ Ἑλληνόπουλα ποιὰ ἦταν ἄλλοτε ἡ πατρίδα τους καὶ τοὺς ἐδίδασκαν δύο ὀνόματα: Ἑλλὰς καὶ ἐλευθερία», γράφει ὁ ἀκαδημαϊκὸς Σίμος Μενάρδος (ἀρχιμ. Ἰω. Ἀλεξίου, «ἡ Παιδεία στὴν Τουρκοκρατία», σέλ. 181). Ἀπὸ τέτοια σχολεῖα ξεπήδησαν τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα. Προφήτευσε κάποτε ὁ ἅγιος: «Τὸ κακὸ θὰ σᾶς ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους». Δὲν εἶπε μορφωμένους. Ὁ λαός μας τοὺς μορφωμένους τοὺς ἔλεγε γνωστικούς, ἐνῶ τοὺς διαβασμένους, πολύξερους. Πολύξεροι εἶναι οἱ ἀνόητοι ἡμιμαθεῖς ποὺ «μεταρρυθμίζουν», «ἀναγεννοῦν», «ἀναπτερώνουν» τὴν Παιδεία, γιὰ νὰ καταλήξουμε σήμερα, ἀντὶ νὰ ἔχουμε σχολεῖα «ἑλληνικά», ποὺ θὰ φωτίζουν τοὺς μαθητές, μὲ «ψυχὴ καὶ Χριστό», κατάντησαν μάνδρες ἀφιλοπατρίας, ἀθεΐας καὶ γλωσσικῆς ἀφασίας. Γιατί σχολεῖα ποὺ δὲν ἀρδεύονται ἀπὸ τὴν ἀείρροη πηγὴ τῆς παράδοσής μας «εἶναι ἕνα τίποτα». Ἀντιγράφω τὴν σκέψη τοῦ Ζ. Λορεντζάτου ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ «Ρωμιὲς» (Δόμος, 1990). «Κάθε νιόκοπη γενιὰ ἂν δὲν φυσήξη τὸ κάρβουνο τῆς παράδοσης, νὰ τὸ κάνει νὰ κοκκινίσει, κάλλιο νὰ τὴν κλαῖς. Εἶναι γενιὰ νεκρὴ καὶ τὰ γεννήματά της κοιλάφαρνα. Αὐτὸ ποὺ λέμε πρωτοποριακὸ δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἕνα τίποτα. Ὅλα εἶναι παράδοση δηλαδὴ ζωὴ στὴν ἀνώτερη φάση της• ζωὴ καὶ παράδοση ταυτόσημες. Ὅλα τέλος εἶναι: παράδοση ἢ τίποτα. Καὶ αὐτὸ εἶναι παράδοση μέσα σὲ μία γλώσσα, στὸ προκείμενο τὴ γλώσσα τὴν ἑλληνική: ὁ Ὅμηρος- καὶ-ὁ Σολωμός: ἐσύ».      «Θὰ ‘ρθῆ πρῶτα ἕνα ψευτορωμαίικο• νὰ μὴν τὸ πιστέψετε• θὰ φύγη πίσω» ἔλεγε σὲ μία ἄλλη τοῦ προφητεία ὁ ἅγιος. Τὸ ψευτορωμαίικο, τὸ χαρτοβασίλειο τῆς κομματοκρατίας καταρρέει. Ἂς μὴ φοβόμαστε καὶ ἂς μὴν ἀκοῦμε τὶς ἐμετικὲς σειρηνωδίες τῶν ξένων-«ὁ φιλήκοος τῶν ξένων, εἶναι προδότης- ἔλεγε ὁ Καπποδίστριας. Ἔρχεται τὸ ἀληθινὸ ρωμαίικο. Τώρα ἀποτινάζουμε τὰ σάπια λέπια τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ μας. Λίγο σκάψιμο θέλει καὶ θὰ ξαναβροῦμε τὸν ἑαυτό μας. Κι ἂς γίνουν τὰ σπίτια καὶ οἱ αἴθουσες διδασκαλίας «κρυφὰ σχολειά». Φωνάζει καὶ βροντολαλεῖ τὸ ἁγιασμένο πετραχήλι τοῦ νεομάρτυρα ἁγίου Κοσμᾶ: «Εἶναι μία μηλιὰ καὶ κάνει ξινὰ μῆλα. Ἐμεῖς τώρα τί πρέπει, νὰ κατηγοροῦμεν τὴ μηλιὰ ἢ τὰ μῆλα; Τὴν μηλιά. Λοιπὸν κάμνετε καλὰ ἐσεῖς οἱ γονεῖς (καὶ οἱ δάσκαλοι) ὁπού εἴστενε ἡ μηλιά, νὰ γίνωνται καὶ τὰ μῆλα γλυκά». Ἔτσι χτίζονται Ρωμηοσύνες...         (Τόσο πολὺ τιμᾶ ἡ κακορίζικη «Παιδεία» μας τὸν μεγαλύτερο Δάσκαλο τοῦ Γένους ὥστε στὸ Δημοτικὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἐλάχιστη ἀναφορὰ στὸ ἔργο του, ἐνῶ στὸ Γυμνάσιο στὴν «Ἱστορία Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας» Α, Β, Γ Γυμνασίου, στὴν σελίδα 42 διαβάζουμε στὶς 5-6 μόνο ἀράδες καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους διαφωτιστὲς ἀνήκει καὶ ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός... Τὸ 1779 συνελήφθη ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχὲς καὶ ἐκτελέστηκε». Πρῶτον δὲν ἦταν διαφωτιστής, ὅπως τὸν θέλουν οἱ γραικύλοι... φωταδιστές. Δεύτερον τὰ «συνελήφθη καὶ ἐκτελέστηκε», ταιριάζουν σὲ κατάδικούς του ποινικοῦ δικαίου. Οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦνται στὸ μαρτύριο, δοξολογώντας τὸν Θεὸ καὶ εὐλογώντας τὸν κόσμο.      Τρίτον, ἐνῶ ὁ Κοραὴς τιμᾶται, στὸ ἴδιο βιβλίο, μὲ τρεῖς σελίδες, ὁ ἅγιος ποὺ ἔδωσε καὶ τὸ αἷμα του γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους τιμᾶται μὲ μόνο μὲ 7-8 σειρές, χωρὶς μάλιστα νὰ ἀναγράφεται τὸ ἐπίθετο «ἅγιος». Ἔργα καὶ ἡμέρες τοῦ ψευτορωμαίικου...).   Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος Κιλκὶς
  • Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου
    Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου
    «Τὴ ΙΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς πανσέπτου Μεταστάσεως τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας» Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο σπίτι του, όπου διέμεινε μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου. Όταν δεν ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πιο πριν ότι πρόκειται να γίνει η μετάστασή της από τη γη στον ουρανό. Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη». Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο. Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου. Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα. Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές. Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο. Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της. Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου. Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν». Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου». Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον». Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της. Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο. Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους. Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει. Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων. Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής». Η υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πραγματικός οδηγός, για όσους θέλουν ν’ ανυψώνονται προς τον Θεό. Έργο της είναι να πρεσβεύει στον Τριαδικό Θεό για όλους τους ανθρώπους. Για μας τους ορθοδόξους η Θεοτόκος είναι η «ακαταίσχυντος προστασία και η αμετάθετος προς τον ποιητή μεσιτεία». Δίκαια μπορούμε να αποθέσουμε τις ελπίδες μας προς την υπεραγία Θεοτόκο αφού, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «κανένα άλλο κτίσμα στον κόσμο δεν αγάπησε ποτέ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ούτε συμμορφώθηκε τόσο στο θέλημά Του όσο η Παναγία Μητέρα του».Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τιμή προς την Παναγία ανάγεται στον Υιό της, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.   «ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΣΧΑ» «…Ο Χριστιανός φεύγει από τον κόσμο αυτό, πλαισιωμένος από τη Στρατευομένη Εκκλησία ενώ στην αντίπερα όχθη τον υποδέχεται η Θριαμβεύουσα Εκκλησία. Αν η έξοδος ενός απλού μέλους της Εκκλησίας από τον κόσμο τούτο είναι εκκλησιαστικό γεγονός, η Έξοδος της Πρώτης μέσα στην Εκκλησία, της Θεοτόκου, ήταν κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός. Απήχησις της αλήθειας αυτής είναι ο πάνδημος εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η γιορτή αυτή στην Ορθοδοξία αποτελεί ένα δεύτερο Πάσχα…»   Απολυτίκιον «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἓν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὗ κατέλιπες Θεοτόκε, , Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, , μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, , καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη, , ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Κοντάκιον «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον». O Οίκος «Τείχισόν μου τὰς φρένας Σωτήρ μου, τὸ γὰρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ, τὴν ἄχραντον Μητέρα σου, ἐν πύργῳ ῥημάτων ἐνίσχυσόν με, καὶ ἐν βάρεσιν ἐννοιῶν ὀχύρωσόν με, σὺ γὰρ βοᾷς τῶν αἰτούντων πιστῶς τὰς αἰτήσεις πληροῦν, Σὺ οὖν μοὶ δώρησαι γλώτταν, προφοράν, καὶ λογισμὸν ἀκαταίσχυντον, πᾶσα γὰρ δόσις ἑλλάμψεως παρὰ σοῦ καταπέμπεται φωταγωγέ, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».   Τροπάρια της Εορτής «Δεῦτε ἀνυμνήσωμεν λαοί, τὴν Παναγίαν Παρθένον ἁγνήν, ἐξ ἦς ἀρρήτως προῆλθε, σαρκωθεὶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, κράζοντες καὶ λέγοντες, Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, Μακαρία ἡ γαστήρ, ἡ χωρήσασα Χριστόν, Αὐτοῦ ταὶς ἁγίαις χερσί, τὴν ψυχὴν παραθεμένη, πρέσβευε ἄχραντε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». «Τὴν πάνσεπτόν σου Κοίμησιν, Παναγία Παρθένε ἁγνή, τῶν Ἀγγέλων τὰ πλήθη ἐν οὐρανῷ, καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος ἐπὶ τῆς γῆς μακαρίζομεν, ὅτι Μήτηρ γέγονας τοῦ ποιητοῦ τῶν ἁπάντων Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Αὐτὸν ἱκετεύουσα, ὑπὲρ ἡμῶν μὴ παύση δεόμεθα, τῶν εἰς σὲ μετὰ Θεόν, τὰς ἐλπίδας θεμένων, Θεοτόκε πανύμνητε, καὶ ἀπειρόγαμε». «Ἤ πανάμωμος νύμφη, καὶ Μήτηρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός, ἡ Θεῷ προορισθεῖσα εἰς ἑαυτοῦ κατοίκησιν, τῆς ἀσυγχύτου ἑνώσεως, σήμερον τὴν ἄχραντον ψυχήν, τῶ Ποιητὴ καὶ Θεῷ παρατίθεται, ἣν Ἀσωμάτων δυνάμεις, θεοπρεπῶς ὑποδέχονται, καὶ πρὸς ζωὴν μετατίθεται, ἡ ὄντως μήτηρ τῆς ζωῆς, ἡ λαμπὰς τοῦ ἀπροσίτου φωτός, ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν, καὶ ἐλπὶς τῶν ψυχῶν ἡμῶν». «Δεῦτε ἅπαντα τὰ πέρατα τῆς γῆς, τὴν σεπτὴν Μετάστασιν τῆς Θεομήτορος μακαρίσωμεν, ἐν χερσὶ γὰρ τοῦ Υἱοῦ, τὴν ψυχὴν τὴν ἄμωμον ἐναπέθετο, ὅθεν τὴ Ἁγία Κοιμήσει αὐτῆς, ὁ κόσμος ἀνεζωοποιήθη, ψαλμοὶς καὶ ὕμνοις, καὶ ὠδαὶς πνευματικαὶς μετὰ τῶν Ἀσωμάτων, καὶ τῶν Ἀποστόλων ἑορτάζων φαιδρώς». «Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον, τελοῦντες ἑορτὴν οἱ θεόφρονες, τῆς Θεομήτορος, δεῦτε τὰς χείρας κροτήσωμεν, τὸν ἐξ αὐτῆς τεχθέντα Θεὸν δοξάζοντες». «Ἐκ σοῦ ζωὴ ἀνατέταλκε, τὰς κλεὶς τῆς παρθενίας μὴ λύσασα, πῶς οὖν τὸ ἄχραντον, ζωαρχικόν τε σου σκήνωμα, τῆς τοῦ θανάτου πείρας γέγονε μέτοχον». «Ζωῆς ὑπάρξασα τέμενος, ζωῆς τῆς ἀϊδίου τετύχηκας, διὰ θανάτου γάρ, πρὸς τὴν ζωὴν μεταβέβηκας, ἡ τὴν ζωὴν τεκοῦσα τὴν ἐνυπόστατον».
  • Η αγία οσιομάρτυς Παρασκευή
    Η αγία οσιομάρτυς Παρασκευή
      Η αγία οσιομάρτυς Παρασκευή καταγόταν από την Ρώμη, οι δε γονείς της Αγάθων και Πολιτεία ήταν χριστιανοί. Επειδή όμως ήταν άτεκνοι παρακαλούσαν τον Θεό να τούς χαρίσει ένα παιδί. Πράγματι ο Θεός τους άκουσε και τους χάρισε ένα παιδί. Και επειδή όταν γεννήθηκε ήταν η έκτη ημέρα της εβδομάδος, την ονόμασαν Παρασκευή και από μικρή την αφιέρωσαν στον Θεό. Η Παρασκευή, έλαβε την χριστιανική μόρφωση από την μητέρα της και μάλιστα μελετούσε συνέχεια τα ιερά γράμματα και προσευχόταν πολλές ώρες στην εκκλησία. Μετά τον θάνατο των δικών της μοίρασε όλα της τα υπάρχοντα στους φτωχούς και έγινε μοναχή. Έμεινε εκεί αρκετό χρονικό διάστημα και μετά λαμβάνοντας την ευχή της ηγουμένης βγήκε έξω στον κόσμο και κήρυττε τον Χριστό προσελκύοντας πολύ κόσμο στον χριστιανισμό. Για όλα οδηγήθηκε στον βασιλιά Αντωνίνο ο οποίος θαμπωμένος από την ομορφιά της και την σύνεσή της προσπάθησε να την πείσει να θυσιάσει στα είδωλα και θα της έδινε ότι ήθελε. Η αγία όμως αρνήθηκε και τότε διέταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Μάλιστα την έβαλαν μέσα σε ένα θερμασμένο λέβητα γεμάτο πίσσα και λάδι. Μόλις έγινε αυτό η αγία φαινόταν να δροσίζεται μέσα σ` αυτό και ο Αντωνίνος εξοργισμένος έδωσε εντολή να θανατωθεί, περνώντας και αυτή στην μεγάλη χορεία των μαρτύρων της εκκλησίας μας. Την μνήμη της Αγίας Παρασκευής εορτάζουμε στις 26 Ιουλίου. Στην ενορία μας έχουμε την ευλογία να πανηγυρίζουμε την μνήμη της στο παρεκκλήσιο που βρίσκεται επί της οδού Αγ. Γεωργίου (βλ. χάρτη, πράσινο σημείο).
  • Ο προφήτης Ηλίας, μέγιστος των Προφητών
    Ο προφήτης Ηλίας, μέγιστος των Προφητών
       προφήτης Ηλίας, μέγιστος των Προφητών       Ο προφήτης Ηλίας, αγαπητοί μου, είναι μία μεγάλη μορφή, μια πολύ μεγάλη μορφή της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ο μέγιστος των Προφητών είναι ανώτερος κι απ' αυτόν τον προφήτη Ησαΐα τον μεγαλοφωνότατο. Και ενώ δεν έγραψε ο προφήτης Ηλίας ούτε μία λέξη, υπήρξε ο ίδιος μία μεγάλη προφητεία. Αυτό του το έργο, ο τρόπος με τον οποίο έζησε, ο τρόπος με τον οποίο έφυγε από την παρούσα ζωή αλλά και η εμφάνισή του στη Μεταμόρφωση του Χριστού δείχνουν ότι η μορφή αυτή είναι παμμέγιστη, είναι πελώρια!        Για τον προφήτη Ηλία έχουν γραφεί στην Παλαιά Διαθήκη πολλές σελίδες, που όλες είναι μεστές πολλής και βαθειάς θεολογίας. Το Καρμήλιον όρος, πάνω στο οποίο ο Προφήτης προσέφερε κατά θαυμαστό τρόπο τη θυσία του, όταν από τον ουρανό κατήλθε φωτιά και  κατέκαψε τα σφάγια1, το όρος Σινά, επί του οποίου είχε θεοπτεία ο μέγας Προφήτης2, και το όρος Θαβώρ, πάνω στο οποίο εμφανίσθηκε μαζί με τον Κύριό μας ο Προφήτης3, είναι οι τρεις μεγάλες κορυφές ορέων, που αναφέρονται στη δόξα τη δική του.   «Ως εδοξάσθης, Ηλία, εν τοις θαυμασίοις σου. και τις όμοιός σοι καυχάσθαι; ο εγείρας νεκρόν εκ θανάτου και εξ άδου εν λόγω Υψίστου. ο καταγαγών βασιλείς εις απώλειαν και δεδοξασμένους από κλίνης αυτών. ο ακούων εν Σινά ελεγμόν και εν Χωρήβ κρίματα εκδικήσεως. ο χρίων βασιλείς εις ανταπόδομα και προφήτας διαδόχους μετ' αυτόν. ο αναληφθείς εν λαίλαπι πυρός εν άρματι ίππων πυρίνων. ο καταγραφείς εν ελεγμοίς εις καιρούς κοπάσαι οργήν προ θυμού, επιστρέψαι καρδίαν πατρός προς υιόν και καταστήσαι φυλάς Ιακώβ. Μακάριοι οι ιδόντες σε και οι εν αγαπήσει κεκοσμημένοι, και γαρ ημείς ζωή ζησόμεθα.» (Σ. Σειρ.48,11).
  • ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ
    ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ
    Η Εκκλησία μας τιμάει στις 07.07 τη μνήμη της Αγίας Κυριακής ... Η Αγία Μεγαλομάρτυς Κυριακή ήταν κόρη του Δωροθέου και της Ευσεβίας και έζησε τον 3ο αιώνα. Οι γονείς της ήταν άτεκνοι και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει παιδί. Πράγματι, o Θεός ευδόκησε, και το χριστιανικό αυτό ζευγάρι, απέκτησε παιδί. Γεννήθηκε ημέρα Κυριακή, γι' αυτό και της έδωσαν το όνομα Κυριακή. Κατά το διωγμό του Διοκλητιανού, οι γονείς της συνελήφθησαν και μετά από ανάκριση βασανίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν από το δούκα Ιούστο. Η ίδια παραπέμφθηκε στον Καίσαρα Μαξιμιανό και από εκεί στον άρχοντα της Βιθυνίας Ιλαριανό, ο οποίος της υπενθύμισε ότι η ομορφιά της είναι για απολαύσεις και όχι για βασανιστήρια. Τότε η παρθένος κόρη του απάντησε: "Ούτε στη νεότητα μου, ούτε στην ομορφιά μου δίνω την παραμικρή προσοχή. Και τα λαμπρότερα από τα επίγεια πράγματα είναι προσωρινά όπως τα άνθη και κούφια όπως οι σκιές. Σήμερα, έπαρχε, είμαι όμορφη, αύριο μια άσχημη γριά. Να κάνω, λοιπόν, κέντρο της ζωής μου την ομορφιά μου; Την αξία της, όμως, τη γνώρισα στις ρυτίδες, πού την περιμένουν και στον τάφο που την καλεί. Νόμισες, λοιπόν, ότι θα κάνω την τερατώδη ανοησία, να χάσω την αιώνια λαμπρότητα για να μείνω λίγο περισσότερο στη γη; Γι' αυτό στο ξαναλέω, έπαρχε: είμαι και θα είμαι στη ζωή και στο θάνατο χριστιανή". Εξοργισμένος ο Ιλαριανός, σκληρά τη βασάνισε και διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Άλλα πριν πέσει ή σπάθη, προσευχόμενη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο.
  • «Αγάπησα το μαρτύριο, το οποίο τόσο παράξενα καθαρίζει την ψυχή».
    «Αγάπησα το μαρτύριο, το οποίο τόσο παράξενα καθαρίζει την ψυχή».
      Αν κανείς βρεθεί στο Άγιον Όρος ή και σε άλλες παλιές εκκλησίες θα παρατηρήσει ότι πολλές από τις εκκλησίες είναι βαμμένες με κόκκινο χρώμα. Και αν ρωτήσει τους μοναχούς θα του πουν πως το κόκκινο αυτό χρώμα συμβολίζει το αίμα του Χριστού και των Αγίων Του. Θέλει να θυμίζει πως αν οι διάφορες θρησκείες ή ιδεολογίες διαδόθηκαν με την προπαγάνδα, τη βία, την καταπίεση, η Εκκλησία του Χριστού κέρδισε τις καρδιές των ανθρώπων με την αδυναμία, το αίμα του Χριστού και των Αγίων, το μαρτύριο και την μαρτυρία. Δεν υπάρχει Ορθόδοξη Εκκλησία που να μην έζησε το δικό της μαρτύριο. Αλλά ούτε και υπήρξε Άγιος που να μην πέρασε από το δικό του καμίνι των θλίψεων, των πειρασμών, του μαρτυρίου. Στον 20° αιώνα η Ρωσική εκκλησία έμελε να περάσει το δικό της σκληρό μαρτύριο. Για επτά δεκαετίες ένα αμέτρητο πλήθος μαρτύρων και ομολογητών έδωσαν με το αίμα τους τη δική τους σταυρική μαρτυρία. Μια τέτοια συγκλονιστική σταυρική μαρτυρία είναι και η μορφή του Αρχιεπισκόπου Λουκά, καθηγητού της Τοπογραφικής Ανατομίας και Χειρουργικής. Άνθρωπος με σπάνια ταλέντα και χαρίσματα, διακόνησε τον άνθρωπο ως ποιμένας και γιατρός με αξιοθαύμαστη αγάπη και αυταπάρνηση, συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων Αγίων Αναργύρων Ιατρών της Εκκλησίας μας. Η εκπληκτική μορφή του, η ιερή μεγαλοσύνη του προκαλεί τον ίλιγγο, τον θαυμασμό, αλλά και μία θεϊκή παρηγοριά. Στη σημερινή εκδήλωση θα επιχειρήσουμε να κάνουμε ένα σύντομο πλησίασμα της μορφής του, κι ένα διάγραμμα της πορείας του. Πριν όμως ας ταξιδέψουμε μαζί στην άγια γη της Ρωσίας, για να δούμε το φυσικό, κοινωνικό, πνευματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε ο Άγιος Λουκάς. Βρισκόμαστε στον 19° αιώνα, μία εποχή δύσκολη και ταραγμένη. Το βιοτικό επίπεδο του ρωσικού λαού είναι πολύ χαμηλό. Οι συνθήκες ζωής "άθλιες". Επόμενο είναι να βρουν εύφορο έδαφος οι νέες μηδενιστικές ιδέες και θεωρίες που θα επηρεάσουν σταδιακά μεγάλο μέρος του ρωσικού λαού. Αυτή τη δύσκολη εποχή αντίβαρο στην πνευματική αποσάθρωση του ρωσικού λαού, θα παίξουν κάποια ρωσικά μοναστήρια και οι μορφές των μεγάλων "στάρετς". Ας επισκεφθούμε πρώτα τα μοναστήρια του Σάρωφ και του Ντιβέγιεβο, όπου δεσπόζει η μορφή του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Αμέτρητοι άνθρωποι έτρεχαν με λαχτάρα για να τον συναντήσουν. Όλους τους δεχόταν με αγάπη, με την γλυκύτατη προσφώνηση: «Χαρά μου, Χριστός Ανέστη». Πολύ κοντά στο μοναστήρι του Σάρωφ, κτίστηκε το γυναικείο μοναστήρι του Ντιβέγιεβο, το οποίο πολύ βοήθησε ο Άγιος. Λίγο πριν κοιμηθεί προέβλεψε και προειδοποίησε για όλα τα θλιβερά γεγονότα που θα ακολουθήσουν. Έλεγε ότι τόση θα είναι η θλίψη και τόσοι πολλοί οι μάρτυρες, που οι άγγελοι δεν θα προλαβαίνουν να μαζεύουν τις ψυχές. Μετά από 70 χρόνια, όμως προέβλεψε ότι η εκκλησία θα λάμψει πάλι. Το 1990 τα λείψανα του και τα προσωπικά του αντικείμενα βρέθηκαν στην Πετρούπολη και μεταφέρθηκαν στο Ντιβέγιεβο. Σήμερα στο Ντιβέγιεβο ζουν 250 μοναχές, οι οποίες κατ' εντολή του Αγ. Σεραφείμ τηρούν την ακοίμητη προσευχή. Ένα άλλο περίφημο μοναστήρι είναι το Βαλαάμ που βρίσκεται στα καταπράσινα νησιά της λίμνης Λάτογκα. Η μοναστική ζωή εκεί άρχισε τον 12 αιώνα. Αρχικά κτίστηκε το κεντρικό μοναστήρι και γύρω πολλές σκήτες. Είναι ένας ήσυχος και πανέμορφος τόπος. Πολύ σημαντικό είναι και το μοναστήρι της Όπτινα που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην πνευματική ζωή της Ρωσίας τον 19° αιώνα. Μέσα σε 100 χρόνια ανέδειξε 15 αγίους. Είναι οι περίφημοι στάρετς. Κοντά τους πρόστρεχαν χιλιάδες λαού, αλλά και διανοούμενοι, επιστήμονες της εποχής εκείνης. Στην δυτική Ουκρανία δεσπόζει το μοναστήρι του Ποτσάεφ, ένας αγιασμένος τόπος, όπου εμφανίστηκε Παναγία και υπάρχει στο βράχο το αποτύπωμά του ποδιού της. Το μοναστήρι αυτό αποτέλεσε το ανάχωμα των Ορθοδόξων κατά των Ουνιτών. Βρισκόμαστε στο 1877. Στις 14 Απριλίου γεννήθηκε ο Άγιος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίνος Βόινο Γιασενέτσκι. Επίγεια πατρίδα του ήταν η πόλη Κερτς, το αρχαίο ελληνικό Ποντικάπαιο στην Κριμαία. Τον 9° αιώνα στον τόπο αυτό οι Έλληνες έκτισαν τον περίφημο ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Κριμαίας. Σήμερα μπροστά από τον ναό υπάρχει και η προτομή του Αγίου Λουκά.   Ο πατέρας του αγίου ήταν φαρμακοποιός. Όμως το φαρμακείο δεν πήγε καλά και αποφάσισε να το αφήσει. Εργάστηκε πλέον ως δημόσιος υπάλληλος. Μητέρα του αγίου ήταν η Μαρία Κούντριμ, που διακρινόταν για την φιλανθρωπία της. Εκτός από τον Άγιο Λουκά, το ζεύγος Βόινο Γιασενέτσκι απέκτησε άλλα τέσσερα παιδία, συνολικά τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Επειδή η οικονομική κατάσταση της οικογένειας χειροτέρευε, οι γονείς αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Κίεβο, το λίκνο του ρωσικού Χριστιανισμού. Πρόκειται για μια πολύ όμορφη καταπράσινη πόλη, που διασχίζεται από τον ποταμό Δνείπερο. Στον ποταμό αυτό ο πρώτος χριστιανός Ρώσος πρίγκιπας, ο Άγιος Βλαδίμηρος, το 988 βάπτισε το λαό του και εδραίωσε την ορθόδοξη πίστη στη ρωσική γη. Η οικογένεια Βόινο Γιασενέτσκι ζούσε σ' ένα σπίτι στο κέντρο της πόλης στην οδό Κρεσάτικ. Ο μικρός Βαλεντίνος σαν παιδί δεν έδειχνε κάτι ιδιαίτερο. Όλοι τον θεωρούσαν μέτριο και έλεγαν πως «απ' αυτό το παιδί δεν μπορεί να περιμένει κανείς να κάνει κάτι σοβαρό στη ζωή του». Διακρινόταν όμως για την σοβαρότητα, την εντιμότητα, το ήθος και την ευαισθησία του. Από πολύ νωρίς εκδηλώθηκε το ταλέντο του στην ζωγραφική. Φοιτώντας στο γυμνάσιο, σπούδασε παράλληλα και στην ακαδημία καλών τεχνών του Κιέβου. Σε ηλικία 15 χρονών έλαβε μέρος σε διαγωνισμό ζωγραφικής και πήρε το πρώτο βραβείο. Μέσα στη ψυχή του πάλευαν οι δύο κόσμοι, της αμφισβήτησης και της πίστης. Αυτό που επέδρασε καίρια στην ψυχή του ήταν το περίφημο μοναστήρι της Πετσέρσκαγια Λαύρας — ή Λαύρας των Σπηλαίων. Το μοναστήρι απλώνεται σε καταπράσινη έκταση 280 στρεμμάτων μέσα στην πόλη του Κιέβου, ακριβώς πάνω από τον ποταμό Δνείπερο. Φιλοξενούσε χιλιάδες μοναχούς και ανέδειξε πλήθος αγίων. Πέρα από την αρχαιολογική αξία και το ενδιαφέρον που προκαλεί στον επισκέπτη, η Λαύρα κατέχει μοναδικούς πνευματικούς θησαυρούς. Οι παλαιοί ασκητές, έσκαβαν τα κελιά τους κάτω από την γη και ζούσαν τον έγκλειστο βίο, με αδιάλειπτη προσευχή.   Με την πάροδο των χρόνων δημιουργήθηκαν δύο μεγάλες δαιδαλώδεις κατακόμβες και στις δύο πλευρές των διαδρόμων έσκαβαν τα κελιά τους. Οι έγκλειστοι ασκητές έχτιζαν την πόρτα και άφηναν μόνον ένα παράθυρο. Κάθε μέρα περνούσε ο διακονητής μοναχός και τους άφηνε νερό και ψωμί. Με αυτό ζούσαν. Όταν αυτήν την ευτελή τροφή δεν την έπαιρνε κάποιος για 3-4 ημέρες καταλάβαιναν ότι είχε πεθάνει. Τότε, οι άλλοι μοναχοί έκλειναν το παραθυράκι και το κελί αυτό γινόταν ο τάφος του. Όταν μετά από χρόνια άνοιξαν τα κελιά αυτά, βρέθηκαν όλα τα λείψανα των ασκητών άφθαρτα. Και είναι μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο, ένας τόπος να κατέχει 118 άφθαρτα λείψανα.   Εκεί στις κατακόμβες φυλάσσονται και οι κάρες άλλων αγίων που μυροβλύζουν. Οι κάρες κατά παράδοξο τρόπο υγραίνονται. Κάθε τόσο οι μοναχοί μαζεύουν το μύρο και το μοιράζουν στους προσκυνητές. Η Πετσέρσκαγια Λαύρα είναι πραγματικά ένας τόπος αγιασμένος. Η όλη ζωή, η κίνηση και η ζωντανή μοναστική παράδοση, που συνεχίζεται για αιώνες, επέδρασαν αποφασιστικά στον μικρό Βαλεντίνο, που συνήθιζε να την επισκέπτεται και να ζωγραφίζει τους προσκυνητές και τους μοναχούς.  Την ίδια εποχή επηρεάζεται από τις ιδέες του μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Τολστόι, με τον οποίο είχε προσωπική αλληλογραφία. Όμως σύντομα κατάλαβε τις πλάνες του σε θέματα πίστεως και σταμάτησε την επικοινωνία. Παράλληλα δεν έπαυε να διαβάζει την Αγία Γραφή με επιμέλεια. Όταν τελείωσε το σχολείο αμφιταλαντεύτηκε για ποιόν δρόμο θα έπρεπε να ακολουθήσει. Αρχικά γράφτηκε στην νομική σχολή, αλλά μετά από ένα χρόνο την εγκατέλειψε. Έπειτα αναχώρησε για το Μόναχο για να σπουδάσει στην Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στον διάσημο καθηγητή Κνιρ. Όμως σύντομα γύρισε στο Κίεβο. Μέσα του ξεχώριζε πλέον το έντονο ενδιαφέρον του για την διακονία του πλησίον, του συνανθρώπου. Στη δύσκολη αυτή καμπή, συζήτησε τους προβληματισμούς του με έναν εκπαιδευτικό, ο οποίος τον παρότρυνε να σπουδάσει ιατρική. Έτσι θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στους χωρικούς, που η ιατρική περίθαλψη τους ήταν πολύ κακή. Το 1898 ξεκινάει τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου, που φημιζόταν για το άριστο επίπεδο των σπουδών του. Ήδη από τα πρώτα χρόνια το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ανατομία. Τελείωσε αριστούχος τις σπουδές του με την ειδικότητα του χειρουργού. Αμέσως άρχισε να χειρουργεί, κυρίως οφθαλμολογικές παθήσεις. Τότε ήταν πολύ διαδεδομένο το τράχωμα, μια φοβερή αρρώστια των οφθαλμών και πολλοί άνθρωποι τυφλώνονταν. Ο νεαρός τότε γιατρός εφάρμοζε μια δύσκολη μέθοδο, την χειλεοπλαστική και έδωσε το φως σε χιλιάδες ανθρώπους. Πριν προλάβει να εργαστεί στην επαρχία, ξέσπασε τότε ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος και ο Βαλεντίνος προσφέρθηκε να υπηρετήσει ως εθελοντής με το τάγμα του Ερυθρού Σταυρού. Μαζί με άλλους γιατρούς αναχώρησαν με τρένο για την Άπω Ανατολή. Το ταξίδι κράτησε ένα μήνα. Εγκαταστάθηκαν στην πόλη Τσιτά και ο ίδιος παρότι νέος, ανέλαβε την διεύθυνση ενός χειρουργικού τμήματος του στρατιωτικού νοσοκομείου. Χειρουργούσε τους τραυματίες στρατιώτες και έκανε από τις πιο άπλες ως και τις πιο σοβαρές επεμβάσεις με απίστευτη ευκολία. Στην Τσιτά γνωρίστηκε με την Άννα Βασιλίγιεβνα, μία εθελόντρια νοσοκόμα, η οποία διακρινόταν για το ήθος της. Παντρεύτηκαν και από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Από το 1905 ως το 1910 εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι ανάγκες είναι τεράστιες. Θα έπρεπε να είναι χειρουργός και γυναικολόγος, παθολόγος και παιδίατρος, υγειονόμος και οδοντίατρος. Εκείνη την εποχή ήρθε αντιμέτωπος με το πρόβλημα της γενικής αναισθησίας. Είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, αλλά επειδή δεν υπήρχαν αναισθησιολόγοι και τα κατάλληλα μέσα, η γενική αναισθησία ήταν πιο επικίνδυνη από την ίδια την εγχείρηση. Γι’ αυτό και προσπάθησε να βρει νέες μεθόδους τοπικής αναισθησίας. Πράγματι πολύ σύντομα σε ηλικία μόλις 29 χρονών ανακάλυψε μια νέα μέθοδο τοπικής αναισθησίας στο ισχιακό νεύρο. Την εργασία του αυτή υπέβαλε αργότερα ως διατριβή που εγκρίθηκε με άριστα. Πολύ συχνά ανέβαινε στην Μόσχα για να ετοιμάσει την διατριβή του. Το 1910 θα μετακομίσει στη πόλη Περεζλάβλ Ζαλέσκι. Βρέθηκε σε μία ωραία γραφική πόλη, αλλά οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν καθόλου καλές. Το νοσοκομείο ήταν 50 κλινών, αλλά τα μέσα που διέθετε ήταν πρωτόγονα. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε ακτινολογικό μηχάνημα. Το νερό το έφερνε κάθε πρωί ο υδροπωλητής, μέσα σ' ένα βαρέλι. Κάθε πρωί μία άμαξα τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Εκμεταλλευόταν και αυτό το χρόνο. Στη διαδρομή διάβαζε μεθόδους ξένων γλωσσών και κατάφερε να μάθει επτά ξένες γλώσσες. Χειρουργούσε πολλές ώρες, ενώ τα βράδια κλεινόταν στο γραφείο του και κάτω από το αδύνατο φως μιας λάμπας πετρελαίου συνέχιζε τις επιστημονικές του μελέτες. Στο Περεζλάβλ Ζαλέσκι έκανε 650 με 1.000 εγχειρήσεις τον χρόνο και ήταν μόνος του. Ήταν από τους πρωτοπόρους γιατρούς στη Ρωσία, που τόλμησε δύσκολες εγχειρήσεις στα νεφρά, στο στομάχι, στη χολή, ακόμη και στην καρδιά, ή τον εγκέφαλο με μεγάλη επιτυχία. Προς το τέλος της παραμονής του στο Περεζλάβλ Ζαλέσκι σκέφθηκε να ασχοληθεί με την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων, για την οποία πολύ λίγα πράγματα δίδασκαν στο Πανεπιστήμιο. Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Διηγείται ο ίδιος: «Συνέταξα το προσχέδιο του βιβλίου, έγραψα τον πρόλογο, και τότε τελείως ξαφνικά, μου ήλθε στο μυαλό η εξής περίεργη σκέψη. «Όταν θα ολοκληρωθεί το βιβλίο αυτό, θα το υπογράφει το όνομα ενός επισκόπου». To 1917 είναι μια δύσκολη χρονιά, όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και για την Ρωσία. Η χώρα βρίσκεται σε αναβρασμό. Το τσαρικό καθεστώς πέφτει. Ακολουθούν αλλεπάλληλες προσωρινές κυβερνήσεις, πολιτική αστάθεια και η οκτωβριανή επανάσταση. Εκείνη την εποχή η σύζυγος του Αγίου Λουκά μολύνθηκε από φυματίωση. Αναγκάστηκαν λοιπόν να αφήσουν το Περεζλάβλ Ζαλέσκι και να μετακομίσουν στην Τασκένδη. Εγκαταστάθηκαν σ' ένα ευρύχωρο σπίτι και ο Άγιος Λουκάς διορίστηκε αμέσως διευθυντής στο χειρουργικό τμήμα του κρατικού νοσοκομείου και το διοργάνωσε με επιμέλεια. Όμως η πολιτική κατάσταση χειροτέρευε. Αμέσως μετά την οκτωβριανή επανάσταση ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος, που κράτησε τέσσερα χρόνια και αναστάτωσε την αχανή αυτή χώρα. Εκατομμύρια οι νεκροί. Πολλοί μιλούν για 20 εκατομμύρια και βέβαια πολλοί περισσότεροι οι τραυματίες. Υπήρξαν όμως και άλλα δυστυχισμένα θύματα, τα παιδιά, που στερήθηκαν τους γονείς τους και προσπαθούσαν να επιβιώσουν τρώγοντας σκουπίδια. Ο Άγιος Λουκάς πήγαινε νύχτα- μέρα στο νοσοκομείο διακινδυνεύοντας την ζωή του. Τις λίγες ώρες που πήγαινε σπίτι του, θα έπρεπε να περιποιηθεί την άρρωστη γυναίκα του να δει τα παιδιά του, να μαγειρέψει, να σφουγγαρίσει, να πλύνει. Το 1918 γίνεται ο πρωτεργάτης της ίδρυσης του Πανεπιστημίου της Τασκένδης και εκλέγεται καθηγητής της τοπογραφικής ανατομίας και χειρουργικής. Η πολιτική κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη. Ο εμφύλιος μαινόταν παντού. Η τσαρική οικογένεια βρισκόταν υπό περιορισμό, στο Αικατερίνμπουργκ. Τον Ιούλιο του 1918 χωρίς δίκη, η τσαρική οικογένεια εκτελέστηκε. Η δολοφονία αυτή όξυνε τα πάθη και τις αγριότητες. Οι άνθρωποι ήταν σε απόγνωση. Για το παραμικρό μπορούσες να συλληφθείς. Αρκούσε μία μικρή συκοφαντία. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τον Άγιο Λουκά. Επειδή έκανε παρατήρηση σε έναν προβληματικό και μέθυσο εργάτη του νοσοκομείου, αυτός τον συκοφάντησε στις αρχές. Ένα πρωί την ώρα που έμπαινε στο χειρουργείο τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τασκένδης. Είχαν συλλάβει τότε 2.000 στρατιώτες στασιαστές. Τους δίκαζαν με συνοπτικές διαδικασίες, τους καταδίκαζαν σε θάνατο και τους εκτελούσαν επί τόπου. Ο Άγιος Λουκάς μπήκε στη σειρά και περίμενε την δική του εκτέλεση. Οι ώρες ατελείωτες. Αργά το βράδυ, μετά από 16 ώρες αναμονής, κάποιος κομματικός τον αναγνώρισε. Έμαθε για την πλεκτάνη, επενέβη και τον άφησαν ελεύθερο. Κι εδώ φαίνεται το μεγαλείο της καρδιάς του και η αυταπάρνηση του. Αντί να γυρίσει σπίτι του, πήγε στο νοσοκομείο. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μπήκε τα μεσάνυχτα στο χειρουργείο και άρχισε τις εγχειρήσεις. Αυτό όμως το θλιβερό γεγονός επιδείνωσε την ήδη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας, της συζύγου του Άννας. Μετά από λίγες μέρες ξεψύχησε στα χέρια του Αγίου. Ήταν μόλις 38 χρονών και ο Άγιος Λουκάς 43 χρονών. Την κήδεψαν στο κοιμητήριο της Τασκένδης. Πάνω στον τάφο της έγραψε: «Άννα Βασιλίγιεβνα, 38 ετών. Μία καθαρή καρδιά, που με πάθος αναζητούσε την αλήθεια». Ο Άγιος Λουκάς είχε μείνει χήρος με 4 μικρά παιδιά. Πάνω στην δύσκολη αυτή ώρα ο Θεός έδωσε και την λύση. Μία πολύ πιστή νοσοκόμα που ο άνδρας της είχε πεθάνει, ανέλαβε να μεγαλώσει τα παιδιά του και να γίνει η δεύτερη μητέρα τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε λίγο για την ιατροχειρουργική ιδιότητά του. Σήμερα στην Ρωσία θεωρείται ο κορυφαίος χειρουργός του 20ου αιώνα. Όπως γράφει ο καθηγητής - ακαδημαϊκός Κασίρσκι «...το όνομα του και η δεξιοτεχνία του είχαν γίνει θρύλος. Μπορούσε να κάνει τις δυσκολότερες εγχειρήσεις χωρίς πρόβλημα.» Έλεγε ο ίδιος: «Ο χειρουργός πρέπει να έχει μάτια αετού, καρδιά λιονταριού και χέρια γυναίκας», δηλαδή να έχει λεπτότατη αίσθηση της αφής. Κάποτε πήρε 20 φύλλα λεπτού χαρτιού και το νυστέρι. Ζήτησε από τα παιδιά του να του πουν να κόψει οποιοδήποτε αριθμό φύλλων με μία μόνο κίνηση. Τα παιδιά του, του είπαν τον αριθμό 7, και με μία κίνηση έκοψε τα επτά φύλλα αφήνοντας όλους έκπληκτους. Εκτός από την επιστημονική του κατάρτιση, διακρινόταν και για την βαθειά του πίστη στον Θεό. Μέσα στο χειρουργείο επικαλείτο την βοήθεια του. Στον τοίχο είχε κρεμασμένη την εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και μπροστά ένα καντήλι. Το άναβε, προσευχόταν λίγα λεπτά κι έπειτα με τις γάζες και με το ιώδιο σχημάτιζε το σταυρό στο σώμα του ασθενούς, εκεί που θα γινόταν η εγχείρηση. Μόνον τότε ξεκινούσε την επέμβαση. Αν και πάντα ο Άγιος Λουκάς ήταν κοντά στην εκκλησία, την εποχή αυτή συμμετέχει πιο ενεργά στην εκκλησιαστική ζωή της Τασκένδης. Αυτό έδινε ιδιαίτερη χαρά στους πιστούς. Κάποια μέρα έγινε στο Μητροπολιτικό ναό ένα κληρικολαϊκό δικαστήριο με σκοπό να δικαστεί και να διωχθεί ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης Ιννοκέντιος. Στο δικαστήριο κλήθηκε και ο γιατρός τότε, Βαλεντίνος, ο οποίος με σθένος υπερασπίστηκε τον Αρχιεπίσκοπο. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος αθωώθηκε και συγκινήθηκε ιδιαίτερα από τη στάση του γιατρού. Όταν τελείωσε η συνεδρίαση ο Αρχιεπίσκοπος περίμενε τον γιατρό στην πόρτα, περπάτησαν δυο τρεις φορές γύρω από το ναό, ευχαριστώντας τον για την υπεράσπιση. Και ξαφνικά ο Αρχιεπίσκοπος σταμάτησε, κοίταξε στα μάτια τον γιατρό και του είπε: - Γιατρέ πρέπει να γίνετε ιερέας. Ο Άγιος χωρίς δισταγμούς του απάντησε: - Σεβασμιώτατε, αν είναι θέλημα Θεού να γίνω ιερέας, να γίνω. Και πράγματι, τον Ιανουάριο του 1921 χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας. Το γεγονός αυτό της χειροτονίας ενός διάσημου καθηγητή πανεπιστημίου, ήταν κεραυνός εν αιθρία για την Τασκένδη. Ο Άγιος ανέλαβε εφημεριακά καθήκοντα και κήρυττε με κάθε ευκαιρία το λόγο του Θεού. Όμως αντιμετώπιζε την ειρωνεία των συναδέλφων και φοιτητών του, που νόμισαν ότι πλέον «ξόφλησε για την επιστήμη». Αλλά τους διέψευσε. Ας κάνουμε όμως μία παρένθεση για να δούμε την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Σοβιετική Ένωση. Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε το 1921. Οι νικητές αποδύθηκαν σ' έναν ανελέητο διωγμό όλων όσων θεωρούσαν υπόπτους, αντεπαναστάτες κλπ. Οι φυλακές γέμιζαν και τα επαναστατικά δικαστήρια δούλευαν ακατάπαυστα. Ένα απρόοπτο γεγονός θα επιδεινώσει την κατάσταση. Ο Λένιν θα αρρωστήσει. Μέσα σε δύο χρόνια υπέστη αλλεπάλληλα εγκεφαλικά που τελικά θα τον καθηλώσουν στο αναπηρικό καροτσάκι. Αρχίζει τότε η μάχη της διαδοχής. Παρά τις προβλέψεις, θα επικρατήσει ο Στάλιν άνθρωπος αδίστακτος, που όχι μόνο οδήγησε στο θάνατο εκατομμύρια πολίτες, αλλά και αυτούς ακόμη τους συντρόφους και φίλους του. Στη δεκαετία του 1920 δημιουργήθηκαν και τα στρατόπεδα "αναμορφωτικής", δηλαδή καταναγκαστικής εργασίας με την επωνυμία «Γκουλάγκ». Μέσα σε λίγα χρόνια το Γκουλάγκ απλώθηκε σ' όλη την αχανή χώρα. Η αρχή έγινε από ένα μοναστήρι, του Σολόφκυ. Κτίστηκε τον 14° αιώνα στα νησιά Σολοφκύ στη Λευκή Θάλασσα. Ήταν ένα μεγάλο μοναστικό κέντρο, με το κεντρικό μοναστήρι και πολλές σκήτες σ' όλα τα νησιά. Τα κρύο του χειμώνα είναι δριμύτατο και ο χειμώνας κρατάει 8-9 μήνες. Επειδή είναι αδύνατο να δραπετεύσει κανείς, το Σολοφκύ έγινε ιδανικός τόπος για φυλακή-στρατόπεδο. Οι κρατούμενοι δούλευαν 16 ώρες την ημέρα και αν δεν είχαν καλή απόδοση τους εκτελούσαν ως σαμποτέρ. Αν κάποιον ήθελαν να τον τιμωρήσουν, τον έστελναν στη σκήτη Σικίρναγια, σ' ένα λόφο. Εκεί τους έπαιρναν τα ρούχα, και τους βασάνιζαν γυμνούς μέσα στα χιόνια και τους πάγους. Για φαγητό τους έδιναν μόνο μία σούπα με σάπια πατάτα την ημέρα. Όταν μετά από λίγους μήνες οι κρατούμενοι είχαν εξαντληθεί, τους πήγαιναν στην άκρη του λόφου, όπου άρχιζε μια ξύλινη σκάλα με 365 σκαλοπάτια. Τους έδεναν με σχοινιά σα βαρελάκια και τους πετούσαν από την παγωμένη σκάλα. Οι κρατούμενοι έβρισκαν τραγικό θάνατο. Τόσοι ήταν οι νεκροί, που ένα δέντρο σχημάτισε με τα κλαδιά του το σημείο του σταυρού. Από τα Σολοφκύ ξεκίνησαν και όλα τα στρατόπεδα. Οι κρατούμενοι δούλευαν σα σκλάβοι και αμέτρητοι πέθαναν από τα βασανιστήρια, τις αρρώστιες, τις κακουχίες. Την ίδια εποχή ξεκίνησε κι ένας ανελέητος πόλεμος κατά της εκκλησίας. Με διάφορα νομοθετήματα η εκκλησία αλυσοδέθηκε. Παρά πολλές εκκλησίες και μνημεία τέχνης έκλεισαν, ανατινάχτηκαν, μετατράπηκαν σε γυμναστήρια, στρατόπεδα, κέντρα διασκέδασης. Οι εικόνες παραδόθηκαν στη φωτιά. Οι λεηλασίες των εκκλησιών έδιναν και έπαιρναν, ενώ τα. λείψανα των αγίων βεβηλώθηκαν. Τρεις ώρες μακριά από την Πετρούπολη, δίπλα στον ποταμό Σβιρ είναι κτισμένο το μοναστήρι του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβιρ. Ο Άγιος Αλέξανδρος ήταν μεγάλη μορφή, αξιώθηκε να δει την Αγία Τριάδα και όταν κοιμήθηκε το λείψανο του έμεινε άφθαρτο. Το 1918 οι επαναστάτες μπήκαν στο μοναστήρι και εκτέλεσαν όλους τους μοναχούς. Έπειτα πήραν το λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου και το έριξαν στη φωτιά. Όμως το λείψανο δεν κάηκε. Το μετέφεραν τότε σ' ένα μουσείο για μούμιες στην Πετρούπολη. Το 1997 άνοιξε πάλι το μοναστήρι και οι πατέρες ζήτησαν πίσω το ιερό λείψανο. Όμως η διεύθυνση του μουσείου δεν τους το έδινε, γιατί το θεωρούσαν μούμια. Οι πατέρες επέμεναν και η διεύθυνση του μουσείου έφερε ακτινολογικό μηχάνημα, έκαναν ακτινογραφία στο σώμα του Αγίου και διαπίστωσαν ότι δεν ήταν ταριχευμένο σώμα, αλλά άφθαρτο. Έτσι αναγκάστηκαν να το δώσουν στους πατέρες και ο άγιος επέστρεψε στο σπίτι του. Ο λαός έδειξε σε πολλές περιπτώσεις ηρωικό φρόνημα υπερασπίζοντας τις εκκλησίες. Θα σας αναφέρω μία μόνο συγκινητική περίπτωση, Στην πόλη Ολονετς το 1927 πήγαν να καταστρέψουν μία εκκλησία. Το έμαθε τότε μια νέα κοπέλα 25 περίπου χρονών. Έτρεξε, μπήκε στην εκκλησία, κλειδώθηκε και φώναξε στους εργάτες: -Γκρεμίστε την εκκλησία και σκοτώστε και μένα. Οι εργάτες περίμεναν να βγει, γιατί δεν ήθελαν να την σκοτώσουν. Τελικά μετά από μερικές μέρες έφυγαν. Και η κοπέλα αυτή έμεινε φύλακας της εκκλησίας για 25 χρόνια. Την σκούπιζε, την περιποιείτο, ενώ ο κόσμος της πήγαινε τρόφιμα. Η εκκλησία σώθηκε. Στο τέλος της ζωής της έγινε μοναχή και πήρε το όνομα Βαρβάρα. Κοιμήθηκε σε ηλικία 96 χρονών και ετάφη δίπλα στην εκκλησία. Όλοι την τιμούν ως αγία. Μεταξύ των θυμάτων ήταν οι κληρικοί και μοναχοί. Σ' όλη τη Ρωσία, μόνον το 1922 εκτελέστηκαν συνολικά 8.100 κληρικοί και μοναχοί. Στην Πετρούπολη, στον τοίχο που βλέπετε, εκτελέστηκαν πάνω από 40 πατέρες του μοναστηριού του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι. Κάποια Κυριακή, πάλι στην Πετρούπολη, συνέλαβαν 40 ιερείς την ώρα που λειτουργούσαν. Τους μετέφεραν στο κοιμητήριο του Σμολένσκ κοντά στον τάφο της Οσίας Ξένης. Εκεί τους έδωσαν εργαλεία κι έσκαψαν ένα μεγάλο λάκκο. Έπειτα τους έριξαν μέσα και τους έθαψαν ζωντανούς. Έτσι το αίμα των νεομαρτύρων χύθηκε άφθονο και σήμερα η εκκλησία της Ρωσίας μπορεί να καυχιέται για το πλήθος των νέων αγίων μαρτύρων της. Ας γυρίσουμε στην Τασκένδη. Αυτή τη δύσκολη εποχή ο Άγιος Λουκάς διάλεξε να χειροτονηθεί ιερέας. Όμως νέες ευθύνες τον περίμεναν. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος διώχθηκε το 1923 και ο λαός της Τασκένδης πρότεινε να τον διαδεχθεί ο π. Βαλεντίνος. Ο ίδιος δέχθηκε ταπεινά τη νέα κλήση του Θεού, γνωρίζοντας καλά τους κινδύνους. Στην Τασκένδη βρίσκονταν τότε ένας εξόριστος επίσκοπος, ο οποίος αρχικά τον έκειρε μοναχό. Επειδή δεν υπήρχε ναός, η κουρά του έγινε στην κρεβατοκάμαρα των παιδιών του. Εκεί έδωσε τις μοναχικές υποσχέσεις και από Βαλεντίνος ονομάστηκε Λουκάς. Επειδή δεν μπορούσε μόνος του να τον χειροτονήσει του πρότεινε να πάει στο Πεντζικέντ όπου υπήρχαν δύο εξόριστοι επίσκοποι. Έφυγε νύχτα διασχίζοντας το Ουζμπεκιστάν με τα μέσα της εποχής εκείνης, αντιμετωπίζοντας πολλούς κινδύνους. Πρώτος σταθμός η Σαμαρακάνδη. Από κει τα πράγματα ήταν ακόμη πιο επικίνδυνα, λόγω των ανταρτών. Με πολλή δυσκολία συνέχισε για το Τατζικιστάν. Στην πόλη Πεντζικέντ βρήκε τους δύο επισκόπους οι οποίοι τον χειροτόνησαν αρχιερέα με κάθε μυστικότητα, μέσα στη νύχτα. Ήταν 31 Μαΐου 1923. Έπειτα επέστρεψε στην Τασκένδη. Η χειροτονία του έφερε νέα αναστάτωση στην Τασκένδη. Οι κομματικοί άρχισαν να τον συκοφαντούν και να τον υπονομεύουν μέσω του τύπου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το Σάββατο 9 Ιουνίου 1923 τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στις φυλακές Τασκένδης. Έτσι άρχισαν τα 11 χρονιά των φυλάκων και εξοριών. Έμεινε στις φυλακές για δύο μήνες κι έπειτα τον έστειλαν στη Μόσχα, όπου επισκέφθηκε δύο φορές τον Μαρτυρικό Πατριάρχη Τύχωνα, που βρισκόταν υπό περιορισμό στο μοναστήρι Ντονσκόι. Ο Πατριάρχης Τύχων τον παρότρυνε να μην σταματήσει την ιατροχειρουργική του δραστηριότητα γιατί έτσι θα μπορούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους. Ο Πατριάρχης Τύχων αφού σήκωσε το μεγάλο βάρος των διωγμών, κοιμήθηκε στις 25 Μαρτίου 1925. Τα τελευταία του λόγια ήταν πολύ προφητικά: «Η νύχτα θα είναι πολύ μακρινή και πολύ σκοτεινή». Πρόσφατα κατετάγη στη χορεία των Αγίων. Μετά από μία εβδομάδα ο Άγιος Λουκάς παρουσιάστηκε στην τρομερή Λιουμπιάνκα, το κτήριο της CK-KGB. Στο κτήριο αυτό ανακρίθηκε με τις σκληρές μεθόδους των ανακριτών, μ' ένα προβολέα στο πρόσωπο. Εκατομμύρια άνθρωποι ανακριθήκαν και καταδικάστηκαν στο κτήριο αυτό, ενώ πολλοί οδηγούντο στα υπόγεια, όπου τους εκτελούσαν με μία σφαίρα στον τράχηλο. Μετά τις ανακρίσεις και την καταδίκη του τον έβαλαν στον φοβερό «Μαύρο Κόρακα», την κλούβα της CK. Ο «Μαύρος Κόρακας» ήταν ο φόβος και τρόμος των Ρώσων τότε. Μετέφερε τους συλληφθέντες και πάντα κυκλοφορούσε γεμάτος. Πολλοί κρατούμενοι πέθαιναν από ασφυξία. Ο Άγιος Λουκάς μεταφέρθηκε στις χειρότερες φυλακές της Μόσχας, το Μπουτύρκι. Οι θάλαμοι ήταν υπερπλήρεις. Οι περισσότεροι κρατούμενοι κοιμούνταν στο παγωμένο πάτωμα. Τα πατζούρια στα παράθυρα ήταν κλειστά. Μία ηλεκτρική λάμπα ήταν αναμμένη συνεχώς και οι κρατούμενοι δεν ήξεραν πότε είναι μέρα και πότε νύχτα. Ο ύπνος ήταν ένα πραγματικό μαρτύριο. Δεν χωρούσαν στο πάτωμα και για να γυρίσουν πλευρό έπρεπε να συνεννοηθούν. Και μπορεί να ήταν 30-40 άτομα σ' ένα θάλαμο για έξι. Στις φυλακές αυτές ο Άγιος διαπίστωσε τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, η οποία στην εξορία θα επιδεινωθεί και θα τον συνοδεύει σε όλη του την ζωή. Μετά από δύο μήνες τον μετέφεραν με άλλους κρατούμενους με τα πόδια στις φυλακές Ταγκάνσκα. Κάποια μέρα του χάρισαν από τον Ερυθρό Σταυρό ένα γούνινο παλτό. Δεν το κράτησε για πολύ. Το χάρισε σ' ένα νεαρό κρατούμενο που τουρτούριζε από το κρύο. Τον Δεκέμβριο του 1923 μέσα στο φοβερό κρύο και παρόλο που ήταν άρρωστος, τον έστειλαν εξορία στη Σιβηρία. Το ταξίδι με το τραίνο κράτησε ένα μήνα. Για τροφή τους έδιναν μισή ρέγγα, ένα κομμάτι ψωμί και ένα ποτήρι νερό την ημέρα. Τα κουπέ των τρένων δεν διέφεραν από τα κελιά των φυλακών. Ήταν κι αυτά γεμάτα κρατούμενους και ένας έκλεβε τον άλλον. Μετά από ένα μήνα έφτασαν στην καρδιά της Σιβηρίας, στην πόλη Κρασνογιάρσκ. Έπειτα τον εξόρισαν στην πόλη Γενισέισκ, 430 χιλιόμετρα βορειότερα. Το ταξίδι έγινε στα σκοτεινά αμπάρια ενός πλοίου, που σήμερα είναι μουσείο. Στα μέσα του χειμώνα έφτασε στο Γενισέισκ. Το κατάλυμα του ήταν πιο ανθρώπινο. Ένα δωμάτιο στο σπίτι κάποιου εύπορου κατοίκου. Μαζί του ήταν και δύο ακόμη ιερείς. Το σπίτι μετατράπηκε σε εκκλησάκι και ιατρείο όπου δεχόταν τους ασθενείς. Λίγο μετά ζήτησε εργασία στο νοσοκομείο του Γενισέισκ. Οι γιατροί εξεπλάγησαν αλλά και χάρηκαν που θα είχαν ανάμεσα τους έναν διάσημο χειρουργό. Του έδωσαν την άδεια και άρχισε να χειρουργεί. Οι ανάγκες κι εδώ ήταν πολλές. Οι λίστες αναμονής έφταναν τους δύο μήνες. Το 1924 επεχείρησε μία πρωτοποριακή και δυσκολότατη εγχείρηση. Του έφεραν έναν άνδρα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια και ο Άγιος Λουκάς επεχείρησε με επιτυχία την πρώτη στον κόσμο μεταμόσχευση νεφρού από ζώο σε άνθρωπο. Σαν επιβράβευση οι τοπικές αρχές τον διώχνουν μακριά, σ' ένα ξεχασμένο χωριό, την Χάγια, η οποία είχε μόλις οκτώ σπίτια και ήταν αποκλεισμένη από τα χιονιά. Παρ’ όλες τις δυσκολίες και στο μέρος αυτό με τα ελάχιστα μέσα που διέθετε δεν σταμάτησε να χειρουργεί. Χειρούργησε μεταξύ άλλων επιτυχέστατα κι έναν ασθενή από καταρράκτη. Να σημειώσουμε ότι τα εργαλεία τα αποστείρωνε στο ...σαμοβάρι. Το καλοκαίρι τον έφεραν και πάλι στο Γενισέισκ. Ο Άγιος "φιλοξενήθηκε" στο απομονωτήριο των φυλακών που ήταν γεμάτο κοριούς και δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Έπειτα τον άφησαν ελεύθερο και μπορούσε πλέον να χειρουργεί και να λειτουργεί σ' ένα παλιό μοναστήρι του Γενισέισκ. Χειρουργούσε ασταμάτητα. Οι κάτοικοι τον υπεραγαπούσαν. Όσο όμως αυξανόταν η αγάπη προς το πρόσωπο του, τόσο αύξανε το μίσος των αρχών εναντίον του. Έτσι αποφασίζουν να τον στείλουν στον παγωμένο βορά. Στο λιμάνι του Γενισέικ τον φόρτωσαν σε μια μαούνα και μέσω του ποταμού Γενισέι ταξίδεψε περίπου 2.000 χιλιόμετρα βορειότερα. Το ταξίδι ατέλειωτο, μονότονο, βαρετό, κοπιαστικό, βασανιστικό. Το φαγητό ελάχιστο. Μάλλον ο κρατούμενοι είχαν γίνει τροφή για τις ψείρες. Κάποτε έφτασαν στην πόλη Τουρουχάνσκ. Εδώ οι κλιματολογικές συνθήκες κάνουν τη ζωή ανυπόφορη. Ο χειμώνας σκοτεινός και ατέλειωτος. Όλα παγωμένα. Το μικρό διάστημα του καλοκαιριού σμήνη κουνουπιών κάνουν τη ζωή των κατοίκων μαρτύριο. Ο Άγιος Λουκάς εργάζεται στο μικρό νοσοκομείο. Δεν υπάρχει άλλος γιατρός, ούτε τα κατάλληλα μέσα. Τα μόνα που βρήκε ήταν ένα μπουκάλι οινόπνευμα και ένα σουγιά. Με αυτά χειρουργούσε κι έδενε τα τραύματα με τρίχες από τα μαλλιά των ασθενών. Στις όχθες του Γενισέι υπήρχε κι ένα μικρό μοναστήρι, με το λείψανο του Αγίου Βασιλείου Μαγκασέισκ. Εκεί λειτουργούσε ο Άγιος. Οι άνθρωποι βρήκαν στο πρόσωπο του τον αληθινό ποιμένα και γιατρό των ψυχών και σωμάτων. Όμως και πάλι η αγάπη των ανθρώπων, ενόχλησε την τοπική εξουσία. Τον κάλεσαν να απολογηθεί γιατί χειρουργεί, γιατί λειτουργεί, γιατί κηρύττει. Ένα βράδυ τον ειδοποίησαν να ετοιμαστεί γρήγορα και να φύγει για τον βορά. Εδώ και πάλι θα ανοίξουμε παρένθεση. Εκείνη την εποχή, εκατομμύρια κρατούμενοι οδηγήθηκαν στην τούντρα, στον παγωμένο βορά. Εδώ τα χιόνια δεν λιώνουν εντελώς ούτε το καλοκαίρι, που κρατάει 2-3 εβδομάδες. Οι κρατούμενοι θα έπρεπε να κτίσουν από το μηδέν καινούργιες πόλεις, να φτιάξουν εργοστάσια, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές στο πουθενά. Οι θερμοκρασίες φτάνουν το -60 και όταν φυσάει η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Οι κατάδικοι πέθαιναν σωρηδόν. Ο τόπος είναι σπαρμένος από τα σώματα των καταδίκων. Μέχρι σήμερα από τα βουνά, όπου υπήρχαν ορυχεία, όταν λιώνουν τα χιόνια και τρέχουν τα νερά, το έδαφος βγάζει ανθρώπινα οστά. Οι νεκροί αμέτρητοι, κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει. Στην πόλη Νορίλσκ που κτίστηκε από κρατούμενους στη δεκαετία του '30, έχει δημιουργηθεί «Ο Γολγοθάς του Νορίλσκ», με πολλούς σταυρούς και μνημεία διαφόρων εθνοτήτων, για να θυμίζουν τα μαρτύρια αυτών των ανθρώπων. Και στις γύρω πόλεις κάποια μικρά μουσεία μας μεταφέρουν στην τραγική αυτή εποχή. Αυτήν σχεδόν την πορεία ακολούθησε και ο Άγιος Λουκάς. Το ταξίδι πάνω από 400 χιλιόμετρα θα έπρεπε να γίνει με έλκηθρο. Ήταν ένα ταξίδι οδυνηρό, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Το κρύο φοβερό. Το σκοτάδι φρικτό. Πρώτος σταθμός η Σελιβάνιχα, ένα μικρό χωριό. Συνέχισε το ταξίδι πάνω στον ποταμό Γενισέι. Πέρασαν τον Βόρειο Πολικό κύκλο. Έφτασαν στο χωριό Πλάχινο, που είχε 15 κάτοικοι. Του έδωσαν ένα δωμάτιο σ' ένα ξύλινο σπιτάκι. Γύρω-γύρω ο πάγος. Τόσο είναι το κρύο που εκεί δεν μπορούν να ζήσουν πουλιά. Η μικρή ξύλινη σόμπα δεν επαρκούσε. Το νερό στον κουβά πάγωνε. Όταν, δε, φυσούσε η κατάσταση ήταν απελπιστική. Έμεινε στο Πλάχινο περίπου δυόμισι μήνες. Μόνο η χάρη του Θεού τον κράτησε ζωντανό. Τον Μάρτιο ο διοικητής της CK έστειλε και πάλι το έλκηθρο για να τον φέρουν πίσω. Στο Τουρουχάνσκ πέθανε κάποιος ασθενής αβοήθητος. Ο κόσμος επαναστάτησε και απαίτησε ο επίσκοπος-γιατρός να γυρίσει πίσω. Έτσι βρέθηκε πάλι στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε ανενόχλητος πλέον την εργασία του στο νοσοκομείο και το μοναστήρι. Πλησίαζε ο χρόνος για να λήξει η ποινή του. Περίμενε με αγωνία. Έβλεπε τα ποταμόπλοια να φεύγουν με τους κρατούμενους αλλά τον ίδιο δεν τον καλούσαν. Τέλος Αυγούστου σταμάτησαν τα δρομολόγια γιατί το ποτάμι πάγωσε και θα έπρεπε να περιμένει το επόμενο καλοκαίρι. Τελικά τον απελευθέρωσαν το Νοέμβριο του 1925. Τώρα πλέον θα ήταν αναγκασμένος να ταξιδέψει με έλκηθρο πάνω στον παγωμένο Γενισέι. Το ταξίδι δύσκολο και επικίνδυνο. Συνολικά διένυσαν περίπου 2000 χιλιόμετρα. Έφτασε στο Κρασνογιάρσκ κι έπειτα αναχώρησε με τραίνο για την Τασκένδη. Ανέλαβε και πάλι τα αρχιερατικά του καθήκοντα. Στο πανεπιστήμιο δεν του έδωσαν θέση και δεχόταν τους ασθενείς στο σπίτι του. Κοντά του συγκεντρώθηκαν πολλά νέα παιδιά, που τα βοηθούσε πατρικά ενώ τα ίδια τον βοηθούσαν στο έργο του. Έτρεχαν να βρουν φτωχούς ασθενείς και τον ειδοποιούσαν. Οι άνθρωποι τον υπεραγαπούσαν. Δεν πέρασε πολύς καιρός και νέα προβλήματα παρουσιάστηκαν. Κάποιος ψυχασθενής καθηγητής αυτοκτόνησε. Η αυτοκτονία του χαρακτηρίστηκε φόνος και άρχισαν να κατηγορούν τον Άγιο ως συνένοχο. Επί έναν ολόκληρο χρόνο τον συκοφαντούσαν στις εφημερίδες. Μέχρι και θεατρικά έργα γράφτηκαν για τον φονιά- επίσκοπο. Τελικά το 1930 τον συνέλαβαν. Πάλι φυλακές Τασκένδης, πάλι σκληρές ανακρίσεις, απειλές, εκβιασμοί. Μάταια όλοι υπερασπίζονταν την αθωότητά του. Έμεινε στις φυλακές της Τασκένδης έναν ολόκληρο χρόνο κι έπειτα καταδικάστηκε σε εξορία στη Βόρεια Ρωσία. Τον μετέφεραν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Του συμπεριφέρονταν απάνθρωπα. Διηγείται κάποια που ήταν παρούσα: «Μαζευτήκαμε κάμποσοι άνθρωποι... Τον βλέπαμε από μακριά. Τον έσερναν από τα γένια, λες και ήταν κανένας αλήτης. Τον έφτυναν στο πρόσωπο. Εκείνη τη στιγμή αυθόρμητα θυμήθηκα πως με τον ίδιο τρόπο χλευάστηκε και ο Ιησούς Χριστός.» Ο ίδιος γράφει για το ταξίδι με το τραίνο. «Το βαγόνι είχε τόσες ψείρες που έπρεπε πρωί-βράδυ να βγάζω τα ρούχα μου και καθημερινά έβρισκα μέσα τους εκατοντάδες. Μεταξύ αυτών ήταν κάτι τεράστιες μαύρες ψείρες που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου». Μετά από αρκετές μέρες έφτασαν στην πόλη Κότλας. Δημιουργήθηκε κι αυτή μέσα στα απέραντα δάση από κατάδικους και πολλοί πέθαναν μαρτυρικά. Ο Άγιος Λουκάς μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές του Κότλας κι έπειτα τρία χιλιόμετρα μακρύτερα στη Μακάριχα. Ζούσαν σε άθλιες προχειροφτιαγμένες παράγκες. Πολλούς κατάδικους τους έστελναν στα δάση για να κόβουν δέντρα και να φτιάχνουν παράγκες. Ήταν αναγκασμένοι να κοιμούνται στο ύπαιθρο αντιμέτωποι με το κρύο και την υγρασία. Πολλοί αυτοκτόνησαν. Στη Μακάριχα ξέσπασε τότε επιδημία τύφου και άλλων ασθενειών. Οι κρατούμενοι πέθαιναν αβοήθητοι. Κάθε μέρα έσκαβαν στη Μακάριχα έναν τεράστιο λάκκο και έθαβαν περίπου 70 νεκρούς. Σήμερα στη Μακάριχα έχουν στηθεί πολλά μνημεία που θυμίζουν την τραγωδία αυτών των ανθρώπων. Ο Άγιος Λουκάς έβλεπε αυτό το δράμα, τις εκατόμβες των νεκρών, χωρίς να μπορεί να προσφέρει κάτι. Λίγο καιρό μετά τον μετέφεραν στο νοσοκομείο του Κότλας και του επέτρεψαν να χειρουργεί γιατί οι ανάγκες ήταν πολλές. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ακολούθησε νέα μεταγωγή. Με ποταμόπλοιο μέσω του ποταμού Ντβίνα μεταφέρθηκε στον Αρχάγγελο. Είναι μια από τις βορειότερες πόλεις της Ρωσίας. Τότε είχαν στείλει χιλιάδες κρατούμενους και ταλαιπωρήθηκε πολύ να βρει σπίτι. Οι εξόριστοι τουρτούριζαν στους δρόμους, τα σπίτια δεν επαρκούσαν. Ο ίδιος βρήκε τελικά ένα δωμάτιο σ' ένα μεγάλο σπίτι, όπου έμεναν και άλλοι εξόριστοι. Οι αρχές του επέτρεψαν να χειρουργεί στο νοσοκομείο αλλά αντιμετώπισε τη ζήλια των συναδέλφων του. Εκκλησιαζόταν στην εκκλησία του κοιμητηρίου, αλλά και εδώ τον έβλεπαν καχύποπτα. Το 1932 του εμφανίστηκε όγκος και πήγε στην Πετρούπολη, όπου τον χειρούργησε ένας ογκολόγος. Ευτυχώς ο όγκος ήταν καλοήθης. Στην Πετρούπολη τον κάλεσε ο Κίρωφ, μεγάλο κομματικό στέλεχος. Του πρότεινε να του δώσουν το μεγαλύτερο χειρουργικό ερευνητικό κέντρο της χώρας, με μόνο όρο να πετάξει τα ράσα του και να αρνηθεί το Χριστό. Δεν δέχθηκε και επέστρεψε στον τόπο της εξορίας του. Το 1933 εκδόθηκε το περίφημο βιβλίο του, «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» και υπέγραψε, «Επίσκοπος Λουκάς». Το βιβλίο αυτό έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Ο καθηγητής Πολιανώφ δήλωσε τότε: «Δεν υπάρχει στη χώρα μας άλλο παρόμοιο βιβλίο με τόσες γνώσεις χειρουργικής και με τόση αγάπη για τον άνθρωπο». Από το 1933 ως το 1937 παρέμενε στην Τασκένδη. Ζει ήσυχες οικογενειακές στιγμές με τα παιδιά του, που τόσο τα είχε στερηθεί. Εργάζεται κυρίως στην επιστημονική έρευνα, η οποία τον έχει συνεπάρει. Θέλει να ανακαλύψει με κάθε λεπτομέρεια το μηχανισμό του πύου. Γράφει στο γιο του: «Κάνω συγκλονιστικές ανακαλύψεις. Εργάζομαι ασταμάτητα. Θέλω να γράψω πολλά. Φοβάμαι ότι δε θα προλάβω. Βρίσκομαι στο ζενίθ της ηλικίας μου. Πρέπει να προλάβω...». Βρισκόταν ένα βήμα πριν να ανακαλύψει την πενικιλίνη. Δεν πρόλαβε... Η περίοδος του '30 είναι η εποχή της παντοδυναμίας του Στάλιν. Το αρχιπέλαγος γκουλάγκ βρισκόταν στο ζενίθ. Εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν στα στρατόπεδα και δούλευαν στα καταναγκαστικά έργα. Στο Μπελομόρ-κανάλ δούλευαν πάνω από 300.000 άνθρωποι για να ανοίξουν μια διώρυγα 280 χιλιομέτρων, σκάβοντας με πρωτόγονα μέσα σε έδαφος από γρανίτη. Τουλάχιστον 100.000 πέθαναν ενώ άλλοι σακατεύτηκαν. Το 1936 η τρομοκρατία είχε φτάσει στα ύψη. Στη Μόσχα γίνονταν οι περίφημες δίκες της Μόσχας, όπου εξοντώνονταν οι πρωτεργάτες της επανάστασης. Οι συλλήψεις αθώων πολιτών είχαν πάρει τη μορφή επιδημίας. Και βέβαια ο επίσκοπος Λουκάς θεωρείται ύποπτος. Ένα βράδυ του 1937 μπήκαν στο σπίτι του οι κομισάριοι και τον συνέλαβαν. Απ' έξω περίμενε ο μαύρος κόρακας που τον οδήγησε στις φυλακές Τασκένδης. Η κατηγορίες ήταν ότι ως γιατρός σκότωνε τους ανθρώπους, ότι ετοίμαζε αντεπανάσταση και σχέδιο δολοφονίας κατά του Στάλιν. Συνελήφθησαν και πολλοί συνεργάτες του, οι οποίοι υπέκυψαν στα βασανιστήρια και κατέθεσαν εναντίον του. Ο ίδιος για να αναγκαστεί να υπογράψει, υπεβλήθη στη φοβερή, βασανιστική αλυσιδωτή ανάκριση. Στημένος σε μια καρέκλα κάτω από το φως δυνατού προβολέα, τον ανέκριναν ασταμάτητα νύχτα-μέρα, διαφορετικοί ανακριτές επί 13 μερόνυχτα. Δεν τον άφηναν ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί. Συχνά λιποθυμούσε, είχε παραισθήσεις και τότε του έριχναν κουβάδες με παγωμένο νερό για να συνέλθει. Επειδή δεν υπέγραψε την κατηγορία, υπεβλήθη και πάλι για άλλα 13 μερόνυχτα στην αλυσιδωτή ανάκριση. Το σώμα του είχε γεμίσει πληγές από τα χτυπήματα. Τον άφησαν δυο χρόνια στις φυλακές Τασκένδης με συνεχείς απειλές και βασανιστήρια. Το 1939 τον καταδίκασαν και πάλι τρία χρόνια εξορία στη Σιβηρία. Νέο βασανιστικό ταξίδι με τραίνο για το Κρασνογιάρσκ κι έπειτα με ποταμόπλοιο στην κωμόπολη Μεγάλη Μούρτα. Εδώ παρουσιάστηκε στο νοσοκομείο και ζήτησε να του επιτρέψουν να χειρουργεί. Πράγματι τον προσέλαβαν, αλλά επειδή δεν υπήρχε άλλη θέση τον διόρισαν στη θέση της πλύστρας του νοσοκομείου. Του παραχώρησαν ένα μικρό δωμάτιο στο κτήριο του νοσοκομείου και ζούσε πολύ φτωχικά. Κι εδώ ανέπτυξε μεγάλη χειρουργική δραστηριότητα παρότι οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ άσχημες. Εκκλησία στο χωριό δεν υπήρχε. Ο Άγιος Λουκάς κάθε πρωί πήγαινε σ' ένα μικρό κοντινό δάσος για να προσευχηθεί. Πάνω σ' ένα κούτσουρο τοποθετούσε μια μικρή εικόνα, γονάτιζε μέσα στις λάσπες ή στα χιόνια και προσευχόταν. Όμως και αυτόν τον τόπο οι νεαροί άθεοι κομσομόλοι τον βεβήλωναν. Ο Θεός είχε εξοριστεί από παντού. Σήμερα στη Μ. Μούρτα ζουν ακόμη άνθρωποι που τον θυμούνται με πολλή αγάπη. Στην πόλη δεν υπάρχει ακόμη εκκλησία. Οι κάτοικοι όμως ξεκίνησαν την οικοδόμηση ναού και αυτός θα αφιερωθεί στον άγιο Λουκά. Τη μέρα μάλιστα που μπήκε ο θεμέλιος λίθος μια άρρωστη γυναίκα θεραπεύθηκε θαυματουργικά από τον άγιο. Εκεί στήθηκε ο σταυρός για να θυμίζει την θαυμαστή επέμβαση του αγίου, ενώ μπροστά έχουν αφήσει την πέτρα που καθόταν η άρρωστη. Στο παγκόσμιο σκηνικό εκείνη την εποχή κυριαρχεί ο πόλεμος. Οι ορδές των Γερμανών εισβάλουν στη Ρωσία και προκαλούν τεράστιες καταστροφές και αμέτρητα θύματα. Ολόκληρη η χώρα δοκιμάζεται σκληρά. Στο Κρασνογιάρσκ καταφθάνουν τα τραίνα γεμάτα από τραυματίες στρατιώτες, με διαπυημένα τραύματα. Πολλοί πεθαίνουν αβοήθητοι. Οι γιατροί ελάχιστοι. Ο άγιος Λουκάς συγκινείται από αυτή τη θλιβερή κατάσταση και στέλνει ένα τηλεγράφημα στον πρόεδρο του ανωτάτου Σοβιέτ Καλίνιν και παρακαλεί να του επιτρέψουν να χειρουργεί τους στρατιώτες. Η απάντηση ήρθε αμέσως. Σύντομα μεταφέρθηκε στο Κρασνογιαρσκ, διορίστηκε αρχίατρος του στρατιωτικού νοσοκομείου 1515 και σύμβουλος όλων των στρατιωτικών νοσοκομείων της περιοχής. Αντιμετώπιζε κι εδώ τις καχυποψίες των συναδέλφων, τη συνεχή παρακολούθηση της KGB. Κατοικία του ήταν ένα στενό υγρό δωμάτιο στο νοσοκομείο. Αντιμετώπιζε ακόμη την περιφρόνηση των ανωτέρων. Τον θεωρούσαν πολίτη β' κατηγορίας και του απαγόρευαν να τρώει στο εστιατόριο του στρατιωτικού νοσοκομείου. Πολλές μέρες έμενε νηστικός. Κάποιες νοσοκόμες που τον λυπόνταν, του πήγαιναν κρυφά λίγο φαγητό. Ποτέ δεν τον άκουσαν να παραπονεθεί. Υπέμεινε τα πάντα με πολλή πίστη στο Θεό. Σ' ένα από τα γράμματά του έγραφε στο γιό του: «Αγάπησα το μαρτύριο, το οποίο τόσο παράξενα καθαρίζει την ψυχή». Κάθε τόσο πήγαινε στο σταθμό του τραίνου και διάλεγε τους πιο βαριά τραυματίες για να τους χειρουργήσει. Όλοι οι στρατιώτες τον υπεραγαπούσαν, γιατί ένοιωθαν πως τους είχε σώσει τη ζωή. Η εντατική δουλειά είχε επηρεάσει και την υγεία του. Η υπερκόπωση τον κατέβαλε. Πάντα όμως σκεφτόταν τον πάσχοντα άνθρωπο και τον υπηρετούσε με απίστευτη αυταπάρνηση. Εκκλησία δεν υπήρχε πουθενά. Όλες κλειστές. Όμως τώρα ο Στάλιν χρειαζόταν την εκκλησία. Και το 1943 έδωσε μια ανάσα ελευθερίας στην εκκλησία. Απελευθέρωσε πολλούς κρατούμενους ιερείς και επέτρεψε το άνοιγμα κάποιων εκκλησιών. Ο άγιος Λουκάς διορίστηκε αρχιεπίσκοπος Κρασνογιάρσκ. Στην πόλη επέτρεψαν το άνοιγμα μιας μικρής εκκλησίας του αγίου Νικολάου, σ' ένα προάστιο 7 χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο. Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 ο άγιος τέλεσε την πρώτη Θ. Λειτουργία. Από αυτή την ταπεινή εκκλησία ξεκίνησε πάλι η εκκλησιαστική ζωή στη Σιβηρία. Όμως για να πάει εκεί θα έπρεπε να περπατήσει 7 χιλιόμετρα μέσα στα χιόνια και στις λάσπες. Πολλές φορές βούλιαζε και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Σήμερα στο Κρασνογιάρσκ κτίζεται εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Λουκά μέσα στο Γενικό νοσοκομείο. Οι σύγχρονοι γιατροί τον ευγνωμονούν και νοιώθουν ευεργετημένοι από την παράδοση που τους κληροδότησε. Σε κεντρικό σημείο της πόλης στήθηκε μεγάλο άγαλμα του αγίου. Οι περαστικοί πάντα θα σταματήσουν, θα πουν δυο λόγια προσευχής, θα του αφήσουν λίγα λουλούδια. Τo 1944 τον μετέθεσαν στο Ταμπώφ ως αρχίατρο και αρχιεπίσκοπο. Κι εδώ τα πάντα διαλυμένα. Με πολλές προσπάθειες έφτιαξε τον ερειπωμένο ναό της αγίας Σκέπης και άρχισε να λειτουργεί και να κηρύττει με πολλή χαρά, γιατί όπως είπε στο πρώτο κήρυγμά του, «δεκαπέντε χρόνια το στόμα μου ήταν κλειστό». Παράλληλα εργάζεται στα δύο νοσοκομεία της πόλης, το Γενικό και το στρατιωτικό, ενώ παραδίνει μαθήματα στην Ιατρική σχολή και σε Ιατρικά συνέδρια. Στον εκκλησιαστικό χώρο κάνει τεράστιους αγώνες να αναδιοργανώσει την επαρχία του. Στις εκκλησίες κηρύττει το λόγο του Θεού. Οι άνθρωποι έτρεχαν να τον ακούσουν και επηρεάζονταν βαθύτατα. Οι αρχές θορυβούνται. Αναγνωρίζουν το τεράστιο επιστημονικό, κοινωνικό, πατριωτικό έργο του, αλλά δεν μπορούν να ανεχθούν τα κηρύγματα και το ποιμαντικό του έργο. Πολλές φορές τον καλούν σε επιστημονικά συνέδρια ή στο πανεπιστήμιο, ζητούν όμως να μην προσέρχεται με το ράσο του και το εγκόλπιο του. Ο ίδιος δεν υποχωρεί, και δείχνει να μην φοβάται πλέον. Μέσα σε δύο χρόνια οι άνθρωποι του Ταμπώφ τον υπεραγάπησαν. Κι εδώ τα ίχνη που άφησε είναι ανεξίτηλα. Σήμερα το Γενικό νοσοκομείο της πόλης φέρει το όνομά του. Στο προαύλιο έχει στηθεί η προτομή του, ενώ δίπλα στο μουσείο Ιατρικής ιστορίας, ένα μεγάλο τμήμα του μουσείου είναι αφιερωμένο στον άγιο Λουκά. Παρόλο το φόρτο εργασίας, συμμετέχει στις συνόδους του Πατριαρχείου Μόσχας. Το 1946 θα έλθει επιτέλους η αναγνώριση. Κάποιοι κομματικοί συκοφάντησαν τον άγιο στον Στάλιν και ζήτησαν να εκτελεστεί. Ο Στάλιν έξω φρενών τους έβρισε χυδαία και κατέληξε: «Αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορούμε πλέον να τους εκτελούμε, αλλά να τους τιμούμε». Και πράγματι, ο άγιος Λουκάς θα τιμηθεί με το μεγαλύτερο κρατικό βραβείο, το 1° βραβείο Στάλιν ανάμεσα σε δεκαπέντε επιστήμονες. Η τελετή έγινε στη Μόσχα. Ήταν παρόντες όλοι. Ο μόνος που έλειπε ήταν ο άγιος Λουκάς, γιατί δεν είχε τα χρήματα να πάρει το εισιτήριο του τραίνου. Το βραβείο συνοδευόταν από 200.000 ρούβλια. Έστειλε τότε τηλεγράφημα στον Στάλιν, παρακαλώντας τα χρήματα αυτά να μοιραστούν στα ορφανά του πολέμου. Την ίδια χρονιά με εντολή του Στάλιν κατασκευάστηκε η προτομή του αγίου, που υπάρχει σήμερα στο μουσείο Κλενισόφσκυ στη Μόσχα, ανάμεσα στις προτομές των μεγάλων επιστημόνων. Πολλοί ξένοι δημοσιογράφοι ήλθαν να του πάρουν συνεντεύξεις και έγιναν ειδικές εκπομπές. Η υγεία του όμως επιδεινώνεται και το 1946 θα χάσει την όραση από το ένα μάτι. Η εκκλησία θα τον μεταθέσει στην Αρχιεπισκοπή Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Η Κριμαία είναι μια όμορφη περιοχή με έντονο ελληνικό χρώμα, αλλά πολύπαθη. Οι καταστροφές που άφησε ο πόλεμος ήταν κι εδώ πάρα πολλές. Η εκκλησία διαλυμένη. Και ο άγιος Λουκάς θα κάνει τιτάνιους αγώνες για να την ανασυγκροτήσει. Στην προσπάθειά του αυτή θα συναντήσει την αντίδραση των αρχών που συνεχώς τον δυσκολεύουν και τον υπονομεύουν. Οι φτωχοί είναι πάρα πολλοί και στο σπίτι του οργανώνει συσσίτιο. Πολλές φορές μένει νηστικός για να μην στερήσει το φαγητό από κάποιον φτωχό. Κι εδώ τον καλούν σε συνέδρια, ή να παραδώσει μαθήματα στην Ιατρική Σχολή. Μερικές φορές οι αρχές απαιτούσαν να μην παρουσιάζεται με το ράσο του. Ο ίδιος δεν δέχεται και κάποια συνέδρια ματαιώθηκαν. Η καθημερινή του ζωή ήταν πλήρης. Ξυπνούσε πολύ πρωί και έκανε την ακολουθία του για 2-3 ώρες. Έπειτα διάβαζε ένα απόσπασμα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ακολούθως πήγαινε στο γραφείο του και ασχολείτο με τις υποθέσεις της Αρχιεπισκοπής. Το απόγευμα δεχόταν τους ασθενείς πάντα δωρεάν. Στο ιατρείο του κατέφθαναν άνθρωποι διάφοροι, άθεοι, αλλόθρησκοι, διαφόρων εθνοτήτων. Πρόσφερε τη βοήθειά του χωρίς διακρίσεις. Το 1956 θα χάσει την όραση του και από το άλλο μάτι. Παρότι τυφλός πλέον, θα συνεχίσει να εργάζεται ακούραστα, να κηρύττει και να λειτουργά. Το 1957 στη Συμφερούπολη γιόρτασαν τα 80 χρόνια του. Κι ενώ ο Στάλιν πεθαίνει το 1953, ο Χρουστσώφ επιχειρεί την αποσταλινοποίηση. Οι περισσότεροι κρατούμενοι απελευθερώνονται και ταστρατόπεδα κλείνουν. Τη θετική αυτή εξέλιξη έρχεται να επισκιάσει η νέα πολεμική κατά της εκκλησίας. Ο Χρουστσώφ ανοίγει και πάλι το αντιεκκλησιαστικό μέτωπο. Οι εκκλησίες κατάσχονται, κλείνουν, ανατινάζονται. Οι ιερείς διώκονται. Ο άγιος Λουκάς αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα και αγωνίζεται να κρατήσει τις εκκλησίες ανοιχτές. Σε αγωνιώδη γράμματά του γράφει στα παιδιά του: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της εκκλησίας. Είναι μαρτύριο. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου συνεχίζω το δύσκολο έργο μου». Οι αρχές ζητούν την παραδειγματική τιμωρία του γιατί αντιστέκεται στο κλείσιμο των ναών. Όμως δεν τόλμησαν να τον φυλακίσουν, ή να τον εξορίσουν. Σ' ένα άλλο γράμμα του γράφει στο γιό του: «Έχω πολύ περισσότερες στεναχώριες από σένα που επισπεύδουν το τέλος μου... Γενικά η κατάσταση στον εκκλησιαστικό χώρο γίνεται αφόρητη». Η επίγεια ζωή του αρχιεπισκόπου Λουκά πλησιάζει στο τέλος της. Τα Χριστούγεννα του 1960, θα λειτουργήσει για τελευταία φορά, ενώ την Κυριακή της Τυρινής θα κάνει το τελευταίο του κήρυγμα. Από τότε θα παραμείνει σπίτι του. Προετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι με προσευχή. Λίγο πριν την κοίμησή του θα βαπτίσει τη δισεγγονή του Τατιάνα, σήμερα γιατρό στην Οδησσό. Κάποια μέρα γύρισε και είπε στην ανιψιά του: «Άραγε στην κηδεία μου θα θας αφήσουν να μου ψάλλετε το Αγιος ο Θεός;». Η ανιψιά του δεν κατάλαβε τι εννοούσε. Το κατάλαβε τη μέρα της κηδείας. Ήλθε η Κυριακή των Αγίων Πάντων της Ρωσίας, 11 Ιουνίου 1961. Ήταν επτά παρά τέταρτο το πρωί όταν ο Άγιος Λουκάς ανέπνευσε για τελευταία φορά και η ψυχή του φτερούγισε για τον ουρανό. Έφυγε για να προλάβει να λειτουργήσει αυτή τη μεγάλη μέρα στο ουράνιο θυσιαστήριο. Το θλιβερό νέο διαδόθηκε σαν αστραπή. Για τρεις μέρες χιλιάδες άνθρωποι κατέφθασαν με κάθε μέσο για να προσκυνήσουν το σκήνωμά του. Μπροστά στο φέρετρο του ξεσπούσαν σε καυτά δάκρυα και φώναζαν: «Έφυγε ο πατέρας μας, ο άγιός μας» και διηγούνταν τις ευεργεσίες και τα θαύματά του». Όλος αυτός ο λαός ήθελε να κάνει μια μεγαλοπρεπή κηδεία και να μεταφέρει το σκήνωμά του μέσα από τον κεντρικό δρόμο της Συμφερούπολης. Όμως την ημέρα της κηδείας ήλθε επείγον τηλεγράφημα από τη Μόσχα που απαγόρευε την εκφορά του νεκρού από τους κεντρικούς δρόμους. Όσοι ήθελαν να συμμετάσχουν θα έπρεπε να μπουν σε λεωφορεία δωρεάν και να πάνε από περιφερειακούς δρόμους μέχρι το κοιμητήριο. Απαγόρευε δε οποιαδήποτε ψαλμωδία. Μέσα σε τρία λεπτά όλα θα έπρεπε να τελειώσουν και ο νεκρός θα έπρεπε να βρίσκεται στον τάφο. Την κηδεία παρακολουθούσαν πολλοί αστυνομικοί για να εφαρμοστεί η διαταγή. Όμως μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία ο κόσμος επαναστάτησε. Ακολούθησαν μάχες και διαπληκτισμοί με τους αστυνομικούς. Κάποια στιγμή ο δρόμος άνοιξε και η νεκροφόρα πήγε να φύγει. Κάποιες γυναίκες έσπασαν τον κλοιό, γαντζώθηκαν στο αυτοκίνητο, ενώ τρεις ηρωικές γυναίκες έπεσαν στις ρόδες του αυτοκινήτου και το ακινητοποίησαν φωνάζοντας: «Μόνο πάνω από τα πτώματά μας θα πάτε απ' εκεί που θέλετε». Εκείνη την ώρα ένα μεγάλο πλήθος περιστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό, έκαναν κύκλους και ακολουθούσαν την πομπή. Τελικά οι αστυνομικοί υποχώρησαν. Η πομπή βγήκε στην κεντρική λεωφόρο η οποία είχε γεμίσει κόσμο και για 2 περίπου χιλιόμετρα είχε στρωθεί με τριαντάφυλλα. Όλος αυτός ο λαός με ένα στόμα για τρεισήμισι ώρες έψαλλε το «Άγιος ο Θεός». Ετάφη στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και από τότε ο τάφος του έγινε κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αμέτρητα τα θαύματά του. Έτσι το 1996 η Ρωσική εκκλησία προέβη στην επίσημη αγιοκατάταξη. Το Μάρτιο του 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον Αρχιεπίσκοπο Κριμαίας Λάζαρο και τους ιερείς του. Κατά την ανακομιδή μια γλυκιά ευωδία απλώθηκε στην περιοχή. Ανάμεσα στα λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα η καρδιά του, ο εγκέφαλος, τα μάτια, οι πνεύμονες. Στις 20 Μαρτίου 1996 το λείψανο του με τη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων μεταφέρθηκε στο ναό της Αγίας Τριάδας Συμφερουπόλεως. Το 2001 τοποθετήθηκαν σε ωραιότατη ασημένια λάρνακα δωρεά από την Ελλάδα. To 1997 μπροστά από το νοσοκομείο της Συμφερούπολης τοποθετήθηκε το άγαλμά του από τον Αρχιεπίσκοπο Λάζαρο, ενώ το 2005 η προτομή του στην Ιατρική Σχολή, όπου χτίζεται ναός του Αγίου Λουκά. Η μνήμη του τελείται στις 11 Ιουνίου. Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι προσέρχονται στην πανήγυρη απ' όλα τα μέρη της Ουκρανίας, Ρωσίας και το εξωτερικό. Την παραμονή το πρωί η Ιατρική Σχολή με επικεφαλής τον πρύτανη τελούν τους χαιρετισμούς του Αγίου και τοποθετούν τις Ιατρικές μπλούζες τους μπροστά στη λάρνακά του για να αγιαστούν. Ανήμερα τελείται η πανηγυρική θεία λειτουργία και η λιτανεία του ιερού λειψάνου του. Τα θαύματά του άπειρα. Όχι μόνο στην Κριμαία αλλά και στην Ελλάδα. Οι εμφανίσεις και οι επεμβάσεις του είναι πολλές. Σε πολλούς εμφανίζεται στον ύπνο τους, με την αρχιερατική και ιατρική στολή. Κρατάει στα χέρια του χειρουργικά εργαλεία, γάζες, σύριγγες κλπ. Και αφού συστηθεί στους ασθενείς, τους λέει πως ήρθε για να τους χειρουργήσει. Πολλοί όταν ξυπνούν το πρωί βρίσκουν στο σώμα τους τομή ή αίμα. Αλήθεια, τι ήταν αυτό που τόσο πολύ δόξασε και χαρίτωσε τον άγιο Λουκά; Οι αρετές του ήταν πολλές. Πιστεύω όμως πως αυτό που κυρίως τον διέκρινε ήταν η αγάπη, η κορωνίδα των αρετών. Η αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Μια γνήσια αγάπη προσφοράς, θυσίας, αυταπάρνησης. Στη γη της Παλαιστίνης υπάρχουν δύο λίμνες και ένας ποταμός. Η πρώτη είναι μια μικρή λίμνη, της Τιβεριάδος. Παρότι μικρή λίμνη είναι ζωντανή, έχει πολλά ψάρια κι εκεί ψάρευαν οι μαθητές του Χριστού. Η δεύτερη λίμνη βρίσκεται στο νότο, είναι η Νεκρά Θάλασσα και είναι τετραπλάσια σε έκταση από την πρώτη. Είναι όμως νεκρή. Δεν έχει ίχνος ζωής. Τις δύο λίμνες ενώνει ο Ιορδάνης ποταμός. Ξεκινάει από την Τιβεριάδα και καταλήγει στη Νεκρά Θάλασσα. Κι εδώ είναι το παράδοξο. Αιώνες τώρα η μικρή Τιβεριάδα προσφέρει τα νερά της, δίνει συνεχώς και παραμένει ζωντανή. Ούτε αδειάζει. Η Νεκρά Θάλασσα αιώνες τώρα δέχεται αχόρταγα τα νερά, αλλά δε ζωντανεύει. Παίρνει τα νερά και παραμένει νεκρή. Αυτή είναι η φύση της αγάπης. Την αγάπη δεν τη ζητάμε, δεν την απαιτούμε από τους άλλους. Μόνο την προσφέρουμε, χωρίς κρατούμενα, χωρίς υπολογισμούς και μόνο τότε είμαστε ζωντανοί. Ο άνθρωπος που έχει μάθει από μικρός συνεχώς να παίρνει και να μην προσφέρει τίποτα, είναι ανάπηρος, είναι νεκρός, δυστυχισμένος. Ο άνθρωπος που έμαθε να αγαπάει, να θυσιάζεται, να προσφέρει και να προσφέρεται είναι ζωντανός και ευτυχισμένος. Αυτός ήταν ο Άγιος Λουκάς. Ένας άνθρωπος αγάπης, προσφοράς, θυσίας, αυταπάρνησης. Γι' αυτό και χαριτώθηκε τόσο από τον Θεό και συνεχίζει να ζει, να θαυματουργεί, να είναι τόσο κοντά μας και να μας παρηγορεί. Ας μας εμπνέει η ζωή του και ας έχουμε την ευχή του...  Ομιλία του Αρχιμ. π. Νεκταρίου Αντωνόπουλου για τον θαυμαστό και μαρτυρικό βίο του Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας του ιατρού, θαυματουργού και ομολογητού. Πηγή:Ι.Μ Μεαταμορφώσεως Μελισσοχωρίου.
  • Τα φρικτά μαρτύρια των Αγίων της Μυτιλήνης.
    Τα φρικτά μαρτύρια των Αγίων της Μυτιλήνης.
     Ο άγιος Ραφαήλ γεννήθηκε στην Ιθάκη περί το 1405-1410. Το όνομά του ήταν Γεώργιος. Ο πατέρας του Διονύσιος και η μητέρα του Μαρία του μετέδωκαν τη θερμή πίστη και αγάπη στο Χριστό και έτσι 16 μόλις ετών ήρθε στην Αθήνα και έγινε μοναχός και αργότερα ιερεύς, και πήρε το όνομα Ραφαήλ. Για ανώτερες θεολογικές σπουδές ήλθε στη Γαλλία και επέστρεψε στην Αθήνα με ένα φίλο και συσπουδαστή που γνώρισε εκεί, το Νικόλαο από τη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα ο Ραφαήλ ανέλαβε εφημεριακά καθήκοντα στον παρά την Ακρόπολη ναό του αγίου Δημητρίου του Λαμπαδιάρη.Ο Νικόλαος χειροτονήθηκε και αυτός διάκονος και φαίνεται ότι δεν εγκατέλειψε ποτέ το φίλο του Ραφαήλ. Μαζί τους βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη, που ήρθαν για εκκλησιαστικές υποθέσεις, μαζί αργότερα στη Θράκη, όπου πληροφορήθηκαν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε, αφού έπεσε στα χέρια των Τούρκων η Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας τόπο ελεύθερο και ασφαλέστερο για να μονάσουν, ήρθαν στη Μυτιλήνη. Ζήτησαν κάποιο μοναστήρι για να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Και σαν τέτοιο τους συνέστησαν το παλαιό και κατεστραμμένο από πειρατές κατά το έτος 1235 μοναστήρι των Καρυών της Θερμής, στο οποίο ζούσε ένας και μόνο μοναχός, ο Ρουβείμ. Εκεί οδήγησε τα βήματά τους ο Θεός. Εκεί θέλησε να ζήσουν και να αγιάσουν τον τόπο μας με τα μαρτυρικά τους αίματα.Δεν άργησε να εκραγεί στην περιοχή της Θερμής κάποιο κίνημα και οι υπόνοιες των Τούρκων ότι στο μοναστήρι κρύβονται και περιθάλπονται οι επαναστάτες, έκαμαν να ξεσπάσει όλη η εχθρότητα και εξοντωτική μανία τους στο Ραφαήλ, που είχε γίνει ηγούμενος της μονής, το Νικόλαο και άλλους, που βρέθηκαν στη μονή ή συνέλαβαν και οδήγησαν σ’ αυτήν οι Τούρκοι, για να ανακρίνουν και τελικά να θανατώσουν. Ήταν ο πρόεδρος της κοινότητας Θερμής Βασίλειος, η σύζυγος του και η κόρη τους Ειρήνη ηλικίας ένδεκα ετών, και ο δάσκαλος της κοινότητας Θεόδωρος. Η ανάκριση και οι βασανισμοί άρχισαν τη Μ. Πέμπτη, μόλις τέλειωσε η θεία Λειτουργία και βάσταξαν μέχρι την Τρίτη της Διακαινησίμου, κατά την οποία όλοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.Πρώτα έκοψαν το χέρι της κόρης του προέδρου Ειρήνης μπροστά στα μάτια του πατέρα και της μητέρας της, για να τους αναγκάσουν να μαρτυρήσουν τους επαναστάτες, και στη συνέχεια έκαψαν την Ειρήνη μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι της μονής που βρίσκεται σήμερα μέσα στο ναό. Αμέσως κομμάτιασαν κυριολεκτικά τους γονείς της και αποκεφάλισαν το δάσκαλο Θεόδωρο. Ο διάκονος Νικόλαος δεμένος σε κορμό δένδρου, εξαντλημένος από τα φρικτά βασανιστήρια και βλέποντας τη σφαγή των άλλων δεν άντεξε, έπαθε συγκοπή καρδιάς. Ο άγιος Ραφαήλ υπέφερε τα πάνδεινα. Τον θανάτωσαν, αφού τον πριόνισαν από το στόμα. Ήταν Τρίτη Διακαινησίμου (Λαμπροτρίτη) 9 Απριλίου 1463. Οι τύραννοι έβαλαν φωτιά και κατέκαψαν το μοναστήρι, ενώ έξω αφήκαν άταφα εδώ και εκεί σε φρικτή κατάσταση τα λείψανα των μαρτύρων, τα όποια έθαψαν αργότερα κάτοικοι της Θερμής, που ανέβηκαν στο μοναστήρι, παρά την τρομοκρατία των ημερών εκείνων. Στον τόπο του κατεστραμμένου μοναστηρίου δεν υπήρχε τίποτε εκτός από ένα μικρό ετοιμόρροπο εκκλησάκι, στο οποίο ανέβαιναν να λειτουργήσουν κάθε Λαμπροτρίτη οι κάτοικοι της Θερμής. Χωρίς να ξέρουν το γιατί γιόρταζαν αυτή και όχι άλλη μέρα. Και η τοποθεσία είχε πάρει το όνομα «Καλόγερος», γιατί πολλοί έβλεπαν να περιφέρεται εκεί μια σκιά, σαν να ήταν ένας ψηλός κατά το ανάστημα καλόγερος. Το 1959 θέλησαν οι ευσεβείς ιδιοκτήτες του ελαιοκτήματος Άγγελος και Βασιλική Ράλλη, να χτίσουν στην ίδια θέση, που ήταν το παλιό και ετοιμόρροπο, ένα νέο εκκλησάκι. Έτσι στις 29 Ιουνίου του 1959 άρχισαν οι εργασίες αλλά στις 3 Ιουλίου και σε αρκετό βάθος, που έσκαβαν, για να ανοίξουν τα θεμέλια, βρέθηκε ένας τάφος σχηματισμένος με πέτρες άπλες και οστά που φαινότανε να ήταν πολλών ετών. Η ιδιοκτήτρια του ελαιοκτήματοςέγραψε τότε σχετικά με την εύρεση του τάφου στον αείμνηστο Φώτη Κόντογλου, που ζητούσε πληροφορίες για να γράψει στο βιβλίο του «Σημείο Μέγα» τα παρακάτω: «Ήρχισε το άνοιγμα των θεμελίων. Εις το μέσον του ναϋδρίου υπήρχε μια πέτρα, την οποία, όταν πήγαν να βγάλουν οι εργάτες, είδαν ότι προχωρούσε καθέτως σε μεγάλο βάθος, ως να είχε τοποθετηθεί σκόπιμα. Στο τέλος σταματούσε πάνω σε μια πλάκα, κάτω από την οποία υπήρχε μνημείον με ανθρώπινον σκελετόν άθικτον. Η κεφαλή απείχε 30 πόντους από το κυρίως σώμα, έλειπε δε η κάτω σιαγών. Ήταν τα χέρια σταυρωμένα και είχε στο στόμα κεραμίδι με χαραγμένο σταυρό. Οι εργάτες έβγαλαν τα οστά και τα έθεσαν στη ρίζα ενός δένδρου, όπου και παρέμειναν έως δέκα ημέρες. Η εύρεσις έγινε εις τις 3 Ιουλίου. Από εδώ αρχίζει η ιερά υπόθεσις των αγίων...». Αυτές τις δέκα ημέρες άρχισαν τα παράδοξα φαινόμενα, κρότοι ανεξήγητοι, οράματα πολλά σε πολλούς, που ούτε για τη θρησκευτικότητα τους ήταν γνωστοί, μάλλον δε σε μερικούς το αντίθετο συνέβαινε, όνειρα πολλά ανδρών και γυναικών, αποκαλύψεις, οδηγίες για τον τρόπο που πρέπει να γίνουν ανασκαφές, για την εύρεση όλων των τάφων και των λειψάνων των αγίων και άλλων αντικειμένων, αποκαλύψεις που εξιστορούσαν λεπτομερέστατα όλη την ιστορία του Αγίου Ραφαήλ, όλες τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου των αγίων, την ιστορία της Ιεράς μονής πριν την καταστροφή της (1235) και ύστερα απ’ αυτήν και όλα αυτά τα επιβεβαίωναν τα ευρήματα των ανασκαφών που γινόταν σε αρκετή έκταση και αρκετό βάθος λόγω της ανισόπεδης έκτασης του κτήματος. Σε διάστημα δύο ετών βρέθηκαν όλοι οι τάφοι, το πιθάρι που έκαψαν την Ειρήνη, ο τάφος της μοναχής Ολυμπίας, ηγουμένης κατά το 1235, η σιαγόνα του αγίου Ραφαήλ, που δεν βρέθηκε στον τάφο του αγίου αλλά σε άλλη θέση που υπέδειξε ο άγιος το άγιασμα, μετάλλινη εικόνα του Παντοκράτορα και άλλα ευρήματα. Οι χιλιάδες των χριστιανών, που έρχονταν να προσκυνήσουν, ένοιωθαν ιερό δέος. Άρχισαν να γίνονται, ολονύκτιες αγρυπνίες, να ακούονται τη νύχτα στον προ ολίγου έρημο αυτόν τόπο ψαλμωδίες όλου του πλήθους των ευσεβών προσκυνητών και να φαίνεται στο σκοτάδι της νύχτας το φαντασμαγορικό θέαμα χιλιάδων κεριών στα χέρια των χριστιανών, που κατέκλυζαν όλη την έκταση πάνω και γύρω από τους ανοιγμένους τάφους των αγίων. Τα θαύματα, πολλά και μεγάλα, επιβεβαίωναν την αγιότητα των ιερών λειψάνων και μετέφεραν την ευλογία του Θεού όχι μόνο σ’ αυτούς, που έρχονταν στο νησί να προσκυνήσουν τους αγίους, αλλά και πολύ μακριά απ’ αυτό, στην Αμερική, στην Αυστραλία σε ανθρώπους που ούτε είδαν ούτε άκουσαν, ούτε φαντάστηκαν ποτέ την ύπαρξη των αγίων της Λέσβου. Η θερμή αυτή πίστη των χριστιανών, τα θαύματα, η προσέλευση προσκυνητών ανήγειραν μέσα σε λίγα χρόνια τον περίλαμπρο ναό των αγίων και τα κτίρια της Ιεράς Μονής, η οποία σήμερα αποτελεί πανελλήνιο προσκύνημα.     ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ Εν Λέσβω αθλήσαντες υπέρ Χριστού του Θεού, αυτήν ηγιάσατε τη των λειψάνων υμών ευρέσει μακάριοι· όθεν υμάς τιμώμεν, Ραφαήλ θεοφόρε, άμα σύν Νικολάω και παρθένω Ειρήνη, ως θείους ημών προστάτας και πρέσβεις προς Κύριον. Πηγή:www.pigizois.net